| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 21/08/26

 

                              

Δύο διαφορετικές εικόνες για την ελληνική οικονομία – Ανάπτυξη, αλλά με φτώχεια, χαμηλή αγοραστική δύναμη και αδύναμη σύγκλιση

 

Δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας ελληνικής οικονομίας προκύπτουν από τις ετήσιες εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν στα βασικά μεγέθη: η Ελλάδα αναπτύσσεται, η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά και οι επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία. Η διαφορά βρίσκεται στο τι σημαίνουν όλα αυτά για το βιοτικό επίπεδο, την αγοραστική δύναμη και τις προοπτικές πραγματικής σύγκλισης της χώρας.

 

Η Τράπεζα της Ελλάδος βλέπει μια οικονομία που έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της μεγάλης κρίσης και συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από την Ευρωζώνη. Η ΓΣΕΕ, χωρίς να αμφισβητεί τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη αυτή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

 

Με άλλα λόγια, η μία έκθεση εστιάζει περισσότερο στη δυναμική της οικονομίας και η άλλη στο κατά πόσο αυτή η δυναμική μεταφράζεται σε ευημερία.

 

Ανάπτυξη 2,1%, αλλά όχι ακόμη πραγματική σύγκλιση

 

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1% το 2025, διατηρώντας τον ίδιο ρυθμό με το 2024 και ξεπερνώντας για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά την ανάπτυξη της Ευρωζώνης.

 

Η σύνθεση της ανάπτυξης θεωρείται μάλιστα περισσότερο ισορροπημένη. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 8,9%, η ιδιωτική κατανάλωση κατά 2,0%, ενώ οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 1,7%. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η οικονομική δραστηριότητα δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση, αλλά συνοδεύεται από σημαντική επενδυτική κινητοποίηση.

 

Η ΓΣΕΕ αναγνωρίζει τη θετική επίδοση, αλλά ζητά να αξιολογηθεί με μεγαλύτερη προσοχή. Όπως επισημαίνει, η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις πιο δυναμικές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς χώρες όπως η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Πολωνία, η Κροατία και η Βουλγαρία εμφανίζουν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

 

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν το ΑΕΠ αυξάνεται, αλλά εάν αυξάνεται αρκετά ώστε να κλείνει η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Και εδώ η εικόνα είναι σαφώς λιγότερο εντυπωσιακή.

 

Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανέρχεται το 2025 σε περίπου 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, από 66% το 2019.

 

Η βελτίωση, επομένως, είναι υπαρκτή, αλλά περιορισμένη.

 

Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, όμως η ανάπτυξη δεν έχει οδηγήσει ακόμη σε ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Η κατανάλωση αυξάνεται, αλλά τα νοικοκυριά αποταμιεύουν λιγότερο

 

Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία της έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος αφορά την αποταμίευση των νοικοκυριών.

 

Η κατανάλωση αυξήθηκε παρά τη σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης που προκάλεσε ο πληθωρισμός, ενώ παράλληλα σταμάτησαν τα περισσότερα μέτρα στήριξης της περιόδου της ενεργειακής κρίσης και τα νοικοκυριά συνέχισαν να αποπληρώνουν φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

 

Το αποτέλεσμα ήταν ο ρυθμός αύξησης της κατανάλωσης να ξεπεράσει την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και το ποσοστό αποταμίευσης να παραμείνει σε αρνητικό έδαφος.

 

Σε απλά λόγια, ένα σημαντικό μέρος της κατανάλωσης δεν χρηματοδοτείται από μια αντίστοιχη αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Τα νοικοκυριά χρησιμοποιούν αποταμιεύσεις ή άλλους διαθέσιμους πόρους για να διατηρήσουν το επίπεδο κατανάλωσης.

 

Αυτό αποτελεί μια σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ της εικόνας του ΑΕΠ και της εικόνας των νοικοκυριών: η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η αγοραστική δύναμη παραμένει υπό πίεση.

 
 

                              

 

Η ανεργία μειώθηκε, αλλά η αγορά εργασίας παραμένει προβληματική

 

Στην αγορά εργασίας οι δύο εκθέσεις συμφωνούν ότι έχει σημειωθεί σημαντική βελτίωση.

 

Η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025, στο χαμηλότερο επίπεδο εδώ και 16 χρόνια, ενώ αυξήθηκε η συμμετοχή τόσο των γυναικών όσο και των νέων.

 

Ωστόσο, η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η βελτίωση παραμένει ποσοτικά και ποιοτικά ανεπαρκής.

 

Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 15-64 ετών αυξήθηκε στο 64,6%, από 56,5% το 2019 και 60,8% το 2009. Παρά τη σημαντική πρόοδο, εξακολουθεί να απέχει αισθητά από το 71% της ΕΕ και το 73,6% των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

 

Η Ελλάδα, επομένως, εξακολουθεί να μην αξιοποιεί πλήρως το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό της.

 

Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις για τις γυναίκες και τους νέους. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών ανήλθε στο 56,5%, έναντι 66,6% στην ΕΕ, ενώ για τους νέους ηλικίας 15-29 ετών διαμορφώθηκε μόλις στο 36,2%, έναντι 49,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Ακόμη και στους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 81,9%, έναντι 86,8% στην ΕΕ.

 

Η μακροχρόνια ανεργία παραμένει μεγάλη πληγή

 

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το στοιχείο για τη διάρκεια της ανεργίας.

 

Το 2025, το 55,8% των ανέργων στην Ελλάδα παρέμενε εκτός εργασίας για περισσότερο από έναν χρόνο. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ ήταν μόλις 31,5%.

 

Η διαφορά αυτή αποκαλύπτει ένα βαθύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα. Η μείωση της συνολικής ανεργίας δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνεργοι έχουν εξίσου αυξημένες πιθανότητες να επιστρέψουν στην παραγωγική διαδικασία.

 

Ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού εξακολουθεί να κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μακροχρόνια ανεργία, με συνέπειες τόσο για το εισόδημα όσο και για τις δεξιότητες, την παραγωγικότητα και τη μελλοντική απασχολησιμότητα.

 

Περισσότερη δουλειά, αλλά και μεγαλύτερη ένταση εργασίας

 

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας είναι οι πολλές ώρες εργασίας.

 

Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου απασχολείται το 17,6% των εργαζομένων, οι συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας έφτασαν το 2025 τις 42,3, την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών που εξετάζει η ΓΣΕΕ.

 

Στη μεταποίηση ανέρχονται σε 41,7 ώρες, ενώ στον πρωτογενή τομέα οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες την εβδομάδα.

 

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας δεν αφορά μόνο το ύψος των μισθών. Αφορά επίσης την ένταση και τη διάρκεια της εργασίας.

 

Η Ελλάδα, δηλαδή, εξακολουθεί να στηρίζει σημαντικό μέρος της παραγωγικής της δραστηριότητας σε πολλές ώρες εργασίας, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αντίστοιχα σε υψηλό επίπεδο εισοδήματος και παραγωγικότητας.

 

Φτώχεια: το μεγάλο παράδοξο

 

Ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της σημερινής ελληνικής οικονομίας είναι ότι η βελτίωση της απασχόλησης συνυπάρχει με υψηλό κίνδυνο φτώχειας.

 

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ο κίνδυνος φτώχειας ανήλθε το 2024 στο 19,6%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, που ήταν 16,2%.

 

Παράλληλα, το 27,5% του πληθυσμού, περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι, βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

 

Η ΓΣΕΕ αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τη διάσταση του προβλήματος. Για τους νέους ηλικίας 18-24 ετών, ο κίνδυνος φτώχειας έφτασε το 2025 στο 24,2%.

 

Στην ηλικιακή ομάδα 25-54 ετών, δηλαδή στον πυρήνα του ενεργού πληθυσμού, το ποσοστό ανέρχεται σε 17,5%, έναντι 14,3% στην ΕΕ.

 

Για την ομάδα 55-64 ετών διαμορφώνεται στο 17,3%, έναντι 14,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Το γεγονός ότι η φτώχεια παραμένει τόσο υψηλή ακόμη και μεταξύ των οικονομικά ενεργών ηλικιών δείχνει ότι η απασχόληση από μόνη της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει υψηλό επίπεδο διαβίωσης.

