| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" |  +/-  |  "Μας ακούνε"  |  Fundamentalist  |  Marx - Soros | Start Trading |

 

 

Τετάρτη, 00:01 - 29/09/2021

 

Περίληψη: 

Η τρέχουσα σταθερή πορεία της Ιταλίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον Ντράγκι και την ικανότητά του να διατηρεί τον κυβερνητικό συνασπισμό ενωμένο. Οποιαδήποτε ανατροπή των ισορροπιών θα μπορούσε να προκαλέσει κατάρρευση της κυβέρνησης.

 

 

-------------------------

Εντός της ΕΕ, η Ιταλία είναι συχνά πηγή πονοκεφάλων: δημοσιονομικά αναξιόπιστη, πολιτικά ασταθής, και σε διαρκή οικονομική στασιμότητα. Ωστόσο, μετά από μια πανδημία που είχε σημαντικό οικονομικό κόστος σχεδόν παντού, οι προβλέψεις αναμένουν ότι το ΑΕΠ της χώρας θα αυξηθεί κατά 4,5 % στο 2021 και σχεδόν το ίδιο στο 2022. Εντός του G-7, οι αναμενόμενες επιδόσεις της Ιταλίας είναι δεύτερες μόνο μετά από εκείνες του Ηνωμένου Βασιλείου. Μια τέτοια αισιόδοξη οικονομική πρόβλεψη πιθανότατα δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τα 191 δισεκατομμύρια ευρώ (από δάνεια και επιχορηγήσεις) που έλαβε η Ιταλία για την αντιμετώπιση της κρίσης COVID-19 –ως μέρος του μεγαλύτερου πακέτου κινήτρων που δημιουργήθηκε ποτέ στην ευρωζώνη.

Ο Ιταλός πρωθυπουργός, Μάριο Ντράγκι, σε συνέντευξη Τύπου στην Τρίπολη, στην Λιβύη, τον Απρίλιο του 2021. Hazem Ahmed / Reuters

----------------------------------------------------------

Η τύχη μπορεί να ευνοεί τους τολμηρούς, αλλά η Ευρωπαϊκή Ένωση ευνοεί έναν ικανό τεχνοκράτη. Αν κάποιος πλην του Ιταλού πρωθυπουργού, Μάριο Ντράγκι, πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είχε προσεγγίσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με ένα σχέδιο ανάκαμψης τόσο φιλόδοξο όσο αυτό της Ιταλίας, πιθανότατα η ιδέα θα είχε απορριφθεί ως αστεία. Η Γερμανία και άλλες χώρες παρουσίασαν πιο παραδοσιακές επενδυτικές προτάσεις που αποσκοπούσαν στην άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας. Η ηγεσία της Ιταλίας, ωστόσο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το δημοσιονομικό κίνητρο για να αυξήσει την ιστορικά χαμηλή παραγωγικότητα της χώρας, να βελτιώσει την ανθεκτικότητα του τομέα της υγείας, να επιταχύνει μια πράσινη μετάβαση, και να προωθήσει πολιτικά ευαίσθητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Μέχρι στιγμής, ο Ντράγκι έχει καταφέρει να συγκροτήσει έναν μεγάλο και ποικίλο κυβερνητικό συνασπισμό και να βρει χώρο για συμβιβασμό. Κανένα κόμμα, τελικά, δεν θέλει να εγκαταλείψει το μερίδιό του στην διαχείριση της χρηματοδότησης της ΕΕ.

Ο μακροπρόθεσμος οικονομικός αντίκτυπος αυτών των πολιτικών θα αποτελέσει σημαντικό μέρος της κληρονομιάς του Ντράγκι. Έχοντας όμως δημιουργήσει μια ισχυρή εσωτερική θέση, η κυβέρνησή του αρχίζει επίσης να ενισχύει την εξωτερική πολιτική της Ιταλίας [1]. Ο Ντράγκι φέρνει στην δουλειά του [πρωθυπουργού] μια ανανεωμένη όρεξη για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, μια στενή ευθυγράμμιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, και μια αναγνώριση του ρόλου της Ρώμης στον εντεινόμενο ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και Δύσης. Καθώς οι υπόλοιποι βαρέων-βαρών της ΕΕ, η Γαλλία και η Γερμανία, εστιάζουν την προσοχή τους στις εκλογές φέτος και του χρόνου, η Ιταλία είναι έτοιμη να ασκήσει αυξανόμενη επιρροή στις εσωτερικές υποθέσεις της Ευρώπης και στην δέσμευσή της με τον κόσμο.

ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Η σημερινή κυβέρνηση της Ρώμης έχει την δυνατότητα να αναζωογονήσει τόσο τις ενδοευρωπαϊκές όσο και τις υπερατλαντικές σχέσεις. Για αρχή, η επιτυχία της ιταλικής οικονομίας θα μπορούσε να ανοίξει έναν δρόμο για περαιτέρω ολοκλήρωση της ευρωζώνης [2] και να αλλάξει τον τρόπο που το μπλοκ διαχειρίζεται τις οικονομικές κρίσεις. Εάν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της χώρας καταφέρουν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν την οικονομική ανισότητα -χωρίς να πέσουν στις συνήθεις παγίδες της διαφθοράς και της κακής κατανομής των κονδυλίων της ΕΕ- η εμπειρία της θα μπορούσε να ενισχύσει την υπόθεση για την μεταστροφή του μηχανισμού αντιμετώπισης της COVID-19 της ΕΕ, του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, σε μόνιμο εργαλείο, έτοιμο να χρησιμοποιηθεί ξανά στην επόμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μέχρι τώρα, τα μέλη της ευρωζώνης είχαν κοινή νομισματική πολιτική, αλλά διατηρούσαν ξεχωριστές δημοσιονομικές πολιτικές. Η δημιουργία του μηχανισμού για την ανάκαμψη –ο οποίος περιλαμβάνει συνδυασμό δανείων και επιχορηγήσεων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ- απαιτούσε έναν ιστορικό συμβιβασμό [3] μεταξύ των δημοσιονομικά συντηρητικών μελών του μπλοκ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και της Ολλανδίας, και χωρών όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, και η Ισπανία, που αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν πολιτικές λιτότητας μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και των οποίων οι οικονομικές επιδόσεις υστερούσαν τα επόμενα χρόνια. Στον απόηχο εκείνης της κρίσης, η στασιμότητα και η επιμονή των κοινωνικών ανισοτήτων τροφοδότησαν την άνοδο του λαϊκισμού, του εθνικισμού, και του ευρωσκεπτικισμού. Οι χώρες της Ευρωζώνης δεν ήθελαν να κάνουν ξανά το ίδιο λάθος. Η Ιταλία έλαβε το μεγαλύτερο πακέτο βοήθειας της Ευρώπης για την χρηματοδότηση του φιλόδοξου σχεδίου ανάκαμψής της, με επικεφαλής τον ίδιο άνθρωπο τον οποίο πολλοί πιστώνουν με την διάσωση του ευρώ πριν από μια δεκαετία. Εάν το πιο πρόσφατο πρόγραμμα του Ντράγκι συνεχίσει να επιτυγχάνει, θα εδραιώσει την στροφή της ΕΕ προς την συντονισμένη δημοσιονομική πολιτική.

Η έμφαση της Ιταλίας στην χωρίς αποκλεισμούς και βιώσιμη ανάπτυξη έρχεται την ώρα που ο κόσμος σημειώνει πρόοδο όσον αφορά τη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας χρηματοδότησης. Ως προεδρεύουσα του G-20, η Ιταλία επέβλεψε μια ιστορική συμφωνία για την φορολογία των επιχειρήσεων στο φετινό υπουργικό φόρουμ στην Τεργέστη, βασισμένη σε προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των μελών του G-7. Το σχέδιο στοχεύει στα κέρδη που έχει μια εταιρεία στις τελικές αγορές -στις χώρες όπου καταναλώνονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες της- αντιμετωπίζοντας έτσι το πρόβλημα της υποφορολόγησης των εταιρειών τεχνολογίας με έδρα τις ΗΠΑ και των Ευρωπαίων παραγωγών αγαθών πολυτελείας. Παρόλο που το πλαίσιο το οποίο συμφωνήθηκε στην Τεργέστη εξακολουθεί να υπόκειται στην επίβλεψη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και στην έγκριση μεμονωμένων κυβερνήσεων, αντιπροσωπεύει μια σημαντική διπλωματική επιτυχία για την ηγεσία της Ιταλίας. Για να διατηρήσει την δυναμική στην σύνοδο κορυφής του G-20 τον επόμενο μήνα στην Ρώμη, η Ιταλία στοχεύει να εξασφαλίσει μια συμφωνία για τον περιορισμό της δημιουργίας φορολογικών παραδείσων, κλείνοντας ένα άλλο σημαντικό φορολογικό κενό που εκμεταλλεύονται οι πολυεθνικές εταιρείες.

Η κυβέρνηση Ντράγκι έχει δώσει παρόμοια έμφαση στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής [4]. Εγχωρίως, αφιέρωσε ένα ad hoc Υπουργείο για να επικεντρωθεί στη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια. Στο εξωτερικό, οι προτεραιότητες της Ιταλίας επικαλύπτονται με τις πολιτικές που προτείνει η προοδευτική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, ιδίως στους τομείς της ενεργειακής απόδοσης, των εκπομπών άνθρακα, και της προστασίας από περιβαλλοντικές καταστροφές. Ο Ιταλός Υπουργός Οικολογικής Μετάβασης, Roberto Cingolani, και ο Υπουργός Εξωτερικών, Luigi Di Maio, υπέγραψαν κοινή δήλωση [5] με τον Αμερικανό απεσταλμένο για το κλίμα των ΗΠΑ, John Kerry, στην Ρώμη, επιβεβαιώνοντας την κοινή δέσμευση των δύο χωρών να συνεργαστούν για την αύξηση των επενδύσεων στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Οι εκπρόσωποι στην συνάντηση του G-20 στη Νάπολη τον Ιούλιο δυστυχώς απέτυχαν να εγκρίνουν μια ευρύτερη συμφωνία. Αλλά καθώς πλησιάζει η επόμενη σύνοδος κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα [6], η COP26, -η Ιταλία φιλοξενεί την συνάντηση μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο- οι πράσινες επενδύσεις της Ρώμης χρησιμεύουν ως παράδειγμα για άλλες χώρες που βραδυπορούν σχετικά με το κλιματικό ζήτημα.

Πέρα από την συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε περιβαλλοντικά ζητήματα, η Ιταλία είναι σε καλή θέση να αναλάβει την ηγεσία μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών στην αποκατάσταση της διατλαντικής σχέσης. Μακροχρόνιες διαφωνίες -όπως η υποστήριξη της Γερμανίας στο έργο του αγωγού Nord Stream 2 και η ώθησή της για μια επενδυτική συμφωνία ΕΕ-Κίνας- και η οργή τόσο για την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν όσο και για τον αποκλεισμό της Γαλλίας από την αμυντική συμφωνία Αυστραλίας-Ηνωμένου Βασιλείου-ΗΠΑ, μπορεί να το κάνουν δυσκολότερο για άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να επιδιορθώσουν τις σχέσεις τους. Αλλά σε σύγκριση με το Βερολίνο [7], το Λονδίνο [8], και το Παρίσι, η Ρώμη απέχει λιγότερο από την Ουάσινγκτον. Οι υπουργοί της ιταλικής κυβέρνησης υπερασπίστηκαν [9] την απόφαση της Ουάσινγκτον να αποσυρθεί και αναγνώρισαν την θυσία των ιταλικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, όπου η Ιταλία ήταν βαθιά δεσμευμένη για δύο δεκαετίες. Επίσης, η Ιταλία επηρεάστηκε λιγότερο από πολλούς συναδέλφους της στην Ευρώπη από την επιδείνωση των σχέσεων υπό τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Η Ρώμη δεν προσχώρησε ποτέ στην ευρωπαϊκή κοινοπραξία Airbus, η διαφωνία της οποίας με την αμερικανική εταιρεία Boeing διευθετήθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου υπέρ των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμη και οι δασμοί-αντίποινα των ΗΠΑ για τα αγαθά της ΕΕ είχαν περιορισμένο αντίκτυπο στην Ιταλία, όπου η κυβέρνηση κατάφερε να μειώσει τις επιπτώσεις τους στον εγχώριο τομέα τροφίμων και ποτών. Και παρά την εχθρική στάση του Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ, η Ιταλία διατήρησε τις στρατιωτικές δεσμεύσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, και αλλού. Συνολικά, η καλή κατάσταση της Ρώμης με την Ουάσινγκτον της δίνει σημαντική μόχλευση για την βελτίωση των διατλαντικών σχέσεων.

Ειδικότερα, σε θέματα ευρωπαϊκής άμυνας, η Ιταλία ήταν πιο δεκτική από άλλες χώρες της ΕΕ στις ανησυχίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Η απόφαση της Ουάσινγκτον να τερματίσει τον πόλεμό της στο Αφγανιστάν και η υποτιθέμενη περιφρόνηση προς την Γαλλία αναζωπύρωσε τις συζητήσεις για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, που ορίζεται γενικώς ως η ικανότητα της Ευρώπης να υπερασπίζεται τον εαυτό της και να παρεμβαίνει σε θέατρα που έχουν άμεσο αντίκτυπο στα ευρωπαϊκά συμφέροντα αλλά δεν αποτελούν προτεραιότητα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Ουάσινγκτον, αυτό το θέμα έχει εγείρει ερωτήματα σχετικά με πιθανή βλάβη στην αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ. Η Ρώμη έχει την ευκαιρία να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών. Η Ιταλία έχει ισχυρούς δεσμούς με την αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ -η χώρα φιλοξενεί τα τελευταία στάδια συναρμολόγησης του αμερικανικού αεροσκάφους F-35 της Lockheed Martin, και η Ιταλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, και το Ηνωμένο Βασίλειο συνεργάζονται για την ανάπτυξη του μαχητικού αεροσκάφους Tempest. Λόγω αυτών των δεσμών, η Ιταλία παίρνει γενικά μια πιο συμφιλιωτική θέση από όσο οι ομόλογοί της όταν πρόκειται να επιτρέψει σε τρίτα μέρη να συμμετάσχουν σε ευρωπαϊκά αμυντικά έργα. Είναι προς το συμφέρον της Ρώμης να αποτρέψει τον προστατευτισμό, να δώσει ώθηση στην τεχνολογική ανάπτυξη και να εξασφαλίσει τις αλυσίδες εφοδιασμού, ώστε να επιτύχουν τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η αμερικανική αμυντική αγορά.

ΘΕΤΟΝΤΑΣ ΟΡΙΑ

Η στενή συνεργασία εντός της Ευρώπης και πέρα από τον Ατλαντικό θα είναι ιδιαίτερα σημαντική για την δημιουργία μιας ενιαίας πολιτικής για την Κίνα [10]. Οι ευρωπαϊκές χώρες συγκλίνουν σε μια πιο σκληρή στάση ως απάντηση στη μη συνεργατική συμπεριφορά του Πεκίνου κατά την διάρκεια της πανδημίας της COVID-19 και στην αναγνώριση της ευπάθειας των Δυτικών αλυσίδων εφοδιασμού και τεχνολογιών στην κινεζική επιρροή. Μόλις πριν από δύο χρόνια, η Ιταλία επικρίθηκε ευρέως για την απόφασή της να υπογράψει μνημόνιο συνεννόησης με την Κίνα για την κινεζική Πρωτοβουλία Ζώνη και Οδός (Belt and Road Initiative, BRI). Σήμερα, όμως, στην βάση μιας αλλαγής που ξεκίνησε στην δεύτερη θητεία του πρωθυπουργού Τζουζέπε Κόντε, η Ρώμη κάνει βήματα για να αποστασιοποιηθεί από το Πεκίνο και να καθορίσει σαφή όρια μεταξύ συνεργασίας και ανταγωνισμού. Ο Ντράγκι έχει δηλώσει δημόσια ότι η Ιταλία θα επανεξετάσει την έγκρισή της του 2019 για την BRI. Τον Απρίλιο, διέκοψε δύο συμβόλαια μεταξύ ιταλικών εταιρειών επικοινωνιών και των κινεζικών εταιρειών Huawei και ZTE. Μαζί με την γαλλική κυβέρνηση, η Ιταλία σταμάτησε την εξαγορά της εταιρείας βιομηχανικών οχημάτων Iveco από έναν κινεζικό όμιλο. Και από ανησυχία για την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, ο Ντράγκι μπλόκαρε την κινεζική εξαγορά της LPE, μιας μικρής εταιρείας στο Μιλάνο που ειδικεύεται στην παραγωγή μικροτσίπ. Ευθυγραμμίζοντας τις πολιτικές της με τις ΗΠΑ και τις ευρύτερες ευρωπαϊκές προτεραιότητες, η Ιταλία κατέστησε σαφή την θέση της στον αναδυόμενο τεχνολογικό ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και Δύσης.

Η Ρώμη κάνει πιο σταθερή την διάκριση μεταξύ πρακτικής συνεργασίας και πολιτικής συμφωνίας και σε άλλους τομείς της εξωτερικής πολιτικής. Οι προηγούμενες ιταλικές κυβερνήσεις θόλωσαν αυτή την γραμμή˙ η απόφαση για υπογραφή της BRI, οι τριβές με την Γαλλία αφότου ο Ντι Μάιο, τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, συναντήθηκε με ηγέτες των Γάλλων gilets jaunes, ή «κίτρινα γιλέκα», ένα κίνημα διαμαρτυρίας, και ο ευρωσκεπτικισμός και η εμπλοκή του κόμματος της Λίγκας σε ένα σκάνδαλο χρηματοδότησης από την Ρωσία, όλα έκαναν τους Δυτικούς συμμάχους να αμφισβητούν την πορεία της εξωτερικής πολιτικής της Ιταλίας. Ο Ντράγκι, ωστόσο, φαίνεται να έχει διορθώσει την ρότα. Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου, ο Ιταλός ηγέτης περιέγραψε [11] τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ως δικτάτορα, παρόλο που υπογράμμισε την σημασία της συνεργασίας με αυταρχικές δυνάμεις σε βασικά οικονομικά θέματα και θέματα ασφάλειας. Βάζοντας αυτή την ιδέα σε πράξη καθώς μια ανθρωπιστική καταστροφή εκτυλίχθηκε στο Αφγανιστάν μετά την κατάληψη των Ταλιμπάν, η Ιταλία έχει επανειλημμένα πιέσει για διπλωματικές συζητήσεις σχετικά με μια πολυμερή απάντηση που θα περιλαμβάνει την Κίνα, το Πακιστάν, και την Ρωσία. Η Ιταλία του Ντράγκι παραμένει πρόθυμη να συνεργαστεί με αυταρχικές κυβερνήσεις -αλλά έχει επίσης καταστήσει σαφές στους Δυτικούς συμμάχους της το πού βρίσκονται τα όριά της.

Η ΛΕΠΤΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΟΥ DRAGHI

Η ισχυρή εξωτερική πολιτική της Ιταλίας και οι τολμηρές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις είναι μια ευπρόσδεκτη αλλαγή. Η Ρώμη μάλιστα αποδίδει καλά στον αγώνα κατά της COVID-19, αφού χτυπήθηκε σκληρά στην αρχή της πανδημίας: η κυβέρνηση ξεκίνησε μια επιτυχημένη προσπάθεια εμβολιασμού και δεσμεύτηκε να δωρίσει 15 εκατομμύρια δόσεις εμβολίων μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους. Αλλά, ως συνήθως στην ιταλική πολιτική, υπάρχουν προϋποθέσεις. Η τρέχουσα σταθερή πορεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον Ντράγκι -και την ικανότητά του να διατηρεί τον κυβερνητικό συνασπισμό ενωμένο. Οποιαδήποτε ανατροπή των ισορροπιών, όπως η εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας στις αρχές του επόμενου έτους, θα μπορούσε να προκαλέσει κατάρρευση της κυβέρνησης.

Πιο άμεσα, η Ιταλία κατευθύνεται προς εκλογές σε 20 δήμους -συμπεριλαμβανομένου του Μιλάνο, της Νάπολης, και της Ρώμης- στις αρχές Οκτωβρίου. Η εκστρατεία αναζωπυρώνει ήδη τους πολιτικούς διαπληκτισμούς που ήταν σχετικά ήσυχοι τους τελευταίους μήνες. Το ακροδεξιό κόμμα Αδελφοί της Ιταλίας, το μοναδικό προς το παρόν κόμμα στην αντιπολίτευση, παίρνει στις δημοσκοπήσεις σταθερά 20 %, ακολουθούμενο από την εθνικιστική Λίγκα [12] με 19 %. Προηγουμένως, ορισμένοι σχολιαστές υποστήριζαν ότι ο Ντράγκι νίκησε τον δεξιό και αριστερό λαϊκισμό στην Ιταλία όταν συνέπηξε έναν μεγάλο συνασπισμό υπό μια ισχυρά φιλο-ευρωπαϊκή και φιλο-αμερικανική σημαία. Αλλά οι Αδελφοί της Ιταλίας είναι έτοιμοι να αποκτήσουν δυναμική. Ένα πιθανό νέο κύμα μετανάστευσης προς την Ευρώπη μετά την κατάρρευση της αφγανικής κυβέρνησης θα πιέσει την κεντροδεξιά -μέχρι τώρα μια συνεργατική συμμετοχή στον κυβερνητικό συνασπισμό- να υιοθετήσει πιο σκληρές θέσεις. Εν τω μεταξύ, η υλοποίηση ευαίσθητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από την Ιταλία θα μπορούσε να προκαλέσει δυσαρέσκεια μεταξύ μιας κοινωνικής ομάδας ή μιας άλλης, επιτρέποντας στις λαϊκιστικές αντιρρήσεις προς την αρχή της ΕΕ να ανακτήσουν το ενδιαφέρον και να αναζωπυρώσουν την συζήτηση για το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ.

Το φαινόμενο Ντράγκι μπορεί σύντομα να εξασθενήσει, δεδομένης της παραδοσιακής τάσης της Ιταλίας προς τις ταχείες πολιτικές αλλαγές. Το πείραμα αντέχει προς το παρόν, αλλά η κυβέρνηση θα πρέπει να επικεντρωθεί στον σχεδιασμό βιώσιμων οικονομικών μεταρρυθμίσεων που θα μπορούν να αντισταθούν στην έλξη αυτής της ιστορικής αναταραχής. Η επιτυχία του Ντράγκι δεν θα είναι μόνο προς όφελος της Ιταλίας. Εάν οι οικονομικές του μεταρρυθμίσεις αποφέρουν θετικά αποτελέσματα, η ιταλική περίπτωση μπορεί να αποτελέσει έναν οδικό χάρτη για βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Και αν η Ρώμη διατηρήσει την σημερινή της πορεία της εξωτερικής πολιτικής της, μπορεί να πάρει το προβάδισμα στην επιδιόρθωση των διατλαντικών σχέσεων.

Η GIOVANNA DE MAIO είναι εξωτερική συνεργάτις στο Κέντρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη στο Ινστιτούτο Brookings και επισκέπτης συνεργάτις του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών, Ρωσικών, και Ευρασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου George Washington.

Foreign Affairs

https://www.foreignaffairs.gr/articles/73405/giovanna-de-maio/o-aprosmenos-protathlitis-tis-eyropis?page=show

https://www.foreignaffairs.com/articles/italy/2021-09-24/europes-unlikely-champion

 

Greek Finance Forum Team

 

 

Σχόλια Αναγνωστών

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
   

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2022 Greek Finance Forum