|
00:01 -
10/07/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Οι Έλληνες εργάζονται από τις περισσότερες ώρες στην Ευρώπη
– Ένας στους εννέα ξεπερνά τις 49 ώρες την εβδομάδα
Η Ελλάδα
εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες επιδόσεις στην
Ευρώπη ως προς τις ώρες εργασίας, με σημαντικό ποσοστό
εργαζομένων να απασχολείται πολύ περισσότερο από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του
Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ), περίπου το 11,6%
των εργαζομένων στη χώρα εργάζεται στην κύρια απασχόλησή του
49 ώρες ή και περισσότερες κάθε εβδομάδα, ποσοστό σχεδόν
διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα,
υπερβαίνει κατά 6,1 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο των
χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και κατά 10,1
μονάδες εκείνον των βαλκανικών κρατών.
Η έρευνα δείχνει
επίσης ότι οι απασχολούμενοι ηλικίας 15 έως 64 ετών
εργάζονται κατά μέσο όρο 41 ώρες την εβδομάδα στην κύρια
εργασία τους, έναντι 37,7 ωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός
που διατηρεί την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις της σχετικής
ευρωπαϊκής κατάταξης.
Σύμφωνα με το
ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η εικόνα αυτή δεν αντανακλά μόνο το ζήτημα των
χαμηλών αμοιβών, αλλά και την ένταση της εργασίας, καθώς οι
εργαζόμενοι στη χώρα απασχολούνται για μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα σε σχέση με τους περισσότερους Ευρωπαίους.
Καθοριστικό ρόλο
στη διαμόρφωση του υψηλού μέσου όρου διαδραματίζουν οι
αυτοαπασχολούμενοι, οι οποίοι εργάζονται αισθητά
περισσότερες ώρες. Το 2025 οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες
εργασίας τους διαμορφώθηκαν στις 47,2, όταν ο αντίστοιχος
μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 41,9 ώρες.
Αντίθετα, στους
μισθωτούς οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανήλθαν στις 39,1,
με την Ελλάδα να εμφανίζει καλύτερη επίδοση σε σύγκριση με
αρκετές χώρες των Βαλκανίων και οριακά ευνοϊκότερη εικόνα
έναντι των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μεγάλες επιβαρύνσεις σε εμπόριο, μεταποίηση και τουρισμό
Η έκθεση αναδεικνύει σημαντικές
διαφοροποιήσεις και ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας.
Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου
απασχολείται το 17,6% των εργαζομένων, οι εργαζόμενοι
πλήρους απασχόλησης εργάζονταν κατά μέσο όρο 43,3 ώρες
εβδομαδιαίως το 2025, επίπεδο υψηλότερο τόσο από τις χώρες
των Βαλκανίων όσο και από τις οικονομίες της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και από τις χώρες της ευρωπαϊκής
περιφέρειας. Για όσους εργάζονται με καθεστώς μερικής
απασχόλησης, ο αντίστοιχος μέσος όρος διαμορφώθηκε στις 23,6
ώρες.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στη
μεταποίηση, όπου οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανήλθαν στις
41,7, παραμένοντας υψηλότερες από τις αντίστοιχες των
περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών που εξετάζει η μελέτη, παρά τη
μικρή αποκλιμάκωση σε σχέση με το 2019.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η απόκλιση στον κλάδο
των υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης, έναν από
τους μεγαλύτερους εργοδότες της ελληνικής οικονομίας. Το
2025 οι εργαζόμενοι στον τουρισμό και την εστίαση
απασχολούνταν κατά μέσο όρο 43,1 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή
περίπου οκτώ ώρες περισσότερες από τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διαμορφώνεται στις 35,3 ώρες.
Παράλληλα, οι ώρες εργασίας υπερβαίνουν κατά 5 έως 5,8 ώρες
τους αντίστοιχους μέσους όρους των χωρών της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης και της ευρωπαϊκής περιφέρειας, ενώ είναι
κατά 3,3 ώρες υψηλότερες σε σχέση με τις βαλκανικές
οικονομίες.
Αυξημένες ώρες απασχόλησης καταγράφονται και
στον πρωτογενή τομέα. Στη γεωργία, τη δασοκομία και την
αλιεία, οι εργαζόμενοι εργάζονταν κατά μέσο όρο 45,1 ώρες
εβδομαδιαίως το 2025, περίπου έξι ώρες περισσότερες από τον
μέσο όρο των βαλκανικών χωρών και τρεις ώρες περισσότερες
από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από την
έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ είναι ότι η ελληνική αγορά εργασίας
εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλή ένταση
απασχόλησης, με τις πολλές ώρες εργασίας να αποτελούν
διαχρονικό χαρακτηριστικό αρκετών βασικών κλάδων της
οικονομίας, κυρίως λόγω της μεγάλης συμμετοχής των
αυτοαπασχολουμένων και των αυξημένων αναγκών σε τομείς όπως
το εμπόριο, η μεταποίηση, ο τουρισμός και ο πρωτογενής
τομέας.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μόνο καλό για τη χώρα δεν το λες αυτό
Στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο
δεκαετιών βρίσκεται η νομοθετική συναίνεση της
αντιπολίτευσης στη Βουλή, σύμφωνα με τη νέα μελέτη του
Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών με τίτλο «Η νομοθετική
συναίνεση στη Βουλή τρία χρόνια μετά τις εκλογές, Ιούλιος
2023 – Ιούνιος 2026».
Η μελέτη, την οποία υπογράφουν ο
Κωνσταντίνος Σαραβάκος, Επικεφαλής Ερευνών του ΚΕΦΙΜ, και ο
Χρήστος Λούκας, Βοηθός Ερευνητής του ΚΕΦΙΜ, εξετάζει τη
στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στα
νομοσχέδια που εισήγαγε και υπερψήφισε η κυβερνητική
πλειοψηφία κατά την περίοδο Ιούλιος 2023 – Ιούνιος 2026.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μέση νομοθετική
συναίνεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης για την παρούσα
κυβερνητική θητεία διαμορφώθηκε στο 11,2%, το χαμηλότερο
ποσοστό που έχει καταγραφεί την περίοδο 2004–2026. Το εύρημα
αυτό αποτυπώνει ένα κοινοβουλευτικό περιβάλλον αυξημένης
πόλωσης και περιορισμένης προγραμματικής σύγκλισης μεταξύ
κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η μείωση που
καταγράφεται το 2026, καθώς η μέση νομοθετική συναίνεση
υποχώρησε στο 6,94%, μειωμένη κατά περίπου 3 έως 4
ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τα έτη 2023, 2024 και 2025.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, τρία χρόνια μετά τις εκλογές του
Ιουνίου 2023, η δυνατότητα διακομματικής συμφωνίας σε
κυβερνητικά νομοσχέδια έχει περιοριστεί ακόμη περισσότερο.
Αναλυτικά, για
το σύνολο της περιόδου Ιούλιος 2023 – Ιούνιος 2026, το ΠΑΣΟΚ
εμφανίζεται ως το πιο συναινετικό κόμμα της αντιπολίτευσης,
υπερψηφίζοντας το 27,6% των κυβερνητικών νομοσχεδίων.
Ακολουθούν ο ΣΥΡΙΖΑ με 11%, οι Σπαρτιάτες με 8,3%, η Νίκη με
6,1%, η Ελληνική Λύση και η Πλεύση Ελευθερίας με 4,4%, η Νέα
Αριστερά με 3,8%, ενώ το ΚΚΕ δεν υπερψήφισε κανένα
κυβερνητικό νομοσχέδιο, καταγράφοντας 0%.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι η συναίνεση διαφοροποιείται
σημαντικά ανάλογα με το πεδίο πολιτικής. Η υψηλότερη μέση
συναίνεση καταγράφεται στην Εθνική Άμυνα και Εξωτερική
Πολιτική, με 27%, και ακολουθούν η Δικαιοσύνη και τα
Δικαιώματα και η Παιδεία, με 25% η καθεμία. Αντίθετα, η
χαμηλότερη συναίνεση σημειώνεται στην Οικονομία, με μόλις
5%, και στο Περιβάλλον και την Ενέργεια, με 9%.
Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς της μελέτης,
τα στοιχεία της περιόδου Ιουλίου 2023 – Ιουνίου 2026
αναδεικνύουν ένα κοινοβουλευτικό τοπίο υψηλής πόλωσης, στο
οποίο η διακομματική σύγκλιση παραμένει εξαιρετικά
περιορισμένη. Η μέση σταθμισμένη νομοθετική συναίνεση της
αντιπολίτευσης στα 181 κυβερνητικά νομοσχέδια ανέρχεται
μόλις στο 11,2%, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και από τις
προηγούμενες περιόδους αυξημένης πόλωσης.
Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:
«Η χαμηλή νομοθετική συναίνεση που καταγράφεται στη Βουλή
δεν αποτελεί απλώς ένδειξη έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Δείχνει ότι τα περιθώρια προγραμματικής σύγκλισης μεταξύ
κυβέρνησης και αντιπολίτευσης έχουν περιοριστεί σημαντικά. Η
δημοκρατική αντιπαράθεση είναι απαραίτητη, όμως η ποιότητα
της νομοθέτησης και η σταθερότητα των δημόσιων πολιτικών
ενισχύονται όταν υπάρχει χώρος για τεκμηριωμένη συζήτηση και
συμφωνία όπου αυτή είναι δυνατή».
|
|
|
|
|
|
|
|

Στεγαστική κρίση στην Ευρώπη: Η κατοικία μετατρέπεται σε
προνόμιο και δοκιμάζει το κοινωνικό μοντέλο της ΕΕ
Η στεγαστική
κρίση εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και
οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή
Ένωση. Η πρόσβαση σε αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή
κατοικία γίνεται ολοένα δυσκολότερη για εκατομμύρια πολίτες,
καθώς η άνοδος των τιμών αγοράς και των ενοικίων ξεπερνά
κατά πολύ την αύξηση των εισοδημάτων. Οι συνέπειες είναι
ιδιαίτερα αισθητές για τους νέους, τα νέα ζευγάρια και τα
νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία δυσκολεύονται
να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία και να σχεδιάσουν το
μέλλον τους.
Το ζήτημα δεν
περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στο κόστος της στέγασης. Η
αδυναμία πρόσβασης σε κατοικία επηρεάζει τη δημογραφική
εξέλιξη, την κινητικότητα των εργαζομένων, την
παραγωγικότητα των οικονομιών και, τελικά, τη συνοχή του
ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Για πολλούς νέους, η
δημιουργία οικογένειας, η απόκτηση παιδιών ή ακόμη και η
αποχώρηση από το πατρικό σπίτι αναβάλλονται εξαιτίας της
αβεβαιότητας που επικρατεί στην αγορά κατοικίας.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα
στοιχεία της
Eurostat, η
μέση ηλικία αποχώρησης από την οικογενειακή εστία
διαμορφώθηκε το 2024 στα 30,7 έτη, μία από τις υψηλότερες
επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο η Κροατία και η
Σλοβακία εμφανίζουν υψηλότερους μέσους όρους, ενώ ο
ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα, στα 26,2
έτη. Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες που
αντιμετωπίζουν οι νέοι στην εξασφάλιση οικονομικά προσιτής
κατοικίας.
Η στεγαστική
κρίση δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Όσο δυσκολότερη γίνεται η
πρόσβαση σε κατοικία, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα
μετακίνησης των εργαζομένων προς περιοχές με περισσότερες
ευκαιρίες απασχόλησης, επιβραδύνεται η επαγγελματική εξέλιξη
και μειώνεται η οικονομική κινητικότητα. Παράλληλα, η
ανασφάλεια που προκαλεί το υψηλό κόστος στέγασης αποθαρρύνει
τη δημιουργία οικογένειας, επιτείνοντας το ήδη έντονο
δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές
χώρες.
Τα τελευταία
χρόνια οι τιμές των κατοικιών έχουν απομακρυνθεί σημαντικά
από τα διαθέσιμα εισοδήματα. Από το 2010 μέχρι σήμερα, η
αξία των κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αυξηθεί πολύ
περισσότερο από τους μισθούς, ενώ και τα ενοίκια ακολουθούν
σταθερά ανοδική πορεία. Σε αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις
απαιτούνται πλέον περισσότερα από δεκαπέντε ετήσια
εισοδήματα για την αγορά ενός μέσου διαμερίσματος, γεγονός
που καθιστά την ιδιοκατοίκηση απρόσιτη για μεγάλο μέρος της
μεσαίας τάξης.
Η εξέλιξη αυτή
διαμορφώνει ένα νέο κοινωνικό χάσμα. Από τη μία πλευρά
βρίσκονται όσοι απέκτησαν κατοικία πριν από τη μεγάλη άνοδο
των τιμών και επωφελήθηκαν από την αύξηση της αξίας της
περιουσίας τους. Από την άλλη, οι νεότερες γενιές καλούνται
να εισέλθουν σε μια αγορά όπου η ιδιοκτησία μετατρέπεται
ολοένα και περισσότερο σε προνόμιο και όχι σε αποτέλεσμα της
εργασίας και της αποταμίευσης.
Στη βάση του
προβλήματος βρίσκεται η χρόνια ανεπάρκεια προσφοράς
κατοικιών. Σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, στην Ευρώπη
λείπουν περίπου 9,6 εκατομμύρια κατοικίες, ενώ οι ανάγκες
για νέες κατασκευές παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές. Η έλλειψη
εργατικού δυναμικού, το αυξημένο κόστος κατασκευής, τα υψηλά
επιτόκια, οι αυστηρές περιβαλλοντικές απαιτήσεις και οι
χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης επιβραδύνουν σημαντικά
την ανάπτυξη νέων κατοικιών, διατηρώντας την πίεση στις
τιμές.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να διαμορφώσει
ένα κοινό πλαίσιο αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης,
προωθώντας πρωτοβουλίες που αφορούν τη χρηματοδότηση νέων
κατοικιών, τη στήριξη της προσιτής στέγασης, την αξιοποίηση
της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, την αναθεώρηση των
κανόνων κρατικών ενισχύσεων και τη ρύθμιση της αγοράς
βραχυχρόνιων μισθώσεων. Ωστόσο, η εφαρμογή των πολιτικών
αυτών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εθνικές κυβερνήσεις
και τις τοπικές αρχές, καθώς η στεγαστική πολιτική παραμένει
κυρίως εθνική αρμοδιότητα.
Το βασικό
ερώτημα που αναδεικνύεται είναι κατά πόσο η Ευρώπη είναι
διατεθειμένη να εξισορροπήσει την επενδυτική αξία των
ακινήτων με την ανάγκη διατήρησης της κοινωνικής
προσιτότητας της κατοικίας. Χωρίς ουσιαστική αύξηση της
προσφοράς και αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις, η στεγαστική
κρίση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες
προκλήσεις για την οικονομική ανάπτυξη, τη δημογραφική
πορεία και την κοινωνική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα
επόμενα χρόνια.
|
|
|
|
|
|
|

Γερμανία: Στροφή-ορόσημο στις συντάξεις με κρατικό
επενδυτικό ταμείο 30 δισ. ευρώ – Ρήγμα στο παραδοσιακό
κοινωνικό μοντέλο
Η γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο
βρίσκονται αντιμέτωποι με μια απόφαση που μέχρι πρόσφατα
θεωρούνταν πολιτικά και κοινωνικά αδιανόητη: τη δημιουργία
ενός κρατικού επενδυτικού ταμείου κεφαλαιαγορών, στο οποίο
θα κατευθύνονται τουλάχιστον 30 δισ. ευρώ ετησίως με στόχο
τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Η πρόταση, που παρουσιάστηκε από την αρμόδια
κυβερνητική επιτροπή, σηματοδοτεί μια βαθιά αλλαγή
φιλοσοφίας για μια χώρα με έντονα συντηρητική στάση απέναντι
στις επενδύσεις και υψηλή προτίμηση στην αποταμίευση μέσω
τραπεζικών καταθέσεων. Για πολλούς αναλυτές, η μεταρρύθμιση
αποτελεί ρήξη με μια ιστορικά επιφυλακτική κουλτούρα
απέναντι στις κεφαλαιαγορές.
Στον πυρήνα της μεταρρύθμισης βρίσκεται η
εισαγωγή μιας συμπληρωματικής εισφοράς που θα ξεκινά από το
0,5% και θα αυξάνεται σταδιακά έως το 2% του ακαθάριστου
μισθού, με επιμερισμό μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Τα
ποσά αυτά θα συγκεντρώνονται σε κεντρικό ταμείο και θα
επενδύονται σε μετοχές και ομόλογα, δημιουργώντας ατομικούς
κεφαλαιακούς λογαριασμούς.
Στόχος είναι η ενίσχυση των μελλοντικών
συντάξεων μέσω των αποδόσεων των αγορών, ώστε να συμπληρωθεί
το υφιστάμενο αναδιανεμητικό σύστημα και να διασφαλιστεί η
βιωσιμότητά του ακόμη και σε συνθήκες δημογραφικής πίεσης ή
οικονομικών κρίσεων.
Έμπνευση από το σουηδικό μοντέλο
Η πρόταση αντλεί στοιχεία από το σουηδικό
συνταξιοδοτικό σύστημα, και ειδικότερα από τον λεγόμενο
«πορτοκαλί φάκελο», μέσω του οποίου οι πολίτες ενημερώνονται
ετησίως για τις μελλοντικές τους συνταξιοδοτικές προοπτικές
και την πορεία των επενδύσεών τους. Το μοντέλο αυτό ενισχύει
τη διαφάνεια και την ατομική ευθύνη στον μακροπρόθεσμο
οικονομικό σχεδιασμό.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, με θητεία στο
παρελθόν στη BlackRock Γερμανίας, στηρίζει ανοιχτά την
κατεύθυνση αυτή, η οποία επιχειρεί να συνδέσει το
συνταξιοδοτικό σύστημα με τις αποδόσεις των κεφαλαιαγορών.
Πολιτικές και δημογραφικές πιέσεις
Η μεταρρύθμιση προωθείται σε ένα περιβάλλον
έντονης πίεσης. Η γερμανική οικονομία καταγράφει χρόνια
στασιμότητα, ενώ οι δημογραφικές εξελίξεις επιβαρύνουν
σημαντικά τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Παράλληλα, η ανάγκη για αυξημένες δημόσιες επενδύσεις σε
υποδομές και άμυνα περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Η κυβέρνηση συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών
και Σοσιαλδημοκρατών επιδιώκει συμφωνία πριν από τη θερινή
διακοπή του κοινοβουλίου, ενώ η πολιτική πίεση εντείνεται
από την άνοδο της AfD στις δημοσκοπήσεις.
Αντιδράσεις και κοινωνικό κόστος
Οι προτάσεις συνοδεύονται από σημαντικές
κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από την
πλευρά των Σοσιαλδημοκρατών. Μεταξύ των πιο αμφιλεγόμενων
σημείων βρίσκονται η κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης
στα 45 έτη εισφορών και η σταδιακή σύνδεση του ορίου ηλικίας
συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, εξέλιξη που θα
μπορούσε να οδηγήσει σε ηλικία συνταξιοδότησης έως και τα 70
έτη για τις νεότερες γενιές.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο σημείο τριβής
παραμένει η υποχρεωτική επένδυση κεφαλαίων στις αγορές.
Μια κοινωνία με περιορισμένη επενδυτική
κουλτούρα
Σύμφωνα με στοιχεία της Bundesbank, μόλις το
18% των γερμανικών νοικοκυριών διαθέτει επενδύσεις σε
μετοχές, έναντι 23% στο Ηνωμένο Βασίλειο και περίπου 61%
στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η περιορισμένη συμμετοχή αποδίδεται
τόσο στην παραδοσιακή προτίμηση για ασφάλεια όσο και στην
ιστορική επιφυλακτικότητα απέναντι στις αγορές κεφαλαίου.
Παράλληλα, η χαμηλή χρηματοοικονομική
παιδεία και η αντίληψη ότι η επένδυση είναι πολύπλοκη και
ριψοκίνδυνη ενισχύουν την αποστροφή των πολιτών προς τις
κεφαλαιαγορές, παρά την ευρεία διάδοση σύγχρονων χαμηλού
κόστους εργαλείων όπως τα ETFs.
Υποστήριξη από τον χρηματοπιστωτικό τομέα –
ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα
Η μεταρρύθμιση έχει τύχει θετικής υποδοχής
από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Τραπεζικοί όμιλοι όπως η
Deutsche Bank και η Commerzbank τάσσονται υπέρ της ενίσχυσης
των κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Αντίθετα, το Γερμανικό Εμπορικό και
Βιομηχανικό Επιμελητήριο εκφράζει ανησυχία ότι η αύξηση των
εισφορών έως και το 2% θα μπορούσε να οδηγήσει το συνολικό
μη μισθολογικό κόστος πάνω από το 40% των αποδοχών,
επιβαρύνοντας την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής
οικονομίας.
Ένα μοντέλο υπό διαμόρφωση
Παρά τις έντονες αντιδράσεις, η συζήτηση
σηματοδοτεί μια πιθανή ιστορική καμπή για το γερμανικό
κοινωνικό κράτος. Η μετάβαση από ένα καθαρά αναδιανεμητικό
σύστημα σε ένα μικτό μοντέλο με ισχυρό κεφαλαιακό πυλώνα
συνιστά βαθιά δομική αλλαγή, με επιπτώσεις τόσο στην
οικονομία όσο και στην κοινωνική αντίληψη για την
αποταμίευση, την επένδυση και την ίδια τη συνταξιοδότηση.
|
|
|
|
|
|