|
00:01 -
19/02/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Από την κυριαρχία της
ιδιοκτησίας στη διεύρυνση της ενοικίασης: Τι αποκαλύπτουν τα
νέα στοιχεία για τη στέγαση στην Ελλάδα
Πίσω από τα
πρόσφατα δεδομένα της
Eurostat για το 2024 αποτυπώνεται μια βαθιά μεταβολή
στο στεγαστικό τοπίο της Ελλάδας. Για πρώτη φορά, το ποσοστό
των πολιτών που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία
ανέρχεται στο 30,3% του συνολικού πληθυσμού — το υψηλότερο
επίπεδο που έχει καταγραφεί στη χώρα.
Σε σύγκριση με το
2010, πρόκειται για αύξηση κατά περίπου 33% στον αριθμό όσων
έχουν μετακινηθεί από την ιδιοκτησία στην ενοικίαση. Με βάση
και τα στοιχεία της απογραφής του 2021, αυτό μεταφράζεται σε
περίπου 720.000 περισσότερους ενοικιαστές σε σχέση με το
έτος-ορόσημο της ιδιοκατοίκησης, όταν η Ελλάδα κατείχε ένα
από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.
Το 2010, η
ιδιοκατοίκηση έφθανε στο 77,2%. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα,
το ποσοστό έχει περιοριστεί στο 69,7%, πλησιάζοντας πλέον
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 68%. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί
σαφή ανατροπή μιας μακροχρόνιας παράδοσης, καθώς η Ελλάδα —
όπως και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου — χαρακτηριζόταν
διαχρονικά από έντονη κουλτούρα κατοχής κατοικίας.
Στη διάρκεια της
δεκαετίας του 2000, και ιδιαίτερα πριν από την κρίση, η
εκρηκτική ανάπτυξη της στεγαστικής πίστης είχε ενισχύσει την
ιδιοκτησία. Οι τράπεζες παρείχαν ευρεία χρηματοδότηση, συχνά
καλύπτοντας ακόμη και το σύνολο της αξίας ενός ακινήτου, ενώ
σε αρκετές περιπτώσεις εγκρίνονταν και πρόσθετα δάνεια για
ανακαινίσεις, ακόμη και σε νεόδμητα σπίτια. Ως αποτέλεσμα,
το ποσοστό των ενοικιαστών είχε υποχωρήσει τότε στο 22,8%,
καθώς η αγορά κατοικίας αποτελούσε την κυρίαρχη επιλογή.
Η οικονομική κρίση
ανέτρεψε αυτή την εικόνα. Μετά το 2009, οι τιμές των
ακινήτων ακολούθησαν πολυετή καθοδική πορεία έως το 2017.
Στο μεταίχμιο αυτής της περιόδου, και συγκεκριμένα το 2019,
σημειώθηκε πρόσκαιρη ενίσχυση της ιδιοκατοίκησης στο 75,4%,
κυρίως χάρη σε αγορές από όσους διέθεταν επαρκή ρευστότητα
και εκμεταλλεύτηκαν τις χαμηλές αποτιμήσεις.
Η ανάκαμψη,
ωστόσο, δεν είχε διάρκεια. Η συστηματική διαχείριση των μη
εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως μετά τη μεταβίβαση
χαρτοφυλακίων σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων την
περίοδο 2017–2019, οδήγησε σε μαζικές ρυθμίσεις. Σε αρκετές
περιπτώσεις, νοικοκυριά αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις
υποχρεώσεις τους ή προχώρησαν σε πώληση και εκχώρηση της
κατοικίας τους, περνώντας έτσι στην κατηγορία των
ενοικιαστών.
|
|
|
|
|
|
|

.... συνέχεια ....
|
|
Την ίδια στιγμή, η
αύξηση του ποσοστού ενοικίασης συνοδεύεται από επιδείνωση
των συνθηκών διαβίωσης. Ο δείκτης συνωστισμού (overcrowding
rate), όπως ορίζεται από τη
Eurostat, αποτυπώνει το ποσοστό όσων κατοικούν σε
ακίνητα με λιγότερα δωμάτια από τα προβλεπόμενα για τις
ανάγκες του νοικοκυριού — δηλαδή λιγότερο από ένα δωμάτιο
ανά ενήλικα ή ζευγάρι και ένα ανά ζευγάρι παιδιών έως 12
ετών.
Στο τέλος του
2024, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 24,4% των ενοικιαστών
διαμένει σε κατοικίες μικρότερες από το θεωρητικά επαρκές
μέγεθος — περίπου ένας στους τέσσερις. Στην Ελλάδα, το
αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 33%, πράγμα που σημαίνει ότι
ένας στους τρεις ενοικιαστές ζει σε συνθήκες που θεωρούνται
ανεπαρκείς ως προς τον διαθέσιμο χώρο.
Αξιοσημείωτο είναι
ότι το ποσοστό αυτό παραμένει σχεδόν αμετάβλητο από το 2014.
Ωστόσο, η στασιμότητα δεν μπορεί να εκληφθεί ως θετική
εξέλιξη, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι στο μεσοδιάστημα η
ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει σε αναπτυξιακή τροχιά και
έχει εξέλθει από τη βαθιά ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας.
Τα στοιχεία
σκιαγραφούν, τελικά, μια ουσιαστική μετατόπιση του
στεγαστικού μοντέλου της χώρας: από την κυριαρχία της
ιδιοκατοίκησης σε μια πιο επισφαλή και επιβαρυμένη
πραγματικότητα ενοικίασης, με έντονες κοινωνικές και
οικονομικές προεκτάσεις.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στο στόχαστρο οι αναρρωτικές άδειες στη Γερμανία &
Οι αναφορές στους εργατικούς Έλληνες
Ενώ άλλοι «καίνε»
τις νύχτες του Σαββάτου, ο καγκελάριος της
Γερμανίας,
Φρίντριχ Μερτς,
φαίνεται αποφασισμένος να ανάψει φωτιές σε ένα πολύ πιο
γήινο πεδίο: στις αναρρωτικές άδειες.
Ο ηγέτης των
Χριστιανοδημοκρατών καλεί τους εργαζόμενους να περιορίσουν
τις απουσίες λόγω ασθένειας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η
κουλτούρα της συχνής αναρρωτικής επιβαρύνει την οικονομία.
Σε ορισμένες τοποθετήσεις του, μάλιστα, έχει θέσει το
ερώτημα αν θα μπορούσαν να υπάρξουν κίνητρα ώστε οι πολίτες
να παραμένουν ενεργοί επαγγελματικά ακόμη και όταν
αντιμετωπίζουν ήπια προβλήματα υγείας.
Για να ενισχύσει
το επιχείρημά του, επικαλείται συχνά την
Ελλάδα, η οποία από
παράδειγμα δημοσιονομικής εκτροπής μετατράπηκε –κατά το
αφήγημα– σε υπόδειγμα πειθαρχίας. Οι Έλληνες εργαζόμενοι
παρουσιάζονται ως πιο «ανθεκτικοί», με περιορισμένες ημέρες
αναρρωτικής άδειας και υψηλή αντοχή σε απαιτητικά ωράρια.
Πολιτική πίεση για
περισσότερη εργασία
Η ρητορική του
Μερτς δεν είναι καινούργια. Κατά καιρούς έχει ασκήσει
κριτική τόσο στις αναρρωτικές όσο και στις ημέρες αργίας.
Στο πλευρό του βρίσκονται ισχυροί επιχειρηματικοί φορείς,
που υποστηρίζουν ότι η χώρα χρειάζεται να επανασυνδεθεί με
την παραδοσιακή εργασιακή ηθική, προκειμένου να διατηρήσει
το επίπεδο ευημερίας της.
Σε προεκλογική του
ομιλία στο κρατίδιο της
Βάδη-Βυρτεμβέργης, ανέφερε ότι οι εργαζόμενοι στη
Γερμανία λαμβάνουν κατά μέσο όρο 14,5 εργάσιμες ημέρες
αναρρωτικής άδειας τον χρόνο, έναντι περίπου οκτώ ημερών
στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με αναφορές του
Politico, διερωτήθηκε
αν είναι πράγματι αναγκαίο να χάνονται σχεδόν τρεις
εβδομάδες εργασίας ετησίως λόγω ασθένειας, επισημαίνοντας
ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία χρειάζεται υψηλότερες
επιδόσεις.
Η πρόταση για
«ημέρα αναμονής»
Οι ιδέες για
περιορισμό των αναρρωτικών δεν προέρχονται μόνο από την
πολιτική ηγεσία. Ο Oliver
Bäte, διευθύνων σύμβουλος της
Allianz, έχει
προτείνει να θεσπιστεί «ημέρα αναμονής», κατά την οποία η
πρώτη ημέρα ασθένειας δεν θα αμείβεται. Κατά την άποψή του,
το μέτρο αυτό θα απέτρεπε καταχρήσεις και θα εξοικονομούσε
σημαντικούς πόρους για τις επιχειρήσεις.
Παρόμοια πρακτική
ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο,
όπου οι εργαζόμενοι δεν αποζημιώνονται για τις πρώτες ημέρες
ασθένειας και στη συνέχεια λαμβάνουν περιορισμένη
αποζημίωση.
Ωστόσο, οι
επικριτές προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε
να ενθαρρύνει την παρουσία ασθενών στον χώρο εργασίας, με
κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια.
Το σκανδιναβικό
μοντέλο
Ως πιο
ισορροπημένη λύση προτείνεται η υιοθέτηση ευέλικτων
σχημάτων, όπως αυτά που εφαρμόζονται στη
Σουηδία. Εκεί, ο
εργοδότης καλύπτει το 80% του μισθού για τις πρώτες δύο
εβδομάδες ασθένειας και το υπόλοιπο το αναλαμβάνει ο
ασφαλιστικός φορέας, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα μερικής
απασχόλησης όταν ο εργαζόμενος είναι «μερικώς ικανός» να
εργαστεί.
Ιστορική παράδοση
και σύγχρονες πιέσεις
Σε ανάλυσή του, ο
The Economist
σημειώνει ότι η Γερμανία υπήρξε πρωτοπόρος στην κοινωνική
προστασία ήδη από το 1883, όταν ο
Ότο φον Μπίσμαρκ
καθιέρωσε το πρώτο υποχρεωτικό σύστημα ασφάλισης υγείας. Το
πλαίσιο αυτό εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο γενναιόδωρους
μηχανισμούς πρόνοιας διεθνώς.
Σήμερα, ωστόσο, η
γενναιοδωρία αυτή αμφισβητείται. Ο επικεφαλής της
Mercedes-Benz,
Ola Källenius, έχει
επισημάνει ότι οι αυξημένες απουσίες επιβαρύνουν σημαντικά
τις επιχειρήσεις, ιδίως σε περιβάλλον ύφεσης, υψηλού
ενεργειακού κόστους και διεθνών εμπορικών εντάσεων. Το
συνολικό κόστος των αναρρωτικών αδειών σχεδόν διπλασιάστηκε
την περίοδο 2010–2023, φτάνοντας τα 76,7 δισ. ευρώ.
Μετά την πανδημία,
η δυνατότητα έκδοσης ιατρικής βεβαίωσης ακόμη και τηλεφωνικά
διευκόλυνε τη διαδικασία – εξέλιξη που, κατά τον Μερτς,
ενδέχεται να έχει οδηγήσει σε καταχρήσεις.
Τι δείχνουν τα
στοιχεία του ΟΟΣΑ
Σύμφωνα με τα
δεδομένα του ΟΟΣΑ, οι Έλληνες εργαζόμενοι πλήρους
απασχόλησης λαμβάνουν κατά μέσο όρο μόλις 0,2 εβδομάδες
αναρρωτικής άδειας τον χρόνο (περίπου 1,4 ημέρες), με
χαμηλότερη επίδοση μόνο τη
Ρουμανία.
Στη Γερμανία, οι
αναρρωτικές φτάνουν τις 3,6 εβδομάδες ετησίως. Παρ’ όλα
αυτά, υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη
Γαλλία (4,1
εβδομάδες) και κυρίως στη
Νορβηγία, όπου ο μέσος όρος αγγίζει τις 5,9
εβδομάδες.
Η αντιπαράθεση,
επομένως, δεν περιορίζεται σε συγκρίσεις αριθμών. Αγγίζει
τον πυρήνα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και το ερώτημα
πόση προστασία μπορεί –ή θέλει– να αντέξει η οικονομία.
|
|
|
|
|
|
|
|

Από την ιδιοκατοίκηση στο χρηματιστήριο: Η νέα
στρατηγική πλούτου των νέων Αμερικανών
Μια γενιά που
δυσκολεύεται να αποκτήσει δικό της σπίτι στρέφεται όλο και
περισσότερο στις αγορές κεφαλαίου ως εναλλακτικό μονοπάτι
συσσώρευσης πλούτου. Τα στοιχεία του JPMorgan Chase
Institute δείχνουν ότι το ποσοστό των 25-39 ετών που
πραγματοποιούν ετήσιες μεταφορές σε επενδυτικούς
λογαριασμούς υπερτριπλασιάστηκε την περίοδο 2013-2023,
φτάνοντας το 14,4%, με ρυθμό ανόδου υψηλότερο από εκείνον
των μεγαλύτερων ηλικιών. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η
άνοδος στους 26χρονους: το ποσοστό όσων είχαν επενδύσει
κεφάλαια από τα 22 τους αυξήθηκε από 8% το 2015 σε 40% έως
τον Μάιο του 2025.
Ο George Eckerd,
διευθυντής έρευνας για τον πλούτο και τις αγορές στο
ινστιτούτο, επισημαίνει ότι η αύξηση είναι ισχυρότερη του
αναμενομένου, ιδίως μεταξύ ατόμων που υπό άλλες συνθήκες θα
βρίσκονταν στην αγορά πρώτης κατοικίας. Παρότι υπάρχει
επικάλυψη ανάμεσα σε επενδυτές και ιδιοκτήτες, η ενίσχυση
της επενδυτικής δραστηριότητας σε νεότερους και χαμηλότερου
εισοδήματος πολίτες, την ώρα που οι αγορές κατοικιών
υποχωρούν, μετατοπίζει το κέντρο βάρους της δημιουργίας
πλούτου προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η άνοδος των
χρηματιστηρίων – με τον Dow
Jones Industrial Average να ξεπερνά πρόσφατα για
πρώτη φορά τις 50.000 μονάδες – καθώς και η ευκολία
πρόσβασης μέσω ψηφιακών πλατφορμών συναλλαγών, λειτουργούν
ως επιπλέον κίνητρα για τη νέα γενιά επενδυτών.
Η 23χρονη
Helen Bovington, που
νοικιάζει στο Μανχάταν, δηλώνει ότι αισθάνεται μεγαλύτερη
ασφάλεια επενδύοντας παρά κατέχοντας ακίνητο. Έχει
συγκεντρώσει περίπου 30.000 δολάρια σε έξι χρόνια,
επενδύοντας σε κεφάλαιο που αποκλείει εταιρείες ορυκτών
καυσίμων, και πιστεύει στη δύναμη του ανατοκισμού: με ετήσια
απόδοση 10%, το ποσό αυτό θα μπορούσε να υπερβεί το 1 εκατ.
δολάρια μέχρι τα 60 της.
Ανάλυση της
Moody's Analytics για
τη The Wall Street Journal
ενισχύει αυτό το επιχείρημα, υπό συγκεκριμένες παραδοχές. Σε
υποθετικό σενάριο 30 ετών, με εισόδημα 150.000 δολαρίων,
αγορά κατοικίας 500.000 δολαρίων (20% προκαταβολή, επιτόκιο
6,25%) και μηνιαίο κόστος 3.546 δολάρια, ο ιδιοκτήτης θα
κατέληγε με καθαρή περιουσία 1,62 εκατ. δολάρια, υποθέτοντας
ετήσια αύξηση αξίας 4%. Αντίθετα, ο ενοικιαστής που θα
πλήρωνε 2.500 δολάρια (με ετήσια αύξηση 3%) και θα επένδυε
τη διαφορά με απόδοση 10% θα έφτανε καθαρή περιουσία 2,82
εκατ. δολάρια – δηλαδή σχεδόν 1,2 εκατ. περισσότερα.
Ωστόσο, όπως
σημειώνει ο Cristian deRitis της Moody’s, η ανάλυση
προϋποθέτει πειθαρχία που δεν είναι δεδομένη. Η σταθερή
επένδυση κάθε μήνα είναι ευκολότερο να διακοπεί σε σχέση με
την υποχρεωτική πληρωμή στεγαστικού δανείου.
Παράλληλα, τα
δημογραφικά δεδομένα καταγράφουν αλλαγή ισορροπιών. Σύμφωνα
με τη Redfin, οι
18-39 ετών αποτελούσαν το 51% των αγοραστών κατοικιών το
1999, αλλά μόλις το 44% το 2025. Η οικονομολόγος Daryl
Fairweather αποδίδει τη στροφή στη διαρκή άνοδο των τιμών
μετά το 2012, που καθιστά την ιδιοκατοίκηση ολοένα λιγότερο
προσιτή.
Αν και το ποσοστό
ιδιοκατοίκησης της
Generation Z (19-28 ετών) αυξήθηκε ελαφρώς στο 27,1%
το 2025, πολλοί νέοι παραμένουν εκτός αγοράς. Η ερευνήτρια
Zosia Cooper από το
University of California, San Diego διαπιστώνει ότι η
αβεβαιότητα για το επαγγελματικό μέλλον και η ανάγκη ελέγχου
ωθούν τους νέους στις επενδύσεις, αξιοποιώντας τη δυναμική
του ανατοκισμού.
Παρά τη στροφή
προς τις αγορές, η επιθυμία για απόκτηση κατοικίας δεν έχει
εξαφανιστεί. Για πολλούς νέους, το χρηματιστήριο δεν
αντικαθιστά το όνειρο του σπιτιού· λειτουργεί ως εναλλακτική
– και ίσως προσωρινή – στρατηγική σε μια περίοδο που η
ιδιοκατοίκηση μοιάζει λιγότερο προσιτή από ποτέ.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|