| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 07/01/26

                       

 

Στέγη υπό πίεση: Πώς το κόστος αλλάζει τις επιλογές και τη ζωή των Ελλήνων

 

Ένας στους πέντε Έλληνες δηλώνει ότι σκοπεύει να αλλάξει κατοικία μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ενώ περίπου ένας στους τρεις εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο μετανάστευσης, αναζητώντας καλύτερη ποιότητα ζωής. Στον πυρήνα αυτών των τάσεων βρίσκεται η έντονη δυσαρέσκεια για τις συνθήκες στέγασης, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η κατοικία.

 

Σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή έρευνα της RE/MAX για το 2025, οι πιέσεις αυτές αποτυπώνονται πλέον ξεκάθαρα στη δομή των ελληνικών νοικοκυριών. Οι ενήλικες στην Ελλάδα παραμένουν συχνότερα στο πατρικό τους σπίτι σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (15% έναντι 12%), με σχεδόν έξι στους δέκα να δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος αγοράς ή ενοικίασης κατοικίας.

 

Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να συγκατοικήσουν με τον ή τη σύντροφό τους σε σχέση με τους Ευρωπαίους (62% έναντι 59%), ωστόσο καθυστερούν περισσότερο να κάνουν αυτό το βήμα. Όπως προκύπτει από την έρευνα, τα ζευγάρια στην Ελλάδα περιμένουν κατά μέσο όρο τέσσερα χρόνια πριν συγκατοικήσουν, έναντι τριών ετών στην υπόλοιπη Ευρώπη, με το πατρικό σπίτι να λειτουργεί ως μεταβατική λύση μέχρι να καταστεί οικονομικά εφικτή η ανεξαρτητοποίηση.

 

Η ισχυρή οικογενειακή υποστήριξη, στοιχείο βαθιά ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία, αντικατοπτρίζεται και στην απόκτηση πρώτης κατοικίας. Το 31% των ιδιοκτητών απέκτησε σπίτι μέσω κληρονομιάς και το 38% με χρηματική βοήθεια από την οικογένεια, ποσοστά αισθητά υψηλότερα από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Αντίθετα, μόνο το 25% κατάφερε να αγοράσει κατοικία χωρίς καμία οικογενειακή συνδρομή, έναντι 41% στην Ευρώπη.

 

Ως αποτέλεσμα, λιγότεροι Έλληνες έχουν στεγαστικό δάνειο (10% έναντι 15% στην Ευρώπη), παρότι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης κινείται στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (63%). Όσοι λαμβάνουν στεγαστικό τείνουν να το αποπληρώνουν σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, συχνά άνω των 20 ετών, κάτι που συνδέεται τόσο με την καθυστερημένη είσοδο στην αγορά κατοικίας όσο και με τις δυσκολότερες οικονομικές συνθήκες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Έλληνες αγοράζουν το πρώτο τους σπίτι κατά μέσο όρο στα 35 έτη, τέσσερα χρόνια αργότερα από τους Ευρωπαίους.

 
 
 
                         

Στέγη υπό πίεση (2)...

Το υψηλό κόστος στέγασης αποτελεί βασικό παράγοντα της πίεσης. Πάνω από ένας στους τέσσερις Έλληνες δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τα στεγαστικά έξοδα, ενώ περισσότεροι από ένας στους τρεις αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το ενεργειακό κόστος –το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της έρευνας. Παράλληλα, το 11% δαπανά πάνω από το μισό του εισόδημα για τη στέγη, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη συνολική ικανοποίηση: μόλις το 66% δηλώνει ικανοποιημένο από τη σημερινή στεγαστική του κατάσταση, έναντι 77% στην Ευρώπη.

Η οικονομική επιβάρυνση εξηγεί και την αυξημένη κινητικότητα. Το 20% των Ελλήνων σκοπεύει να μετακομίσει μέσα στον επόμενο χρόνο, ενώ το 36% θα εξέταζε σοβαρά τη μετανάστευση. Οι βασικότεροι λόγοι περιλαμβάνουν την ανάγκη για μεγαλύτερο χώρο, την αναζήτηση καλύτερης ποιότητας κατοικίας, τη μείωση του κόστους, τη μετακόμιση σε πιο ποιοτική περιοχή και πρακτικούς παράγοντες, όπως η εγγύτητα στην εργασία. Σε σχέση με την Ευρώπη, οι Έλληνες δίνουν σαφώς μεγαλύτερη έμφαση τόσο στη βελτίωση της ποιότητας κατοικίας όσο και στη μείωση των εξόδων.

                                                    

 

 

 

                                       

Αγορές εργασίας

 

Η δυσλειτουργική εφαρμογή του μηχανισμού μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες στερεί από την ελληνική οικονομία εισόδημα που υπολογίζεται μεταξύ 6 και 8 δισ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για έναν θεσμό που θεωρείται πλέον αναγκαίος, προκειμένου να καλυφθεί μέρος από τις περίπου 300.000 κενές θέσεις εργασίας που καταγράφονται σε βασικούς κλάδους, όπως οι κατασκευές, ο τουρισμός, η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή.

 

Όπως προκύπτει από μελέτη της WorkingGreece, της πλατφόρμας που διασυνδέει ελληνικές επιχειρήσεις με εργαζομένους από τρίτες χώρες, εάν η διαδικασία των μετακλήσεων λειτουργούσε απρόσκοπτα, χωρίς καθυστερήσεις και διοικητικά εμπόδια, θα είχε προσθέσει σημαντική αξία στο ΑΕΠ της χώρας. Παράλληλα, θα είχε ανοίξει τον δρόμο για την κάλυψη θέσεων όχι μόνο χαμηλής ειδίκευσης, αλλά και ρόλων που απαιτούν υψηλά προσόντα και εξειδικευμένες δεξιότητες.

 

Σήμερα, ωστόσο, η ολοκλήρωση μιας μετάκλησης απαιτεί από τρεις έως επτά μήνες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία μπορεί να φτάσει ακόμη και τους εννέα. Ακόμη όμως και μετά την άφιξη του εργαζομένου στην Ελλάδα, η ανάληψη εργασίας καθυστερεί περαιτέρω λόγω της χρονοβόρας έκδοσης ΑΜΚΑ, ΑΦΜ και άλλων απαραίτητων εγγράφων.

 

Με φόντο το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, το οποίο αναμένεται να δοθεί στη δημοσιότητα εντός Ιανουαρίου, η WorkInGreece.io, σε συνεργασία με την Πρεσβεία του Βιετνάμ, διοργάνωσε εκδήλωση με τη συμμετοχή επιχειρηματιών και νομικών, με στόχο την ανάδειξη των προβλημάτων και την κατάθεση προτάσεων ενόψει των επικείμενων αλλαγών. Η επιλογή της Πρεσβείας του Βιετνάμ μόνο τυχαία δεν ήταν, καθώς οι εργαζόμενοι από τη συγκεκριμένη χώρα συγκαταλέγονται ψηλά στις προτιμήσεις των Ελλήνων εργοδοτών, λόγω της εργασιακής πειθαρχίας, της συνέπειας, του χαμηλού προφίλ και της υψηλής προσαρμοστικότητας που επιδεικνύουν κατά την ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία.

 

Όπως ανέφερε η πρέσβης του Βιετνάμ, Pham Thi Thu Huong, από τα τέλη του 2023 περίπου 1.300 Βιετναμέζοι εργάζονται στην Ελλάδα, ενώ σε ετήσια βάση η χώρα εξάγει συνολικά 160.000 εργαζομένους. Σήμερα, περίπου 800.000 Βιετναμέζοι απασχολούνται σε 40 χώρες παγκοσμίως, καλύπτοντας περισσότερους από 30 επαγγελματικούς κλάδους. Το Βιετνάμ, όπως και η Ινδία και άλλες χώρες, βρίσκεται στους άμεσους στόχους της ελληνικής κυβέρνησης για τη σύναψη διμερών συμφωνιών μετάκλησης εργαζομένων.

 

Ο διευθύνων σύμβουλος της WorkingGreece, Βαγγέλης Κανελλόπουλος, υπογράμμισε ότι οι εργαζόμενοι από το Βιετνάμ μπορούν να καλύψουν θέσεις μεσαίας αλλά και υψηλής εξειδίκευσης, καθώς διαθέτουν δεξιότητες και ενσωματώνονται ομαλά στις τοπικές κοινωνίες. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η έννοια του «ανειδίκευτου εργάτη» έχει πλέον ξεπεραστεί, ενώ οι εργαζόμενοι από το Βιετνάμ δείχνουν ισχυρή διάθεση για συνεχή εκπαίδευση. Ήδη απασχολούνται σε κλάδους όπως η βιομηχανία, η φαρμακοβιομηχανία, τα νοσοκομεία, ο τουρισμός και η τεχνολογία. Τα βιετναμέζικα εργατικά χέρια, όπως σημείωσε, βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο, ενώ η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε βαθύ κοινωνικό πρόβλημα.

 

Ο ίδιος επισήμανε ότι οι καθυστερήσεις στη διαδικασία λειτουργούν αποτρεπτικά τόσο για τους υποψήφιους εργαζομένους –οι οποίοι έχουν εναλλακτικές επιλογές όπως η Ιαπωνία, η Πολωνία ή η Σιγκαπούρη– όσο και για τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες αδυνατούν να κάνουν αξιόπιστο προγραμματισμό. Απαντώντας στο ερώτημα για το κόστος της μετάκλησης, τόνισε ότι το πραγματικό κόστος είναι η απουσία εργαζομένου και η καθυστέρηση της παραγωγής. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο εργαζόμενος από τρίτη χώρα δεν αποτελεί φθηνή λύση, καθώς ένας υπεύθυνος εργοδότης αναλαμβάνει έξοδα στέγασης και σίτισης, ενώ οι αμοιβές καθορίζονται βάσει της ελληνικής νομοθεσίας και αυξάνονται ανάλογα με την εξειδίκευση. Τέλος, σημείωσε ότι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ελληνικό προξενείο στο Βιετνάμ, έχει επιτευχθεί σημαντική ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

 

Την πίεση που βιώνει ο επιχειρηματικός κόσμος περιέγραψε ο Δημοσθένης Κέγκος, από τον όμιλο Νιτσιάκος, τονίζοντας ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη συντηρητών, χειριστών μηχανημάτων και τεχνικών διαφόρων ειδικοτήτων. Όπως επεσήμανε, είναι απαραίτητο να αρθούν τα εμπόδια στην αναγνώριση επαγγελματικών αδειών και πιστοποιήσεων που έχουν αποκτηθεί στο εξωτερικό, ώστε να αξιοποιηθούν άμεσα τα προσόντα των εργαζομένων από το Βιετνάμ.

 

Από την πλευρά του, ο Δρ. Παναγιώτης Πασχαλάκης, της εταιρείας Quality & Reliability, αναφέρθηκε στις ελλείψεις υψηλής εξειδίκευσης που καταγράφονται στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σε τομείς όπως το λογισμικό, το engineering development, η κυβερνοασφάλεια, οι αυτοματισμοί και η τεχνητή νοημοσύνη. Όπως σημείωσε, οι ελλείψεις οφείλονται τόσο στο brain drain όσο και στη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, που δεν αφήνει χρόνο για επαρκή εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού, ενώ πολλοί Έλληνες ειδικοί επιλέγουν την εξ αποστάσεως εργασία για εταιρείες του εξωτερικού. Το Βιετνάμ, πρόσθεσε, διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό με τεχνική παράδοση, γλωσσικές δεξιότητες και ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα.

 

Τα οξυμένα προβλήματα του κατασκευαστικού κλάδου ανέδειξε ο Χριστόφορος Κωνσταντινίδης, αντιπρόεδρος του ΣΑΤΕ, σημειώνοντας ότι υπάρχει έλλειψη σιδεράδων, χειριστών μηχανημάτων, ηλεκτροσυγκολλητών και οδηγών, ενώ και οι μηχανικοί σπανίζουν, καθώς πολλοί επιλέγουν να εργαστούν στο εξωτερικό. Όπως τόνισε, απαιτείται ταχεία διαδικασία πιστοποίησης και αναγνώρισης επαγγελμάτων, από τον ανειδίκευτο εργάτη έως τον τοπογράφο, καθώς και ηλεκτρονική έκδοση του ΑΜΚΑ και επίλυση του ζητήματος μετακίνησης εργαζομένων μεταξύ εταιρειών.

 

Σημαντικές πτυχές ανέδειξε και η Άρτεμις Καραθανάση, δικηγόρος εκ μέρους της PwC, αναφερόμενη στη μετάκληση στελεχών υψηλής εξειδίκευσης που εργάζονται με τη λεγόμενη «μπλε κάρτα» της ΕΕ. Όπως εξήγησε, στο επίπεδο αυτό το μισθολογικό αποτελεί βασικό εμπόδιο, καθώς οι ετήσιες αμοιβές των ελληνικών επιχειρήσεων, που κυμαίνονται μεταξύ 25.000 και 45.000 ευρώ (με μέσο όρο τις 32.000), δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστικές για την προσέλκυση διεθνών ταλέντων. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη για πρόσθετα φορολογικά κίνητρα, πλήρη αυτοματοποίηση της έκδοσης ΑΦΜ και ΑΜΚΑ, καθώς και ανάπτυξη υβριδικών μοντέλων εργασίας.

 

Αναφερόμενη στις καθυστερήσεις, η Μαρία Ρηγάκη, δικηγόρος εκ μέρους της Ernst & Young, επισήμανε ότι η υποστελέχωση των προξενείων οδηγεί σε αδιαφάνεια και παράνομες πρακτικές. Όπως σημείωσε, είναι ανήθικο να ζητείται από ανθρώπους που μετακινούνται από την άλλη άκρη του κόσμου να πληρώνουν για να εργαστούν, ενώ όταν η διαδικασία εμφανίζεται ως «δωρεάν» συνήθως υποκρύπτονται ύποπτες πρακτικές. Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη για αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων και κατήγγειλε περιπτώσεις όπου, μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία, εργαζόμενοι δεν μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους λόγω μη αναγνώρισης αδειών. Τέλος, εξέφρασε την ελπίδα ότι η ηλεκτρονική έκδοση ΑΦΜ, που ήδη εφαρμόζεται, θα επεκταθεί και στον ΑΜΚΑ και στα υπόλοιπα πιστοποιητικά.

 

Κλείνοντας, ο Δρ. Βασίλης Παυλόπουλος, καθηγητής Διαπολιτισμικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο ΕΚΠΑ, επισήμανε ότι οι εργαζόμενοι που προσαρμόζονται ευκολότερα στις τοπικές κοινωνίες και έχουν προοπτική μόνιμης εγκατάστασης είναι όσοι διαθέτουν προηγούμενη εμπειρία μετανάστευσης ή μετακινούνται μαζί με συγγενείς και φίλους. Όπως ανέφερε, η εργασία αποτελεί βασικό πυλώνα ένταξης και την πιο ισχυρή βάση για ουσιαστική κοινωνική ενσωμάτωση στο νέο περιβάλλον.

 

 

                          

 

Μισός αιώνας αποταμίευσης για να ανέβει κανείς από τη μεσαία τάξη

 

Μια νέα έρευνα του βρετανικού think tank Resolution Foundation αποκαλύπτει ότι ο μέσος εργαζόμενος στη Βρετανία θα χρειάζονταν σχεδόν μια ολόκληρη ζωή, ή συγκεκριμένα 52 χρόνια, για να συγκεντρώσει το ποσό των 1,3 εκατομμυρίων λιρών (περίπου 1,7 εκατ. δολάρια) που απαιτείται για να μετακινηθεί από τη μεσαία τάξη στην κορυφή του πλουσιότερου 10% της κοινωνίας. Το παραπάνω υποθέτει ότι όλος ο μισθός θα αποταμιευόταν, χωρίς καθόλου έξοδα, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατο τον στόχο για έναν τυπικό εργαζόμενο.

 

Η έκθεση τονίζει ότι η κοινωνική κινητικότητα στη Βρετανία είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Όσοι ξεκινούν τη ζωή τους πλούσιοι έχουν υψηλές πιθανότητες να παραμείνουν πλούσιοι, ενώ όσοι γεννιούνται στην εργατική τάξη βλέπουν τις πιθανότητές τους να συγκεντρώσουν πλούτο να μειώνονται ακόμα περισσότερο. Σύμφωνα με την ανώτερη οικονομολόγο της Resolution Foundation, Molly Broome, ακόμη και οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης που αποταμιεύουν όλα τους τα έσοδα καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας τους δεν μπορούν να φτάσουν στην κορυφή της οικονομικής κλίμακας.

 

Η έκθεση επισημαίνει ότι η κύρια αιτία της αύξησης της ανισότητας είναι τα παθητικά εισοδήματα, δηλαδή οι αποδόσεις από επενδύσεις, ακίνητα και συνταξιοδοτικά ταμεία, που έχουν δώσει σημαντικό πλεονέκτημα στους ήδη πλούσιους από το 2010 και μετά.

 

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στη Βρετανία. Στις ΗΠΑ, οι εργαζόμενοι θα χρειάζονταν περίπου 70 χρόνια αποταμίευσης για να φτάσουν στο επίπεδο του πλούτου που τους επιτρέπει να θεωρηθούν οικονομικά ανεξάρτητοι. Παράλληλα, η αύξηση του κόστους ζωής και η πίεση που ασκεί ο πληθωρισμός, σε συνδυασμό με μια αγορά εργασίας που αντιμετωπίζει πρωτοφανείς προκλήσεις και τη ραγδαία διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης, δυσχεραίνουν περαιτέρω τη δυνατότητα των εργαζομένων να συγκεντρώσουν πλούτο.

 

Σύμφωνα με έρευνες στις ΗΠΑ, οι εργαζόμενοι χρειάζονται τουλάχιστον 2,3 εκατομμύρια δολάρια για να θεωρηθούν «πλούσιοι», ποσό αυξημένο κατά 100.000 δολάρια σε σχέση με πριν από δύο χρόνια. Για να επιτευχθεί το παραδοσιακό Αμερικανικό Όνειρο, που περιλαμβάνει σπίτι στα προάστια, δύο παιδιά, ετήσιες διακοπές και ένα νέο αυτοκίνητο, η απαιτούμενη αξία φτάνει τα 4,4 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια περισσότερα από όσα οι περισσότεροι Αμερικανοί θα βγάλουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

 

Με το μέσο εβδομαδιαίο εισόδημα των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης να ανέρχεται στα 1.214 δολάρια, υπολογίζεται ότι θα χρειάζονταν 36 χρόνια πλήρους εργασίας για να συγκεντρωθούν τα 2,3 εκατομμύρια δολάρια που απαιτούνται για να θεωρηθεί κάποιος οικονομικά άνετος, χωρίς καν να υπολογιστούν τα έξοδα ζωής. Ακόμα και τότε, θα έμεναν άλλα 2,1 εκατομμύρια δολάρια για να μπορέσει κάποιος να πραγματοποιήσει το πλήρες Αμερικανικό Όνειρο.

 

 
 
  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum