| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 11/09/26

                                 

 

Ελλάδα: Το επενδυτικό χάσμα παραμένει – 4,4 μονάδες του ΑΕΠ κάτω από την Ευρώπη

 

Παρά τη σημαντική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα μεγάλο επενδυτικό έλλειμμα, το οποίο αποτελεί μία από τις βασικότερες προκλήσεις για την παραγωγικότητα, τους μισθούς και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της οικονομίας.

 

Σύμφωνα με νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου έφτασαν το 2025 στο 16,88% του ΑΕΠ, από μόλις 10,97% το 2019. Παρά τη μεγάλη αυτή βελτίωση, το ποσοστό παραμένει αισθητά χαμηλότερο από το 21,32% του ΑΕΠ στην ΕΕ-27.

 

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα εξακολουθεί να επενδύει περίπου 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ λιγότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ απέχει ακόμη περισσότερο από τα επίπεδα επενδύσεων που καταγράφονταν πριν από την κρίση.

 

Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στις επιχειρήσεις

 

Το ενδιαφέρον στοιχείο της μελέτης είναι ότι η Ελλάδα δεν εμφανίζει σημαντική υστέρηση στις δημόσιες επενδύσεις.

 

Το 2024 οι δημόσιες επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 3,71% του ΑΕΠ, έναντι 3,68% στην ΕΕ-27.

 

Η μεγάλη απόσταση βρίσκεται στον ιδιωτικό τομέα και κυρίως στις επιχειρήσεις. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις διαμορφώθηκαν μόλις στο 8,48% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 έφτασαν το 12,69%.

 

Πρόκειται μάλιστα για ένα πρόβλημα που δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά κατά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης. Η χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων είχε εμφανιστεί και νωρίτερα, γεγονός που δείχνει ότι το επενδυτικό χάσμα έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.

 

Γιατί το επενδυτικό έλλειμμα έχει σημασία

 

Η χαμηλή επενδυτική δαπάνη δεν αποτελεί απλώς έναν μακροοικονομικό δείκτη. Επηρεάζει άμεσα την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.

 

Όταν οι επιχειρήσεις επενδύουν λιγότερο σε μηχανήματα, εξοπλισμό, τεχνολογία και παραγωγικές εγκαταστάσεις, περιορίζεται η δυνατότητά τους να αυξήσουν την παραγωγή και την παραγωγικότητα.

 

Αυτό με τη σειρά του επηρεάζει και τους μισθούς. Μια οικονομία που δεν αυξάνει επαρκώς το παραγωγικό της κεφάλαιο δυσκολεύεται να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και να στηρίξει διατηρήσιμες αυξήσεις εισοδημάτων.

 

Το ίδιο ισχύει και για την ανταγωνιστικότητα. Οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να ανταγωνιστούν διεθνείς εταιρείες οι οποίες επενδύουν περισσότερο σε τεχνολογία, αυτοματοποίηση, έρευνα και ανάπτυξη.

 

                                                   

 

Μεγάλο κενό σε κατοικίες και κατασκευές

 

Ιδιαίτερα έντονη είναι η απόσταση και στις επενδύσεις που συνδέονται με την κατοικία.

 

Το 2024 οι επενδύσεις σε κατοικίες αντιστοιχούσαν μόλις στο 2,56% του ΑΕΠ, έναντι 5,09% στην ΕΕ-27.

 

Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στις λοιπές κατασκευές, όπου το ποσοστό στην Ελλάδα ήταν 3,98%, έναντι 5,57% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Η υστέρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει έντονη στεγαστική κρίση. Η περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση, έχει οδηγήσει σε σημαντικές πιέσεις στις τιμές πώλησης και στα ενοίκια. Το ίδιο το ΚΕΦΙΜ έχει επισημάνει ότι η στεγαστική πίεση συνδέεται με μια δομική ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης, μετά από μια μακρά περίοδο χαμηλών επενδύσεων στην κατοικία.

 

Επομένως, η αύξηση των επενδύσεων στην κατοικία δεν αφορά μόνο την οικοδομή. Αφορά άμεσα την προσφορά κατοικιών και το κόστος στέγασης για τα νοικοκυριά και ιδιαίτερα για τους νέους.

 

Η μεγάλη πρόκληση είναι το άυλο κεφάλαιο

 

Ακόμη πιο κρίσιμο για τη μελλοντική παραγωγικότητα είναι το χάσμα στις επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο.

 

Οι επενδύσεις σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας, όπου περιλαμβάνονται το λογισμικό και η έρευνα και ανάπτυξη, διαμορφώθηκαν το 2024 στο 2,80% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,14% στην ΕΕ-27.

 

Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της επόμενης ημέρας.

 

Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση, το cloud, τα δεδομένα και γενικότερα ο ψηφιακός μετασχηματισμός απαιτούν σημαντικές επενδύσεις σε λογισμικό, τεχνογνωσία και έρευνα. Εάν η Ελλάδα παραμείνει πίσω σε αυτούς τους τομείς, υπάρχει κίνδυνος να περιοριστεί η παραγωγικότητα της οικονομίας ακριβώς τη στιγμή που η τεχνολογική αλλαγή επιταχύνεται.

 

Υπάρχει πάντως και μια θετική εξαίρεση. Οι επενδύσεις σε εξοπλισμό πληροφορικής και επικοινωνιών έφτασαν το 2024 στο 1,51% του ΑΕΠ, περισσότερο από διπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που διαμορφώθηκε στο 0,70%.

 

Από την ανάκαμψη στην επόμενη φάση

 

Η αύξηση των συνολικών επενδύσεων από το 10,97% του ΑΕΠ το 2019 στο 16,88% το 2025 αποτελεί σαφή βελτίωση. Δεν αρκεί όμως για να καλυφθεί το χάσμα.

 

Το επόμενο στάδιο της ελληνικής οικονομίας απαιτεί περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις, και κυρίως επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα.

 

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να επενδύονται περισσότερα κεφάλαια, αλλά να κατευθύνονται σε τομείς που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγική δυναμικότητα της χώρας: επιχειρηματικό εξοπλισμό, υποδομές, κατοικίες, λογισμικό, έρευνα, καινοτομία και νέες τεχνολογίες.

 

Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς σταδιακά περιορίζεται η ώθηση από τους ευρωπαϊκούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Η διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης θα απαιτεί όλο και περισσότερο ιδιωτικό κεφάλαιο και όχι μόνο δημόσια χρηματοδότηση.

 

Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία

 

Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα από τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα επενδύσεων της προηγούμενης δεκαετίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι εξακολουθεί να απέχει περίπου 4,4 μονάδες του ΑΕΠ από την Ευρώπη δείχνει ότι η επενδυτική ανάκαμψη δεν έχει ολοκληρωθεί.

 

Το σημαντικότερο, όμως, είναι η σύνθεση του κενού.

 

Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες επενδύσεις. Χρειάζεται περισσότερες επιχειρηματικές επενδύσεις, περισσότερες κατοικίες και πολύ μεγαλύτερη επένδυση στη γνώση και την τεχνολογία.

 

Γιατί τελικά το επενδυτικό χάσμα μεταφράζεται σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: χαμηλότερη παραγωγικότητα, χαμηλότερους μισθούς, λιγότερες ευκαιρίες και βραδύτερη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Η κάλυψή του, επομένως, δεν είναι απλώς ένας στόχος οικονομικής πολιτικής. Είναι ίσως η βασικότερη προϋπόθεση ώστε η σημερινή ανάπτυξη να μετατραπεί σε διατηρήσιμη αύξηση του βιοτικού επιπέδου.

                                       

                                       

 

                                    

 

Σουηδία: Το πείραμα με τον ΦΠΑ στα τρόφιμα δείχνει τον δρόμο – Έπεσαν οι τιμές και αυξήθηκαν οι πωλήσεις

 

Μπορεί μια μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα να φτάσει πραγματικά στον καταναλωτή ή τελικά το όφελος να απορροφηθεί από την εφοδιαστική αλυσίδα και τις επιχειρήσεις; Η Σουηδία αποφάσισε να δώσει μια πρακτική απάντηση στο ερώτημα, εφαρμόζοντας από την 1η Απριλίου 2026 σημαντική μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα.

 

Το σουηδικό κοινοβούλιο ενέκρινε στις 25 Φεβρουαρίου την προσωρινή μείωση του συντελεστή από 12% σε 6%, με το μέτρο να έχει προγραμματιστεί να ισχύσει έως το τέλος του 2027.

 

Τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν μόλις δύο μήνες, επομένως δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα για τη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της πολιτικής. Ωστόσο, προσφέρουν μια αρκετά καθαρή πρώτη εικόνα για τρία κρίσιμα ζητήματα: τη μετακύλιση της μείωσης στις τιμές, την αντίδραση της κατανάλωσης και τις επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα.

 

Οι τιμές έπεσαν σχεδόν αμέσως

 

Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση του ΦΠΑ φαίνεται να πέρασε σε μεγάλο βαθμό στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.

 

Πριν από την εφαρμογή του μέτρου, οι τιμές των τροφίμων στη Σουηδία είχαν αυξηθεί στους 26 από τους προηγούμενους 27 μήνες. Από τον Απρίλιο, όμως, η τάση άλλαξε απότομα.

 

Οι τιμές τροφίμων μειώθηκαν κατά 5,1% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο και η πτώση ενισχύθηκε στο 5,6% τον Μάιο.

 

Η μεταβολή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μείωση του ΦΠΑ κατά έξι ποσοστιαίες μονάδες αντιστοιχεί, σε περίπτωση πλήρους μετακύλισης, σε περίπου 5,4% χαμηλότερες τελικές τιμές.

 

Η εικόνα των στοιχείων δείχνει επομένως ότι η μετακύλιση ήταν σχεδόν πλήρης.

 

Η Σουηδία βρέθηκε έτσι τον Μάιο στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τη μείωση των τιμών τροφίμων. Την ίδια περίοδο, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 1,5% στην ΕΕ και κατά 3,3% στην Ελλάδα.

 

Η διαφορά είναι εντυπωσιακή: ενώ στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές οι τιμές συνέχισαν να αυξάνονται, στη Σουηδία κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση.

 

Μεγαλύτερη η επίδραση στα επεξεργασμένα τρόφιμα

 

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα επιμέρους προϊόντα.

 

Τα επεξεργασμένα τρόφιμα παρουσίασαν τον Μάιο πτώση τιμών 6,9%, έναντι αύξησης μόλις 0,6% στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα η μείωση ήταν μικρότερη, περίπου 2,6%, την ώρα που στην ΕΕ οι αντίστοιχες τιμές αυξήθηκαν κατά 3,5%.

 

Η διαφορά μπορεί να συνδέεται με τη δομή της αγοράς. Τα επεξεργασμένα προϊόντα περνούν σε μεγάλο βαθμό μέσα από μεγάλες αλυσίδες λιανικής, όπου ο ανταγωνισμός είναι εντονότερος και η πίεση για μετακύλιση του φορολογικού οφέλους στις τελικές τιμές μεγαλύτερη.

 

Το σουηδικό παράδειγμα, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, έρχεται έτσι να αμφισβητήσει το επιχείρημα ότι μια μείωση του ΦΠΑ είναι καταδικασμένη να χαθεί πριν φτάσει στον καταναλωτή.

 

                                 

 

Η κατανάλωση αντέδρασε θετικά

 

Η δεύτερη σημαντική εξέλιξη αφορά τις πωλήσεις.

 

Η πτώση των τιμών συνοδεύτηκε από αύξηση του όγκου των πωλήσεων τροφίμων. Τον Απρίλιο η άνοδος έφτασε το 2,1% σε ετήσια βάση, ενώ τον Μάιο επιταχύνθηκε στο 3,8%.

 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η αντίστοιχη αύξηση ήταν μόλις 0,2%.

 

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή πρόκειται για δείκτη όγκου και όχι απλώς για την ονομαστική αξία των πωλήσεων. Με άλλα λόγια, η αύξηση αντανακλά μεγαλύτερη πραγματική κατανάλωση και δεν οφείλεται μόνο σε υψηλότερες τιμές.

 

Η εξέλιξη είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εάν εξεταστεί σε σχέση με την πορεία των προηγούμενων ετών.

 

Με βάση το 2021 ως 100, ο δείκτης όγκου των πωλήσεων τροφίμων παρέμενε κάτω από το 98 από το 2024 και μετά. Η αγορά δεν είχε δηλαδή επιστρέψει στα επίπεδα του 2021.

 

Μετά την εφαρμογή της μείωσης του ΦΠΑ, ο δείκτης ανέβηκε στο 99,4, πλησιάζοντας πλέον τα επίπεδα του 2021.

 

Εάν η τάση συνεχιστεί, η σουηδική αγορά τροφίμων θα μπορούσε να ξεπεράσει σύντομα τα επίπεδα κατανάλωσης του 2021, κάτι που δεν είχε συμβεί κατά την περίοδο του υψηλού πληθωρισμού.

    

                                     

 

Αύξηση και στον καθαρό τζίρο

 

Η θετική εικόνα δεν περιορίστηκε στον όγκο των πωλήσεων.

 

Ο καθαρός κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου τροφίμων, δηλαδή η αξία των πωλήσεων χωρίς τον ΦΠΑ, αυξήθηκε κατά 2% τον Απρίλιο και κατά 3,7% τον Μάιο.

 

Έτσι ανακόπηκε η πτωτική τάση που είχε εμφανιστεί στη διάρκεια του 2025.

 

Με βάση το 2021, ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 117,6 το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου, έναντι 113 τον Μάρτιο.

 

Αυτό σημαίνει ότι η μείωση του φορολογικού συντελεστή δεν φαίνεται να λειτούργησε μόνο ως μέσο συγκράτησης των τιμών, αλλά συνέπεσε και με ενίσχυση της δραστηριότητας στην αγορά.

 

Τι κόστισε στο Δημόσιο;

 

Το τρίτο ερώτημα αφορά φυσικά τα κρατικά έσοδα.

 

Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ακόμη να υπολογιστεί με ακρίβεια το δημοσιονομικό κόστος αποκλειστικά για τα τρόφιμα, καθώς τα στοιχεία ΦΠΑ αφορούν το σύνολο της οικονομίας.

 

Ωστόσο, στο δίμηνο Απριλίου-Μαΐου τα έσοδα από ΦΠΑ εμφανίζονται μειωμένα μόλις κατά 0,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

 

Η εικόνα αυτή είναι μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένη, αν και απαιτείται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να αποτυπωθεί το πλήρες δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

 

Άλλωστε, ο ΦΠΑ αποδίδεται στο Δημόσιο με χρονική υστέρηση, ενώ η μείωση αφορά συγκεκριμένα τον κλάδο των τροφίμων και όχι το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.

 

Τι δείχνει το σουηδικό πείραμα

 

Δύο μήνες ασφαλώς δεν αρκούν για να κριθεί μια φορολογική πολιτική που έχει σχεδιαστεί να διαρκέσει σχεδόν δύο χρόνια.

 

Μπορεί να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τις τιμές, από τις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών μέχρι τις εμπορικές πολιτικές των αλυσίδων λιανικής. Επιπλέον, τα πρώτα στατιστικά στοιχεία είναι προσωρινά και ενδέχεται να αναθεωρηθούν.

 

Ωστόσο, η πρώτη εικόνα είναι αρκετά σαφής.

 

Η μείωση του ΦΠΑ στη Σουηδία μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στις τελικές τιμές, η κατανάλωση ενισχύθηκε και η μέχρι στιγμής απώλεια εσόδων για το Δημόσιο εμφανίζεται περιορισμένη.

 

Το σουηδικό παράδειγμα αποκτά έτσι ιδιαίτερο ενδιαφέρον για χώρες που αντιμετωπίζουν επίμονο πρόβλημα ακρίβειας στα τρόφιμα.

 

Δεν σημαίνει ότι η οριζόντια μείωση του ΦΠΑ αποτελεί παντού και πάντα την καλύτερη λύση. Δείχνει όμως ότι, σε μια ανταγωνιστική αγορά, το επιχείρημα πως το φορολογικό όφελος αναγκαστικά θα χαθεί στην εφοδιαστική αλυσίδα δεν επιβεβαιώνεται από τα πρώτα διαθέσιμα δεδομένα.

 

Εάν η τάση διατηρηθεί και τους επόμενους μήνες, η σουηδική εμπειρία θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό επιχείρημα στη συζήτηση για το εάν η μείωση του ΦΠΑ μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό εργαλείο κατά της ακρίβειας.

                                               

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum