|
Ειδικότερα, το ποσοστό
των Ελλήνων που οριακά
καλύπτουν υποχρεώσεις
και ανάγκες έφθασε το
64% τον Ιανουάριο του
2019, από 60% τον
Δεκέμβριο και 57% τον
Νοέμβριο του 2018.
Την ίδια ώρα 85% των
Ελλήνων, δεν δύναται να
αποταμιεύσει, ποσοστό
που μειώθηκε μόλις κατά
1% σε σχέση με πέρυσι.
Σύμφωνα με την έρευνα,
μόλις το 12% των
ερωτηθέντων κρίνει
αρκετά πιθανή την
αποταμίευση, μέσα στον
επόμενο χρόνο ενώ πολύ
πιθανή το 1%.
Σημειώνεται πως οι
πολίτες που ήταν σε θέση
να πραγματοποιήσουν
αποταμίευση ,οποιουδήποτε
μεγέθους, αποτελούσαν,
για τον Ιανουάριο, το
15% του συνόλου (από 14%
τον Δεκέμβριο), ενώ όσοι
δηλώνουν ότι «έχουν
χρεωθεί» φθάνουν το 10%
, από 12%, που
υπολογίζονταν τον
Δεκέμβρη του 2018.
Μάλιστα, το 11%, (Λιγότεροι
κατά δύο μονάδες σε
σχέση με το προηγούμενο
έτος,) έχει αναγκαστεί
να καταφύγει στις
αποταμιεύσεις του.
Αξίζει να αναφερθεί πως
δείκτης της πρόθεσης για
αποταμίευση τους
προσεχείς 12 μήνες
παρέμεινε τον Ιανουάριο
στις -68,4 μονάδες.
Την ίδια ώρα, μόλις το
6% των ερωτηθέντων
εμφανίζεται
θετικό στο ενδεχόμενο να
πραγματοποιήσει ακριβές
αγορές, που αφορούν
έπιπλα ή ηλεκτρονικά
είδη κ.α.
Ειδικότερα, το 92,3% των
καταναλωτών στην Ελλάδα
δηλώνει ότι δεν είναι
πιθανό να αγοράσει
αυτοκίνητο το προσεχές
12μηνο, έναντι ποσοστού
95,5% τον Οκτώβριο ενώ
μόλις το 0,9% και 9.5%
των νοικοκυριών δηλώνει
ότι ίσως να προβεί σε
αγορά ,κατασκευή
κατοικίας οι εργασίες
βελτίωσης- ανακαίνισης
των χώρων του, τον
επόμενο χρόνο (από 1,9%
και 10,9% αντίστοιχα τον
Οκτώβριο).
Βάσει της έρευνας του
ΙΟΒΕ, ο δείκτης
καταναλωτικής
εμπιστοσύνης
διαμορφώθηκε τον
Ιανουάριο στις -28,3
μονάδες (από -31 μονάδες
τον Δεκέμβριο, σύμφωνα
με τον νέο τρόπο
υπολογισμού του δείκτη),
που είναι το υψηλότερο
επίπεδο από τον Νοέμβριο
του 2009.
«Η άνοδος αυτή
εκπορεύεται από τη
βελτίωση των εκτιμήσεων
των νοικοκυριών για την
τρέχουσα οικονομική τους
κατάσταση, αλλά και από
τις καλύτερες προβλέψεις
τους για τη μελλοντική
εξέλιξή της, καθώς και
από την ενίσχυση των
προβλέψεων για μείζονες
αγορές», σχολιάζουν οι
αναλυτές του ΙΟΒΕ και
προσθέτουν: «Οι
συγκεκριμένες τάσεις,
πέρα από την πρόσφατη
καταβολή του κοινωνικού
μερίσματος και των
αναδρομικών σε ειδικά
μισθολόγια, καθώς και τη
μη εφαρμογή της
προγραμματισμένης
περικοπής των συντάξεων,
θεωρείται ότι οφείλονται
στη σταδιακή είσοδο σε
προεκλογική περίοδο. Η
τελευταία επίδραση θα
συνεχιστεί τους
προσεχείς μήνες».
Η έρευνα δείχνει ότι τον
Ιανούαριο:
- Το 44% των ερωτηθέντων
προβλέπει μικρή ή
αισθητή άνοδο της
ανεργίας. Το ποσοστό
παρέμεινε σχεδόν
αμετάβλητο τους
τελευταίους τέσσερις
μήνες. Μικρή μείωση της
ανεργίας προβλέπει το
24% (όσο και τους δύο
προηγούμενους μήνες).
- Συνεχίστηκε η ανησυχία
των νοικοκυριών για την
αύξηση του πληθωρισμού.
Άνοδο τιμών, με τον ίδιο
ή ταχύτερο ρυθμό,
προβλέπει το 39% (όσο
και τον Δεκέμβριο), ενώ
σταθερότητα προβλέπει το
35% (από 32% τον
Δεκέμβριο).
Παρά την ενίσχυση του
δείκτη καταναλωτικής
εμπιστοσύνης, οι Έλληνες
καταναλωτές είναι, για
άλλον ένα μήνα, οι πιο
απαισιόδοξοι στην
Ευρωπαϊκή
Ένωση.Τουλάχιστον, η
απόσταση που τους
χωρίζει από τους
υπόλοιπους πεσιμιστές
μειώθηκε. Την πεντάδα
των απαισιόδοξων
συμπληρώνουν οι
Βούλγαροι (-26 μονάδες
τον Ιανουάριο από -24,5
τον Δεκέμβριο), οι
Ρουμάνοι (-14,8 από
-13,1), οι Γάλλοι (-13,8
από -17,5) και οι
Βρετανοί (-11,3 από
-10,4). Σε επίπεδο
Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο
μέσος δείκτης
καταναλωτικής
εμπιστοσύνης υποχώρησε
ελαφρά τον πρώτο μήνα
του 2019 στις -7,8
μονάδες (από -7,6 τον
Δεκέμβριο), ενώ στην
ευρωζώνη βελτιώθηκε στις
-7,9 (από -8,3). Ανοδική
τάση σημειώθηκε τον
Ιανουάριο σε 6 χώρες,
ενώ θετικό πρόσημο
διατηρούν 7 χώρες: η
Τσεχία, η Δανία, η
Ιρλανδία, η Λιθουανία, η
Μάλτα, η Πολωνία και η
Φινλανδία. Όπως
διευκρινίζει το ΙΟΒΕ, η
αλλαγή της σύνθεσης του
δείκτη είχε ως
αποτέλεσμα ορισμένες
χώρες που είχαν σταθερά
θετικό πρόσημο τα
τελευταία χρόνια, όπως η
Σουηδία, να έχουν πλέον
αρνητικό πρόσημο και το
αντίστροφο.
|