|
00:01 -
02/10/26 |
|
|
|
|
|

Σοκ με το ντίζελ στην Ευρώπη: Έσπασε κάθε ρεκόρ στα 2,23
ευρώ – Η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη φορολογική «ψαλίδα» με τη
βενζίνη
Το ντίζελ έχει εξελιχθεί πλέον στο ακριβότερο καύσιμο στην
Ευρώπη, καθώς η μέση τιμή του στην αντλία έχει εκτοξευθεί σε
ιστορικά υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας για πρώτη φορά από την
έναρξη της σχετικής καταγραφής τα 2,20 ευρώ το λίτρο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του
Weekly
Oil
Bulletin
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η σταθμισμένη μέση τιμή του
πετρελαίου κίνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στις 21
Σεπτεμβρίου 2026 στα 2,226 ευρώ το λίτρο,
στο υψηλότερο επίπεδο από το 2005, όταν ξεκίνησε η
συγκεκριμένη σειρά δεδομένων.
Η τιμή του
ντίζελ είναι πλέον κατά 13,4 λεπτά υψηλότερη ανά
λίτρο από τη βενζίνη Euro-super
95,
αντιστρέφοντας την παραδοσιακή εικόνα στην ευρωπαϊκή αγορά
καυσίμων.
Για έναν οδηγό
με ρεζερβουάρ 50 λίτρων, το κόστος ενός πλήρους ανεφοδιασμού
φθάνει πλέον περίπου τα 111 ευρώ.
Το 38,6% της τιμής είναι φόροι
Από τα 2,226
ευρώ που πληρώνει κατά μέσο όρο ο Ευρωπαίος οδηγός για ένα
λίτρο ντίζελ, περίπου 0,861 ευρώ αντιστοιχούν σε
φόρους.
Οι φορολογικές
επιβαρύνσεις αντιπροσωπεύουν έτσι περίπου το 38,6%
της τελικής τιμής στην αντλία.
Η εικόνα είναι
διαφορετική στη βενζίνη. Εκεί οι συνολικοί φόροι φθάνουν
κατά μέσο όρο τα 0,981 ευρώ το λίτρο,
δηλαδή περίπου 12 λεπτά περισσότερα από όσα επιβαρύνουν το
ντίζελ.
Η διαφορά αυτή δεν είναι καινούργια. Οι περισσότερες
ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να εφαρμόζουν χαμηλότερη
φορολογία στο ντίζελ, παρά το γεγονός ότι η τελική τιμή του
έχει πλέον ξεπεράσει αισθητά εκείνη της βενζίνης.
Ο πόλεμος και τα Στενά του Χορμούζ εκτοξεύουν το κόστος
Βασικός παράγοντας πίσω από την άνοδο είναι η διαταραχή των
ενεργειακών ροών μετά τον πόλεμο με το Ιράν, ο οποίος
ξεκίνησε τον Φεβρουάριο.
Το ντίζελ έχει
δεχθεί ιδιαίτερα ισχυρό πλήγμα από τις περιορισμένες ροές
μέσω των Στενών του Χορμούζ, με τη μέση τιμή του στην ΕΕ να
έχει αυξηθεί περίπου 40% από τα τέλη Φεβρουαρίου.
Ιδιαίτερα
σημαντική είναι και η αύξηση των περιθωρίων διύλισης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας, τα περιθώρια διύλισης προσέθεσαν περίπου
0,41 ευρώ ανά λίτρο στην τιμή του ντίζελ κατά την
τρίτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για
περίπου 19% της τελικής τιμής που
καταβάλλουν οι οδηγοί.
Η αποκλιμάκωση των τιμών, σύμφωνα με τους ειδικούς της ΕΚΤ,
θα απαιτούσε κυρίως την παύση του πολέμου στη Μέση Ανατολή,
την αποκατάσταση των ενεργειακών ροών από τα Στενά του
Χορμούζ και την επιστροφή της παγκόσμιας παραγωγής διύλισης
σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Γιατί το ντίζελ φορολογείται λιγότερο
Η χαμηλότερη
φορολόγηση του ντίζελ αποτελεί διαχρονική πολιτική επιλογή
στην Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή
νομοθεσία προβλέπει ελάχιστο ειδικό φόρο κατανάλωσης 0,33
ευρώ ανά λίτρο για το ντίζελ, έναντι 0,359 ευρώ για τη
βενζίνη.
Πολλές
κυβερνήσεις διατηρούν ακόμη μεγαλύτερη διαφορά στους
εθνικούς συντελεστές, επικαλούμενες τη στήριξη των
μεταφορών, των αγροτών και των επιχειρήσεων που εξαρτώνται
περισσότερο από το πετρέλαιο κίνησης.
Ήδη από το 2015, η
Transport &
Environment
είχε υπολογίσει ότι οι Ευρωπαίοι πλήρωναν κατά μέσο όρο
περίπου 14 λεπτά περισσότερους φόρους ανά λίτρο βενζίνης σε
σχέση με το ντίζελ.
Μία δεκαετία
αργότερα, η διαφορά εξακολουθεί να υφίσταται.
Η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή είχε προτείνει το 2021 την αλλαγή του τρόπου
φορολόγησης, ώστε οι φόροι να υπολογίζονται με βάση την
ενεργειακή περιεκτικότητα των καυσίμων και όχι τον όγκο
τους.
Μια τέτοια
αλλαγή θα περιόριζε ουσιαστικά το φορολογικό πλεονέκτημα του
ντίζελ. Ωστόσο, για την εφαρμογή της απαιτείται ομοφωνία των
27 κρατών-μελών, κάτι που δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί
τον Νοέμβριο του 2025.
Η Ελλάδα έχει
τη μεγαλύτερη διαφορά φόρου μεταξύ ντίζελ και βενζίνης
Η Ελλάδα
ξεχωρίζει στην ευρωπαϊκή αγορά για τη μεγάλη διαφορά στη
φορολογική επιβάρυνση μεταξύ πετρελαίου κίνησης και
βενζίνης.
Στις 21
Σεπτεμβρίου, η μέση τιμή του ντίζελ στην Ελλάδα
διαμορφωνόταν στα 2,224 ευρώ το λίτρο, εκ των οποίων περίπου
0,855 ευρώ αντιστοιχούσαν σε φόρους.
|
Χώρα
|
Φόροι ντίζελ ανά λίτρο
|
Τελική τιμή
|
|
Δανία
|
1,081 €
|
2,555 €
|
|
Ιταλία
|
1,034 €
|
2,281 €
|
|
Φινλανδία
|
1,030 €
|
2,555 €
|
|
Γερμανία
|
1,024 €
|
2,457 €
|
|
Βέλγιο
|
1,014 €
|
2,387 €
|
|
Ολλανδία
|
1,006 €
|
2,579 €
|
|
Γαλλία
|
1,005 €
|
2,383 €
|
|
Λιθουανία
|
0,945 €
|
2,258 €
|
|
Αυστρία
|
0,897 €
|
2,238 €
|
|
Ελλάδα
|
0,855 €
|
2,224 €
|
Στην Ελλάδα ο
ειδικός φόρος κατανάλωσης στο ντίζελ ανέρχεται σε 0,41 ευρώ
ανά λίτρο, επίπεδο που παραμένει αμετάβλητο από τον Ιούλιο
του 2017.
Σε αυτό
προστίθεται ΦΠΑ 24% και άλλες επιβαρύνσεις περίπου 1,4
λεπτού ανά λίτρο.
Συνολικά, οι
φόροι αντιστοιχούν περίπου στο 38,4% της τελικής τιμής του
ελληνικού ντίζελ.
Το ενδιαφέρον
στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται στη σύγκριση με τη βενζίνη.
Ο ειδικός
φόρος κατανάλωσης στη βενζίνη στην Ελλάδα φθάνει τα 0,70
ευρώ ανά λίτρο. Έτσι, το ντίζελ φορολογείται περίπου 28,6
λεπτά λιγότερο ανά λίτρο, η μεγαλύτερη φορολογική διαφορά
μεταξύ των δύο καυσίμων σε ολόκληρη την ΕΕ.
Με άλλα λόγια,
ενώ το ντίζελ έχει πλέον καταστεί ακριβότερο στην αντλία,
εξακολουθεί να απολαμβάνει σημαντικά χαμηλότερη φορολογική
επιβάρυνση.
Δανία και
Ιταλία στην κορυφή των φόρων
Στην κορυφή
της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται η Δανία, με συνολικούς
φόρους περίπου 1,081 ευρώ ανά λίτρο ντίζελ.
Ο ειδικός
φόρος ανέρχεται σε περίπου 0,571 ευρώ και ο ΦΠΑ 25%
προσθέτει ακόμη περίπου 0,511 ευρώ.
Στη δεύτερη
θέση βρίσκεται η Ιταλία, με φορολογική επιβάρυνση που
διαμορφώνεται στα 1,034 ευρώ ανά λίτρο, αν ληφθεί υπόψη ο
αυξημένος ειδικός φόρος που τέθηκε σε ισχύ στα τέλη
Σεπτεμβρίου.
Η Φινλανδία
ακολουθεί με 1,030 ευρώ, ενώ στη συνέχεια βρίσκονται η
Γερμανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Γαλλία, η Λιθουανία και η
Αυστρία.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι φόροι και οι υψηλές τιμές δεν συμβαδίζουν πάντα
Η σύγκριση των
ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι η υψηλότερη τιμή στην αντλία
δεν σημαίνει απαραίτητα και υψηλότερη φορολογία.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η Ολλανδία, όπου η τιμή του ντίζελ
φθάνει τα 2,579 ευρώ το λίτρο, την υψηλότερη στην ΕΕ, ενώ η
χώρα κατατάσσεται μόλις έκτη ως προς το ύψος των φόρων, με
1,006 ευρώ ανά λίτρο.
Αντίστοιχα, το
Βέλγιο επιβάλλει ίδιο ειδικό φόρο, 0,600 ευρώ ανά λίτρο, σε
ντίζελ και βενζίνη. Επειδή όμως η προ φόρων τιμή του ντίζελ
είναι υψηλότερη, ο ΦΠΑ δημιουργεί μεγαλύτερη τελική
φορολογική επιβάρυνση για το πετρέλαιο κίνησης.
Στη Γερμανία,
οι φόροι αντιστοιχούν περίπου στο 41,7% της τελικής τιμής
των 2,457 ευρώ ανά λίτρο.
Ωστόσο, από την 1η Οκτωβρίου τίθεται σε εφαρμογή προσωρινή
φορολογική ελάφρυνση. Η
Bundestag
ενέκρινε μείωση του φόρου ενέργειας κατά περίπου 14,04 λεπτά
ανά λίτρο, η οποία μαζί με τον ΦΠΑ μεταφράζεται σε συνολική
μείωση περίπου 17 λεπτών ανά λίτρο έως το τέλος του έτους.
Η Τσεχία
αναμένεται επίσης να μειώσει τη φορολογική επιβάρυνση του
ντίζελ κατά περίπου 10 λεπτά ανά λίτρο, ενώ η Ισπανία έχει
παρατείνει τις φορολογικές ελαφρύνσεις στα καύσιμα.
Το ντίζελ
γίνεται ακριβότερο, παρά το φορολογικό πλεονέκτημα
Η σημερινή
εικόνα στην ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων δημιουργεί μια
αξιοσημείωτη ανατροπή.
Το ντίζελ
εξακολουθεί να φορολογείται ευνοϊκότερα από τη βενζίνη στις
περισσότερες χώρες, όμως η διαταραχή στις ενεργειακές ροές
και η εκτίναξη των περιθωρίων διύλισης έχουν οδηγήσει την
τιμή του σε ιστορικά υψηλά.
Για τους
Ευρωπαίους οδηγούς, το αποτέλεσμα είναι ότι το πετρέλαιο
κίνησης, το οποίο επί χρόνια θεωρούνταν το οικονομικότερο
καύσιμο στην αντλία, έχει πλέον μετατραπεί στο ακριβότερο
καύσιμο της αγοράς.
Και όσο
παραμένουν οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι περιορισμοί στις
ενεργειακές ροές, η εξέλιξη των τιμών του ντίζελ θα
εξαρτάται όχι μόνο από τη φορολογία αλλά κυρίως από την
πορεία του πετρελαίου, των περιθωρίων διύλισης και της
προσφοράς προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά.
|
|
|
|
|
|
|
|

Κατώτατος μισθός και τρόφιμα: Πώς άλλαξε η αγοραστική δύναμη
στην Ευρώπη – Η εικόνα της Ελλάδας
Οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί
σημαντικά στην Ευρώπη την τελευταία πενταετία, όμως στις
περισσότερες χώρες η άνοδος των κατώτατων μισθών ήταν
μεγαλύτερη. Αυτό σημαίνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι
εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό μπορούν
σήμερα να αγοράσουν περισσότερα τρόφιμα με τον μηνιαίο μικτό
μισθό τους σε σχέση με τον Αύγουστο του 2021.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ενιαία. Σε τρεις
από τις 26 ευρωπαϊκές χώρες που εξετάστηκαν, η αγοραστική
δύναμη των χαμηλόμισθων έναντι των τιμών των τροφίμων
υποχώρησε, ενώ σε άλλες καταγράφηκαν σημαντικές βελτιώσεις.
Οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν 34% στην ΕΕ
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι
τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών αυξήθηκαν κατά 34%
στην ΕΕ μεταξύ Αυγούστου 2021 και Αυγούστου 2026.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στην:
Χώρα
|
Αύξηση τιμών τροφίμων
|
Ουγγαρία
|
57%
|
Βουλγαρία
|
54%
|
Ρουμανία
|
53%
|
Ισπανία
|
35%
|
Γερμανία
|
34%
|
Ιταλία
|
30%
|
Γαλλία
|
25%
|
Κύπρος
|
21%
|
Στο ευρύτερο ευρωπαϊκό σύνολο, η Ελβετία
είχε τη μικρότερη αύξηση, μόλις 5%.
Εντελώς διαφορετική ήταν η εικόνα στην
Τουρκία, όπου οι τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών
αυξήθηκαν κατά 752% μέσα στην ίδια πενταετία, αποτέλεσμα των
ιδιαίτερα υψηλών πληθωριστικών πιέσεων και της μεγάλης
υποτίμησης της τουρκικής λίρας.
Οι μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο στις
περισσότερες χώρες
Παρά την έντονη άνοδο των τιμών, οι
κατώτατοι μισθοί αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο στις
περισσότερες από τις χώρες της σύγκρισης.
Η μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ καταγράφηκε στην
Ουγγαρία, όπου ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 93% μεταξύ
Αυγούστου 2021 και Αυγούστου 2026. Ακολούθησαν η Γερμανία με
46%, η Ισπανία με 29% και η Γαλλία με 20%.
Εκτός ΕΕ, η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Στην Τουρκία ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 823%, ενώ στη
Σερβία και στο Μαυροβούνιο κατά 103% και 102% αντίστοιχα.
Ωστόσο, η ονομαστική αύξηση του μισθού δεν
αρκεί για να αποτυπώσει την πραγματική μεταβολή της
αγοραστικής δύναμης. Το κρίσιμο μέγεθος είναι πόσα τρόφιμα
μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον μισθό του.
Η Ελλάδα: +7% η αγοραστική δύναμη για
τρόφιμα
Με βάση τη συγκεκριμένη σύγκριση, η Ελλάδα
καταγράφει αύξηση 7% στην ποσότητα τροφίμων που μπορεί να
αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον κατώτατο μικτό μισθό.
Με άλλα λόγια, εάν ένας εργαζόμενος μπορούσε
να αγοράσει 100 καλάθια τροφίμων τον Αύγουστο του 2021, με
τον αντίστοιχο μικτό κατώτατο μισθό μπορεί να αγοράσει
περίπου 107 καλάθια τον Αύγουστο του 2026.
Η επίδοση αυτή τοποθετεί την Ελλάδα στη
θετική πλευρά της σύγκρισης, αλλά αρκετά χαμηλότερα από
χώρες όπως η Σερβία και το Μαυροβούνιο, όπου η αντίστοιχη
αύξηση φτάνει το 37%.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν
Η μεγαλύτερη βελτίωση της αγοραστικής
δύναμης για τρόφιμα καταγράφηκε στη Σερβία και το
Μαυροβούνιο, με 37%, ενώ ακολούθησαν η Κροατία, η Αλβανία, η
Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και η Λιθουανία, με
αυξήσεις άνω του 20%.
Στις υπόλοιπες χώρες:
Χώρα
|
Μεταβολή αγοραστικής δύναμης για τρόφιμα
|
Σερβία
|
+37%
|
Μαυροβούνιο
|
+37%
|
Ιρλανδία
|
+10%
|
Γερμανία
|
+9%
|
Τουρκία
|
+8%
|
Ελλάδα
|
+7%
|
Βέλγιο
|
+6%
|
Ολλανδία
|
+6%
|
Πορτογαλία
|
+3%
|
Γαλλία
|
-4%
|
Ισπανία
|
-5%
|
Μάλτα
|
-6%
|
Η Μάλτα εμφάνισε τη μεγαλύτερη υποχώρηση.
Ένας εργαζόμενος που μπορούσε να αγοράσει 100 καλάθια
τροφίμων το 2021 μπορεί πλέον να αγοράσει περίπου 94. Στην
Ισπανία η αντίστοιχη ποσότητα μειώθηκε στα 95 και στη Γαλλία
στα 96.
Η Τουρκία αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση
Η περίπτωση της Τουρκίας δείχνει γιατί η
απλή σύγκριση των ποσοστιαίων αυξήσεων μισθών και τιμών
μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 823%, ενώ
οι τιμές των τροφίμων κατά 752%. Παρά τη διαφορά των 71
ποσοστιαίων μονάδων, η πραγματική αύξηση της ποσότητας
τροφίμων που μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος ανέρχεται
μόλις σε 8%.
Η εξήγηση βρίσκεται στην πολύ υψηλή βάση
πληθωρισμού: τόσο οι μισθοί όσο και οι τιμές αυξήθηκαν
πολλαπλάσια σε ονομαστικούς όρους, με τον μισθό να αυξάνεται
οριακά ταχύτερα.
Η μεγάλη εικόνα
Η σύγκριση δείχνει ότι η άνοδος των τιμών
των τροφίμων δεν μεταφράστηκε παντού σε απώλεια αγοραστικής
δύναμης για τους εργαζομένους με τον κατώτατο μισθό.
Στις περισσότερες χώρες, οι αυξήσεις των
κατώτατων αποδοχών ήταν αρκετές ώστε να αντισταθμίσουν την
άνοδο των τιμών των τροφίμων και, σε αρκετές περιπτώσεις, να
δημιουργήσουν και πρόσθετη αγοραστική δύναμη.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε αυτή την κατηγορία, με
την αγοραστική δύναμη έναντι των τιμών τροφίμων να έχει
αυξηθεί κατά 7% από τον Αύγουστο του 2021 έως τον Αύγουστο
του 2026.
Πρόκειται όμως για σύγκριση μικτού κατώτατου
μισθού και τιμών τροφίμων. Δεν αποτυπώνει το διαθέσιμο
εισόδημα μετά φόρων ούτε το κόστος στέγασης, ενέργειας,
μεταφορών και άλλων βασικών δαπανών. Επομένως, η βελτίωση
της συγκεκριμένης αγοραστικής δύναμης δεν σημαίνει κατ’
ανάγκη αντίστοιχη βελτίωση του συνολικού βιοτικού επιπέδου
των χαμηλόμισθων.



|
|
|
|
|
|