 

Η στέγη γίνεται ένας νέος μηχανισμός πίεσης

 

Στο μέτωπο της στέγασης, η Τράπεζα της Ελλάδος εντοπίζει μία από τις σημαντικότερες νέες πηγές πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά.

 

Ο πληθωρισμός της στέγασης στην Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη επιμονή σε σχέση με την Ευρωζώνη, με το κύριο βάρος να έχει μεταφερθεί από την ενέργεια στα ενοίκια.

 

Η εξέλιξη δεν είναι τυχαία.

 

Η κρίση χρέους είχε οδηγήσει σε μεγάλη πτώση των τιμών των ακινήτων, συσσώρευση κενών κατοικιών, υψηλή υπερχρέωση των νοικοκυριών και σημαντική υποχώρηση των επενδύσεων σε κατοικίες.

 

Μετά το 2017, όμως, η εικόνα αντιστράφηκε. Οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να αυξάνονται, ενώ η ζήτηση ενισχύθηκε από τις ξένες επενδύσεις και τη βραχυχρόνια μίσθωση.

 

Η τουριστική ανάπτυξη και οι εισροές κεφαλαίων είχαν θετικές επιπτώσεις στην οικονομία, αλλά ταυτόχρονα περιόρισαν την προσφορά κατοικιών διαθέσιμων για μακροχρόνια μίσθωση, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ανακαίνισης και συντήρησης, η περιορισμένη προσφορά και η υψηλή ζήτηση δημιούργησαν ισχυρές ανοδικές πιέσεις στα ενοίκια.

 

Έτσι, η στέγη μετατρέπεται σταδιακά σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες που περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

 

                               

 

Και όμως, οι επιχειρήσεις εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία

 

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίθεση ανάμεσα στις δύο εικόνες της ελληνικής οικονομίας.

 

Την ώρα που τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος ζωής, περιορισμένη αγοραστική δύναμη και υψηλά ενοίκια, η κερδοφορία του επιχειρηματικού τομέα παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

 

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το πρώτο εννεάμηνο του 2025 το περιθώριο καθαρού λειτουργικού κέρδους των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξήθηκε στο 29,5%, από 29,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2024.

 

Πρόκειται για επίπεδο πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της προ πανδημίας περιόδου, όταν το αντίστοιχο ποσοστό την τριετία 2017-2019 ήταν 25,2%.

 

Η βελτίωση της επιχειρηματικής κερδοφορίας συνδέεται με τις ξένες άμεσες επενδύσεις, την αξιοποίηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης και την ισχυρή τουριστική δραστηριότητα.

 

Παράλληλα, η αύξηση των τιμών σε αρκετούς κλάδους, ιδιαίτερα σε υπηρεσίες με χαμηλότερο βαθμό ανταγωνισμού, ενίσχυσε τα περιθώρια κέρδους.

 

Η ψηφιοποίηση και η υιοθέτηση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται επίσης να ενισχύσουν περαιτέρω την παραγωγικότητα και την κερδοφορία των επιχειρήσεων τα επόμενα χρόνια.

 

Δύο εικόνες, μία οικονομία

 

Οι δύο εκθέσεις δεν περιγράφουν τελικά δύο διαφορετικές οικονομίες. Περιγράφουν την ίδια οικονομία από δύο διαφορετικές οπτικές.

 

Η πρώτη είναι η Ελλάδα των επενδύσεων, της αύξησης του ΑΕΠ, της μείωσης της ανεργίας, των υψηλών επιχειρηματικών κερδών και της σταδιακής βελτίωσης των μακροοικονομικών δεικτών.

 

Η δεύτερη είναι η Ελλάδα των χαμηλών εισοδημάτων σε σχέση με την Ευρώπη, της περιορισμένης αγοραστικής δύναμης, των αρνητικών αποταμιεύσεων, της μακροχρόνιας ανεργίας, των πολλών ωρών εργασίας, των υψηλών ενοικίων και της επίμονης φτώχειας.

 

Το κρίσιμο στοίχημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι επομένως μόνο να διατηρηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης του 2% ή υψηλότερα. Είναι η ανάπτυξη αυτή να μετατραπεί σε πραγματική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου.

 

Η Ελλάδα έχει περάσει από τη φάση της επιβίωσης στη φάση της ανάπτυξης. Δεν έχει περάσει όμως ακόμη στη φάση όπου η ανάπτυξη μεταφράζεται με σαφή και διατηρήσιμο τρόπο σε υψηλότερη ευημερία για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.

 

Και αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στις δύο «Ελλάδες» που αποτυπώνουν η Τράπεζα της Ελλάδος και η ΓΣΕΕ.

 

                               

 

Ο καύσωνας αναδιατάσσει την ευρωπαϊκή αλυσίδα τροφίμων – Από τα σιτηρά και το γάλα έως την μπίρα και το ελαιόλαδο

 

Ο ακραίος καύσωνας που πλήττει μεγάλο μέρος της Ευρώπης εξελίσσεται σε πολύ ευρύτερο οικονομικό πρόβλημα από μια απλή μείωση της αγροτικής παραγωγής. Η παρατεταμένη ζέστη, η ξηρασία και η περιορισμένη διαθεσιμότητα νερού αρχίζουν να επηρεάζουν διαδοχικά ολόκληρη την αλυσίδα τροφίμων, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και δημιουργώντας πιέσεις σε προϊόντα από το καλαμπόκι, το σιτάρι και τον ηλίανθο έως τις πατάτες, τα γαλακτοκομικά, το κρασί και την μπίρα.

 

Το πρώτο και πιο άμεσο πλήγμα αφορά τα σιτηρά. Ωστόσο, όσο οι υψηλές θερμοκρασίες παραμένουν και τα διαθέσιμα αποθέματα νερού περιορίζονται, οι επιπτώσεις επεκτείνονται σε ολοένα περισσότερες καλλιέργειες και δραστηριότητες. Καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι, ηλίανθος, πατάτες, λαχανικά, φρούτα, σταφύλια, ελιές, γάλα και ζωική παραγωγή βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο.

 

Η εικόνα αποτυπώνεται ήδη στις προβλέψεις παραγωγής. Η COCERAL εκτίμησε τον Ιούλιο ότι η συνολική παραγωγή σιτηρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο θα περιοριστεί στους 286,6 εκατ. τόνους, περίπου 9 εκατ. τόνους χαμηλότερα από την προηγούμενη πρόβλεψη και 23,4 εκατ. τόνους κάτω από την περσινή παραγωγή.

 

Με βάση τις τιμές παραγωγού, η Energy and Climate Intelligence Unit υπολογίζει ότι η απώλεια αντιστοιχεί σε περίπου 2 δισ. ευρώ για τους Ευρωπαίους αγρότες. Με τις θετικές αναθεωρήσεις σε ορισμένες χώρες, η καθαρή απώλεια περιορίζεται περίπου στα 1,8 δισ. ευρώ. Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει τις ζημιές σε φρούτα, λαχανικά και κτηνοτροφία.

 

Καλαμπόκι: ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την αλυσίδα τροφίμων

 

Το καλαμπόκι αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο κρίκο της αλυσίδας που απειλείται από τον καύσωνα. Οι υψηλές θερμοκρασίες συνέπεσαν σε πολλές περιοχές με την περίοδο της επικονίασης, περιορίζοντας τη γονιμότητα των φυτών και τελικά τον αριθμό των κόκκων.

 

Η COCERAL είχε ήδη μειώσει την εκτίμησή της για την παραγωγή καλαμποκιού κατά 4,5 εκατ. τόνους, στους 52,7 εκατ. τόνους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την υποβάθμισε περαιτέρω, στους 51,9 εκατ. τόνους, που θα αποτελούσε τη χαμηλότερη επίδοση από το 2007. Ορισμένοι αναλυτές δεν αποκλείουν πλέον παραγωγή κάτω από τα 50 εκατ. τόνους, επίπεδο που δεν έχει καταγραφεί εδώ και δεκαετίες.

 

Η Γαλλία βρίσκεται μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο. Η επίσημη πρόβλεψη κάνει λόγο για μείωση περίπου 35%, στους 9 εκατ. τόνους, ενώ ιδιωτικές εκτιμήσεις τοποθετούν την παραγωγή ακόμη χαμηλότερα. Στη Γερμανία η παραγωγή αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 14%, στους 4,24 εκατ. τόνους.

 

Η σημασία του καλαμποκιού, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην κατανάλωσή του ως τρόφιμο. Αποτελεί βασική πρώτη ύλη για ζωοτροφές που χρησιμοποιούνται στην πτηνοτροφία, τη χοιροτροφία και την αγελαδοτροφία, ενώ χρησιμοποιείται επίσης για την παραγωγή αμύλου, γλυκόζης, σιροπιών, βιοαιθανόλης και σειράς μεταποιημένων προϊόντων.

 

Επομένως, μια παρατεταμένη έλλειψη μπορεί να μεταφερθεί με καθυστέρηση στις τιμές του κρέατος, του γάλακτος και των αυγών, αλλά και στο κόστος της βιομηχανίας τροφίμων.

 

Σε ορισμένες περιοχές, μάλιστα, καλλιέργειες που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν κανονικά τον κύκλο τους οδηγούνται πρόωρα στη χρήση ως ζωοτροφή, καθώς η ξηρασία έχει περιορίσει σημαντικά το διαθέσιμο χόρτο και σανό. Η πρακτική αυτή στηρίζει προσωρινά την κτηνοτροφία, αφαιρεί όμως επιπλέον ποσότητες από την αγορά καλαμποκιού.

 

Σιτάρι, κριθάρι και ηλίανθος υπό πίεση

 

Ο καύσωνας επιτάχυνε την ωρίμανση των χειμερινών σιτηρών, περιορίζοντας τον χρόνο που διαθέτουν οι κόκκοι για να αναπτυχθούν και να αποκτήσουν το απαιτούμενο βάρος.

 

Η πρόβλεψη για την παραγωγή μαλακού σιταριού στην ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκε από 143,7 σε 140,8 εκατ. τόνους, ενώ για το κριθάρι υποχώρησε από 58,8 σε 57,6 εκατ. τόνους.

 

Ιδιαίτερα ευάλωτο είναι το ανοιξιάτικο κριθάρι, καθώς σε αρκετές περιοχές βρισκόταν ακόμη σε κρίσιμο στάδιο ανάπτυξης όταν εκδηλώθηκαν οι υψηλές θερμοκρασίες. Η εξέλιξη έχει άμεση σημασία τόσο για τις ζωοτροφές όσο και για τη βυνοποίηση και την παραγωγή μπίρας.

 

Στην Αυστρία εκτιμάται ότι η συνολική συγκομιδή σιτηρών θα μειωθεί κατά περίπου 19%, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο η παραγωγή σιτηρών και ελαιούχων σπόρων αναμένεται να διαμορφωθεί στα 18,5 εκατ. τόνους, με τις απώλειες εσόδων των παραγωγών να υπολογίζονται περίπου στα 390 εκατ. στερλίνες.

 

Ανάλογη είναι η πίεση στον ηλίανθο. Το Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει μειώσει τις εκτιμήσεις απόδοσης για καλαμπόκι και ηλίανθο κατά περίπου 6%-7%. Η εξέλιξη του ηλίανθου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει τόσο την παραγωγή φυτικών ελαίων όσο και τα πρωτεϊνούχα υποπροϊόντα που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές.

 

Πατάτες: η ζέστη απειλεί και τις κατεψυγμένες

 

Ιδιαίτερα σύνθετη είναι η κατάσταση στην αγορά πατάτας, καθώς ο καύσωνας ήρθε μετά από μια περίοδο κατά την οποία οι παραγωγοί είχαν ήδη περιορίσει τις καλλιεργούμενες εκτάσεις λόγω των χαμηλών τιμών.

 

Στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία, οι εκτάσεις επιτραπέζιας και βιομηχανικής πατάτας μειώθηκαν περίπου 11%, από 604.100 σε 536.900 εκτάρια.

 

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ποσότητα. Οι υψηλές θερμοκρασίες περιορίζουν την ανάπτυξη των κονδύλων, οδηγώντας σε μικρότερες πατάτες, παραμορφώσεις και προβλήματα στην περιεκτικότητα σε ξηρά ουσία.

 

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη βιομηχανία κατεψυγμένων προϊόντων. Μια πατάτα μπορεί να είναι απολύτως κατάλληλη για κατανάλωση, αλλά να μην πληροί τις προδιαγραφές που απαιτούνται για την παραγωγή μακριών τηγανητών πατατών.

 

Σε ορισμένες παραγωγικές μονάδες της βορειοδυτικής Ευρώπης οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απώλειες ακόμη και ενός τρίτου της σοδειάς, ενώ στην ισπανική Castilla y León οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν τη μείωση των αποδόσεων μεταξύ 10% και 15%.

 

Τα νωπά λαχανικά δέχονται το πρώτο χτύπημα

 

Οι πιο γρήγορες επιπτώσεις γίνονται αισθητές στα φρέσκα προϊόντα. Στη Γαλλία, παραγωγοί αναφέρουν απώλειες χιλιάδων τόνων σε κουνουπίδια, μπρόκολα, αρακά, φασολάκια, μαρούλια, καρότα, πράσα, σκόρδα και κρεμμύδια.

 

Σε ορισμένα αγροτεμάχια οι απώλειες έφτασαν ακόμη και το 100%, καθώς οι θερμοκρασίες ήταν τόσο υψηλές ώστε δεν άντεξαν ούτε οι αρδευόμενες νεαρές καλλιέργειες.

 

Στη Νέα Ακουιτανία, οι υψηλές θερμοκρασίες περιόρισαν την παραγωγή φράουλας και ντομάτας, ενώ οι τιμές ορισμένων ποικιλιών ντομάτας βρέθηκαν αισθητά πάνω από τους ιστορικούς μέσους όρους.

 

Τα πεπόνια αντιμετώπισαν προβλήματα στην επικονίαση και την καρπόδεση. Η συνολική παραγωγή μειώθηκε, ενώ αυξήθηκαν και οι απορρίψεις λόγω εγκαυμάτων από τον ήλιο.

 

Ακόμη και καλλιέργειες σε ελεγχόμενο περιβάλλον δεν έμειναν ανεπηρέαστες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μαρούλια, σπανάκι και pak choi εμφάνισαν έντονη θερμική καταπόνηση, ενώ προβλήματα αναφέρθηκαν και σε υδροπονικά προϊόντα, όπως microgreens και φύτρα.

 

Μήλα: μικρότερη παραγωγή, αλλά υψηλότερη συγκέντρωση σακχάρων

 

Στους γαλλικούς οπωρώνες η ζέστη επιβράδυνε την ανάπτυξη των μήλων και προκάλεσε εγκαύματα σε εκτεθειμένους καρπούς. Οι τοπικές απώλειες παραγωγικού δυναμικού υπολογίζονται μεταξύ 5% και 15%.

 

Ποικιλίες όπως Golden, Granny, Chantecler και Canada εμφανίζονται ιδιαίτερα ευάλωτες. Το μικρότερο μέγεθος έχει διπλή επίπτωση: περιορίζει την ποσότητα που μπορεί να διατεθεί στην αγορά και αυξάνει το ποσοστό των καρπών που δεν πληρούν τις προδιαγραφές των μεγάλων αλυσίδων λιανικής.

 

Στη Βρετανία, από την άλλη πλευρά, ορισμένα φρούτα ωρίμασαν ταχύτερα και εμφάνισαν υψηλότερη συγκέντρωση σακχάρων. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει θετικά για προϊόντα όπως ο μηλίτης, ακόμη και αν δυσχεραίνει την πώληση νωπών φρούτων.

 

Κρασί και σαμπάνια: η κλιματική αλλαγή μετακινεί τον τρύγο

 

Στη Champagne η συγκομιδή ξεκίνησε στις 15 Αυγούστου, στην πρωιμότερη ημερομηνία που έχει καταγραφεί. Σε σχέση με αρκετές δεκαετίες πριν, ο τρύγος πραγματοποιείται πλέον περίπου έναν μήνα νωρίτερα.

 

Οι παραγωγοί αναμένουν απόδοση σταφυλιών περίπου 10% χαμηλότερη από πέρυσι, χωρίς αυτό να σημαίνει αντίστοιχη μείωση στην τελική παραγωγή σαμπάνιας, καθώς υπάρχουν διαθέσιμα αποθέματα κρασιού.

 

Σε Bordeaux και Bourgogne, οι υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερες ανησυχίες. Η ζέστη αυξάνει την περιεκτικότητα των σταφυλιών σε σάκχαρα και επιταχύνει την ωρίμανση, μπορεί όμως να μειώσει τη φρεσκάδα και να οδηγήσει σε υψηλότερο αλκοολικό βαθμό και διαφορετικό γευστικό προφίλ.

 

Στην περιοχή του Cognac η ανάπτυξη των σταφυλιών προηγείται κατά περίπου 10-12 ημέρες του συνηθισμένου χρονοδιαγράμματος, ενώ έχουν καταγραφεί εγκαύματα σε φύλλα και ρώγες.

 

Η κτηνοτροφία πληρώνει διπλό λογαριασμό

 

Ο καύσωνας πλήττει την κτηνοτροφία τόσο άμεσα, μέσω της θερμικής καταπόνησης των ζώων, όσο και έμμεσα, μέσω της έλλειψης ζωοτροφών.

 

Στην Emilia-Romagna της Ιταλίας, θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών περιόρισαν έως και 10% την παραγωγή γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή Parmigiano Reggiano.

 

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή οι προδιαγραφές της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης απαιτούν συγκεκριμένο τρόπο διατροφής των ζώων, ενώ η ξηρασία πλήττει και την παραγωγή χόρτου και σανού.

 

Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν το ενεργειακό κόστος. Σε εγκαταστάσεις ωρίμανσης τυριού, η κατανάλωση ενέργειας για ψύξη αυξήθηκε έως και 30% στις ημέρες κορύφωσης του καύσωνα.

 

Στη δυτική Γαλλία, κτηνοτροφικές μονάδες έχουν αναφέρει μείωση της παραγωγής γάλακτος κατά 15%-20%, ενώ στο Βέλγιο η απώλεια παραγωγικότητας σε συγκεκριμένες μονάδες μεταφράζεται σε εκατοντάδες ευρώ ημερησίως.

    

                              

 

Η πτηνοτροφία αντιμετωπίζει ακραίες απώλειες

 

Ακόμη πιο δραματικές είναι οι συνέπειες στην πτηνοτροφία. Στη Βρετάνη και την Pays de la Loire, δύο από τις σημαντικότερες περιοχές πτηνοτροφικής παραγωγής της Γαλλίας, οι ακραίες θερμοκρασίες προκάλεσαν μαζικούς θανάτους πουλερικών.

 

Οι δύο περιοχές αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 60% του γαλλικού πτηνοτροφικού κεφαλαίου, γεγονός που καθιστά τις απώλειες ιδιαίτερα σημαντικές για την εγχώρια αγορά.

 

Παράλληλα, στην Αυστρία και την Ουγγαρία οι παραγωγοί έχουν αρχίσει να καταναλώνουν νωρίτερα τα αποθέματα ζωοτροφών που προορίζονταν για τον χειμώνα. Σε ορισμένες περιπτώσεις ζώα οδηγούνται πρόωρα στη σφαγή, γεγονός που μπορεί προσωρινά να αυξήσει την προσφορά κρέατος, αλλά στη συνέχεια να οδηγήσει σε συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου.

 

Η ξηρασία απειλεί και την τσεχική μπίρα

 

Ούτε η παραγωγή μπίρας μένει ανεπηρέαστη. Ο λυκίσκος Saaz, βασικό συστατικό των τσεχικών pilsner, βρίσκεται υπό πίεση λόγω της ξηρασίας.

 

Μόλις περίπου το ένα τέταρτο των καλλιεργειών λυκίσκου στην Τσεχία διαθέτει άρδευση, ενώ περίπου 80% της παραγωγής Saaz εξάγεται σε ζυθοποιίες άλλων χωρών.

 

Η ξηρασία δεν μειώνει μόνο την ποσότητα των κώνων. Επηρεάζει και την περιεκτικότητα σε άλφα οξέα, τα οποία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πικράδα και το άρωμα της μπίρας. Όταν η περιεκτικότητα μειώνεται, οι ζυθοποιίες χρειάζονται μεγαλύτερη ποσότητα λυκίσκου για να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα.

 

Ελαιόλαδο και ρύζι: ακόμη χωρίς ασφαλή αποτίμηση

 

Στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία έχουν καταγραφεί ζημιές σε ελαιώνες από πυρκαγιές, υψηλές θερμοκρασίες και έλλειψη νερού. Στην Ισπανία, η παρατεταμένη ξηρασία δημιουργεί κίνδυνο πρόωρης πτώσης του καρπού.

 

Δεν υπάρχει ακόμη, ωστόσο, αξιόπιστη συνολική πρόβλεψη για το μέγεθος της ευρωπαϊκής παραγωγής ελαιολάδου που να μπορεί να αποδώσει με ακρίβεια τις απώλειες στον φετινό καύσωνα. Υπάρχουν σαφείς τοπικές ζημιές και αυξημένοι κίνδυνοι, αλλά όχι ακόμη τεκμηριωμένη πανευρωπαϊκή έλλειψη.

 

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ρύζι. Η Ιταλία αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό της Ευρώπης, με περίπου 235.000 εκτάρια καλλιεργειών, η πλειονότητα των οποίων βρίσκεται στη βόρεια χώρα και εξαρτάται από τη λεκάνη του Πάδου. Η περιοχή αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις από την ξηρασία, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη ασφαλής εθνική εκτίμηση για τις απώλειες.

 

Ο λογαριασμός θα φανεί με καθυστέρηση στον πληθωρισμό

 

Το γεγονός ότι οι ζημιές στην παραγωγή είναι ήδη σημαντικές δεν σημαίνει ότι έχουν μεταφερθεί στο σύνολό τους στις τιμές των τροφίμων. Η μετάδοση γίνεται σταδιακά και με διαφορετικές ταχύτητες ανά προϊόν.

 

Στα νωπά φρούτα και λαχανικά οι επιπτώσεις μπορούν να εμφανιστούν μέσα σε λίγες ημέρες. Στα σιτηρά, στις ζωοτροφές, στο κρέας και στα γαλακτοκομικά απαιτούνται περισσότεροι μήνες, καθώς μεσολαβούν αποθέματα, συμβόλαια και εισαγωγές.

 

Ήδη, πάντως, οι διεθνείς τιμές δείχνουν αυξημένες πιέσεις. Ο δείκτης τροφίμων του FAO έφθασε τον Ιούλιο στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023. Οι τιμές των σιτηρών αυξήθηκαν κατά 3,4% μέσα σε έναν μήνα, του σιταριού κατά 5,8%, των φυτικών ελαίων κατά 2% και της ζάχαρης κατά 5,6%.

 

Οι αυξήσεις δεν οφείλονται αποκλειστικά στον ευρωπαϊκό καύσωνα. Ο πόλεμος, οι διαταραχές στη Μαύρη Θάλασσα και το αυξημένο ενεργειακό κόστος λειτουργούν παράλληλα ως επιβαρυντικοί παράγοντες.

 

Για την Ελλάδα, οι πρώτες επιπτώσεις είναι πιθανό να εμφανιστούν στις ζωοτροφές και στις πρώτες ύλες της βιομηχανίας τροφίμων. Στη συνέχεια μπορούν να επεκταθούν στα φυτικά έλαια, στα εισαγόμενα λαχανικά και στις βιομηχανικές πατάτες.

 

Για την εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου, κρασιού και κηπευτικών είναι ακόμη νωρίς για μια συνολική και ασφαλή αποτίμηση της ζημιάς.

 

Το βασικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι πλέον σαφές: ο καιρός δεν αποτελεί απλώς έναν εξωτερικό κίνδυνο για τον αγροτικό τομέα. Μετατρέπεται σε παράγοντα κόστους για ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας ταυτόχρονα τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη βιομηχανία τροφίμων, την ενέργεια, τις μεταφορές και τελικά το κόστος ζωής των νοικοκυριών.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum