| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 09/03/26

 

                       

 

Στεγαστική κρίση

 

Η εύρεση κατοικίας στην Ελλάδα έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί μια απλή μεταβατική φάση ή μια δύσκολη διαδικασία. Έχει εξελιχθεί σε έναν μόνιμο και εξαντλητικό αγώνα επιβίωσης, που απορροφά τόσο τα οικονομικά όσο και τα ψυχικά αποθέματα των πολιτών.

 

Όσοι προσδοκούσαν ότι το 2026 θα σηματοδοτούσε μια πολυαναμενόμενη αποκλιμάκωση στην αγορά ακινήτων και μια διόρθωση των τιμών, διαψεύδονται από τα ίδια τα δεδομένα. Η στεγαστική κρίση όχι μόνο δεν υποχωρεί, αλλά έχει μετατραπεί σε ένα βαθιά ριζωμένο, δομικό πρόβλημα που απορροφά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, δυσκολεύει τον προγραμματισμό των νέων ανθρώπων και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες.

 

Μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται ο μηνιαίος προϋπολογισμός των ελληνικών νοικοκυριών αποκαλύπτει το μέγεθος της πίεσης. Οι δαπάνες στέγασης απορροφούν πλέον το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος.

 

Ένα ποσοστό που σοκάρει

 

Το ποσοστό αυτό είναι εντυπωσιακά υψηλό, ιδίως αν συγκριθεί με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώνεται μόλις στο 19,2%. Η απόσταση αυτή αναδεικνύει μια έντονη ελληνική ιδιαιτερότητα: οι μισθοί, παρά τις όποιες αυξήσεις, αδυνατούν να συμβαδίσουν με την ταχύτατη άνοδο των ενοικίων και των δόσεων των στεγαστικών δανείων.

 

Ο όρος «υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση», που χρησιμοποιείται συχνά στην οικονομική ανάλυση, έχει πλέον μετατραπεί σε καθημερινή εμπειρία για εκατομμύρια πολίτες. Σχεδόν τρεις στους δέκα Έλληνες (28,9% του πληθυσμού) ζουν σε νοικοκυριά όπου το κόστος κατοικίας –δηλαδή ενοίκιο ή δόση δανείου μαζί με λογαριασμούς ενέργειας και κοινόχρηστα– υπερβαίνει το 40% του μηνιαίου εισοδήματος.

 

Για να γίνει αντιληπτό το εύρος της απόκλισης από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αρκεί να σημειωθεί ότι στην Ευρωζώνη το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 8,2%. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα: εκεί το 88,6% των πολιτών δαπανά πάνω από το μισό εισόδημά του απλώς για να εξασφαλίσει στέγη. Το ελάχιστο ποσό που απομένει πρέπει να καλύψει τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες, όπως διατροφή, υγεία και μετακινήσεις.

 
 

                         

 

Γιατί οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν

 

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η άνοδος των τιμών επιμένει. Η απάντηση βρίσκεται στον βασικό μηχανισμό της αγοράς: την ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Η ελληνική αγορά ακινήτων αντιμετωπίζει ένα σημαντικό δομικό έλλειμμα, το οποίο εκτιμάται ότι φτάνει τις 270.000 κατοικίες.

 

Το κενό αυτό δημιουργήθηκε σταδιακά. Η μακροχρόνια οικονομική κρίση οδήγησε σε κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας για πολλά χρόνια, ενώ παράλληλα χιλιάδες ακίνητα αποσύρθηκαν από τη μακροχρόνια μίσθωση και διοχετεύθηκαν στις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης. Επιπλέον, μεγάλος αριθμός κατοικιών παραμένει κλειστός λόγω νομικών, ιδιοκτησιακών ή κληρονομικών εκκρεμοτήτων.

 

Όταν η ζήτηση για κατοικία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη προσφορά, δημιουργείται μια ιδιότυπη κατάσταση ανταγωνισμού για τα λίγα διαθέσιμα ακίνητα, γεγονός που ωθεί τις τιμές ακόμη υψηλότερα.

 

Αλλαγή στον χάρτη της Αθήνας

 

Η έλλειψη προσιτής κατοικίας λειτουργεί πλέον ως ένας μηχανισμός κοινωνικού και γεωγραφικού εκτοπισμού. Στο Λεκανοπέδιο της Αττικής παρατηρείται έντονη αναδιάταξη του οικιστικού χάρτη.

 

Περιοχές όπως το κέντρο της Αθήνας, τα νότια προάστια αλλά και μεγάλο μέρος των βορείων έχουν καταστεί ιδιαίτερα ακριβές για τον μέσο εργαζόμενο, τον φοιτητή ή ένα νέο ζευγάρι. Ως αποτέλεσμα, η ζήτηση μετατοπίζεται σε περιοχές που παλαιότερα θεωρούνταν πιο οικονομικές ή εργατικές.

 

Συνοικίες όπως η Νίκαια, ο Κορυδαλλός, το Γουδή και ο Ζωγράφος δέχονται πλέον έντονη πίεση, με αποτέλεσμα και εκεί οι τιμές να αυξάνονται σημαντικά. Δημιουργείται έτσι ένα φαινόμενο ντόμινο που επηρεάζει σχεδόν όλες τις γειτονιές. Στην πράξη, ο χαρακτηρισμός «φθηνή περιοχή» τείνει να εξαφανιστεί από την αγορά της Αττικής, καθώς πλέον υπάρχουν μόνο περιοχές που είναι απλώς λιγότερο ακριβές.

 

Οι τιμές δεν αναμένεται να πέσουν

 

Η προσδοκία ότι η αγορά ακινήτων θα ακολουθήσει έναν φυσικό κύκλο και οι τιμές θα υποχωρήσουν σύντομα δεν επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία. Οι εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι η ανοδική τάση των τιμών θα συνεχιστεί και το 2026.

 

Παρότι αναμένεται επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου σε σχέση με το πολύ έντονο ράλι των ετών 2023–2025, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές θα μειωθούν. Σημαίνει απλώς ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται με πιο αργό ρυθμό.

 

Την ίδια στιγμή, η προβλεπόμενη αύξηση των νέων στεγαστικών δανείων –η οποία εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 3 δισ. ευρώ μέσα στο έτος– εισάγει επιπλέον ρευστότητα στην αγορά, διατηρώντας την πίεση στις τιμές.

 

Ένα πρόβλημα χωρίς γρήγορη λύση

 

Συνολικά, η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα παραμένει ένα βαθύ και ανοιχτό πρόβλημα. Το έλλειμμα των περίπου 270.000 κατοικιών δεν μπορεί να καλυφθεί γρήγορα, ούτε με προσωρινές παρεμβάσεις.

 

Μέχρι να αποκατασταθεί η ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση, μια ολόκληρη γενιά θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες πρόσβασης σε προσιτή κατοικία. Για πολλούς πολίτες, το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους θα εξακολουθεί να κατευθύνεται στην κάλυψη του βασικού κόστους στέγασης ήδη από τις πρώτες ημέρες κάθε μήνα.

 

          

 

Ελληνική Οικονομία  

 

Με ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης ολοκλήρωσε το 2025 η ελληνική οικονομία, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία χρονιά την ανθεκτικότητά της, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον, όπως επισημαίνει ο Chief Economist της Eurobank, Τάσος Αναστασάτος.

 

Με βάση τα στοιχεία του τέταρτου τριμήνου, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,4% σε ετήσια βάση, οδηγώντας τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης στο 2,1%, έναντι 1,4% στην Ευρωζώνη.

 

Η πορεία της οικονομίας κατά το 2025 στηρίχθηκε κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία ενισχύθηκε κατά 2,1% και συνέβαλε κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη. Μάλιστα, προς το τέλος του έτους η κατανάλωση επιτάχυνε, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η συμβολή των επενδύσεων παγίων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 8,9% το 2025 και αποτέλεσαν τον μεγαλύτερο μοχλό ενίσχυσης του ΑΕΠ, με συνεισφορά 1,5 ποσοστιαίας μονάδας. Η δυναμική τους ενισχύθηκε κυρίως στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, καθώς κατέγραψαν άνοδο άνω του 13% στο τρίτο τρίμηνο και περίπου 14% στο τέταρτο, με βασικούς τομείς τις κατοικίες, τον μηχανολογικό εξοπλισμό, τις κατασκευές και τα μεταφορικά μέσα.

 

Θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 1,7% σε πραγματικούς όρους, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,3%, γεγονός που βελτίωσε τη συνολική επίδραση του εξωτερικού ισοζυγίου στο ΑΕΠ.

 

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται αφενός στην ισχυρή τουριστική χρονιά, με αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 9,4% σε ονομαστικούς όρους, και αφετέρου στη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας, που περιόρισε την αξία των εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

 

Ως αποτέλεσμα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 7,2% το 2024. Ωστόσο, οι πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να αποτελέσουν παράγοντα κινδύνου για τη φετινή πορεία του εξωτερικού ισοζυγίου.

 

Παράλληλα, η ανάπτυξη συνοδεύτηκε από περαιτέρω βελτίωση στην αγορά εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,9% το 2025 από 10,1% το 2024, ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά περίπου 64 χιλιάδες άτομα.

 

Την ίδια στιγμή, οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 3,8%, ξεπερνώντας τον πληθωρισμό, ενώ και η παραγωγικότητα παρουσίασε ήπια ενίσχυση.

 

Σε επίπεδο κλάδων, τη μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας είχαν οι κατασκευές, οι οποίες σημείωσαν άνοδο 12,8%, καθώς και ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας. Αντίθετα, ο διευρυμένος κλάδος εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης κατέγραψε υποχώρηση.

 

Για το 2026, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν θετικές, αν και συνοδεύονται από αυξημένες αβεβαιότητες. Η ένταση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, εφόσον επηρεάσει τις τιμές της ενέργειας και τη διεθνή οικονομική δραστηριότητα.

 

Την ίδια στιγμή, η επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό αντικυκλικό στήριγμα για την οικονομία.

 

Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, η ελληνική οικονομία καλείται να αναπροσαρμόσει το αναπτυξιακό της μοντέλο. Η αύξηση της απασχόλησης, που αποτέλεσε βασικό μοχλό ανάπτυξης τα προηγούμενα χρόνια, δεν επαρκεί από μόνη της για τη διατήρηση υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης.

 

Κρίσιμη προϋπόθεση αποτελεί η ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας, μέσω αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων, ενίσχυσης των ιδιωτικών επενδύσεων και υλοποίησης μεταρρυθμίσεων που θα ενσωματώνουν περισσότερη γνώση και καινοτομία στην παραγωγική βάση της χώρας.

                     

 

Ευρώπη: Η ρήξη στη «συμφωνία» της στέγασης και η γενιά που μένει εκτός

 

Σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο διαμορφώνεται μια σιωπηλή αλλά βαθιά μεταβολή. Για δεκαετίες επικρατούσε η άτυπη πεποίθηση ότι η οικονομική πρόοδος και η ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας θα οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, στην απόκτηση μιας δικής τους κατοικίας. Σήμερα, αυτή η υπόσχεση φαίνεται να έχει διαρραγεί.

 

Από το 2010 μέχρι σήμερα, οι τιμές αγοράς κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν αυξηθεί πάνω από 55%, ενώ τα ενοίκια κατά περίπου 27%. Σε αρκετές χώρες, το κόστος απόκτησης στέγης έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα πολλαπλάσια σε σχέση με πριν από μία δεκαετία. Το ζήτημα δεν αφορά απλώς τη διόγκωση αριθμών, αλλά μια βαθιά ανατροπή στη σχέση εισοδήματος και κατοικίας — ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, όπου συγκεντρώνονται οι περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες για τους νέους.

 

Οι επίσημοι δείκτες συχνά δεν αποτυπώνουν πλήρως την έκταση του προβλήματος. Ο δείκτης υπερβολικού κόστους στέγασης, που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, καταγράφει όσους δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγη. Αν και τα συνολικά στοιχεία δείχνουν κάποια βελτίωση για τον γενικό πληθυσμό, η εικόνα διαφοροποιείται έντονα όταν εξεταστεί ανά ηλικιακή ομάδα.

 

Για πολλούς νέους, το όριο του 30% —που θεωρείται διεθνώς ως ένδειξη προσιτής στέγασης— έχει προ πολλού ξεπεραστεί. Σε αρκετές ευρωπαϊκές μητροπόλεις, η ενοικίαση ενός πρώτου σπιτιού απορροφά 60% έως 70% του εισοδήματος. Πρόκειται για ένα δομικό εμπόδιο που καθυστερεί τη μετάβαση στην ανεξαρτησία και επηρεάζει ολόκληρη την πορεία ζωής: από την επαγγελματική κινητικότητα μέχρι τη δημιουργία οικογένειας. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις το 40% των νέων που ζουν με τους γονείς τους δηλώνουν πως θα το επέλεγαν αν είχαν πραγματική εναλλακτική. 

 

Οι αιτίες της πίεσης

 

Η στεγαστική κρίση οφείλεται στη σύγκρουση αυξημένης ζήτησης και ανεπαρκούς προσφοράς. Οι δημογραφικές εξελίξεις —όπως η αύξηση του προσδόκιμου ζωής— σημαίνουν ότι μεγαλύτερες ηλικίες παραμένουν περισσότερα χρόνια στις κατοικίες τους. Παράλληλα, η ενίσχυση των πολιτικών «γήρανσης στο σπίτι» απαιτεί περισσότερα κατάλληλα ακίνητα.

 

Την ίδια στιγμή, η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών και η μετατροπή της κατοικίας σε επενδυτικό προϊόν έχουν εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα ακίνητα. Η άνοδος των βραχυχρόνιων μισθώσεων, ιδίως σε τουριστικές περιοχές, συχνά εκτοπίζει τους μόνιμους κατοίκους υπέρ πιο κερδοφόρων χρήσεων.

 

Στο τέλος του 2025, η κατασκευή νέων κατοικιών στην ΕΕ κάλυπτε μόλις το μισό της πραγματικής ζήτησης. Το πρόβλημα επιτείνεται από την αύξηση του κόστους υλικών και εργασίας, την περιορισμένη γη προς αξιοποίηση και τη χαμηλή παραγωγικότητα του κατασκευαστικού τομέα.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί νέοι καταλήγουν σε κατοικίες χαμηλής ποιότητας — με υγρασία, ενεργειακή αναποτελεσματικότητα ή υπερπληθυσμό. Οι συνέπειες δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά και κοινωνικές και υγειονομικές, καθώς οι κακές συνθήκες στέγασης συνδέονται με χειρότερη σωματική και ψυχική υγεία. Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι μονογονεϊκές οικογένειες, κυρίως γυναίκες, που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο στεγαστικής ανασφάλειας.

 

                                         

 

Αναγκαία μια νέα προσέγγιση

 

Η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί συντονισμό μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων και ευρωπαϊκών θεσμών. Αν και η στέγαση παραμένει κυρίως αρμοδιότητα των κρατών-μελών, η ΕΕ αξιοποιεί πλέον περισσότερο τα χρηματοδοτικά και κανονιστικά της εργαλεία.

 

Το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Προσιτή Στέγαση, που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2025, σηματοδοτεί στροφή πολιτικής. Περιλαμβάνει ενίσχυση των ήδη διατεθέντων 43 δισ. ευρώ μέσω μηχανισμών όπως ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τα ταμεία Συνοχής, καθώς και τη δημιουργία επενδυτικής πλατφόρμας σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναθεώρηση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος, που επιτρέπει πλέον στα κράτη μεγαλύτερη ευελιξία να παρέμβουν στην αγορά στέγασης, αναγνωρίζοντας ότι το πρόβλημα επεκτείνεται και στα μεσαία εισοδήματα.

 

Τρεις βασικές κατευθύνσεις

 

Για να αποκατασταθεί η πρόσβαση των νέων στη στέγη, απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές:

 

Ενίσχυση της προσφοράς αντί της επιδότησης της ζήτησης. Οι επιδοτήσεις προς αγοραστές μπορεί να ωθήσουν τις τιμές ανοδικά. Αντίθετα, η αξιοποίηση κενών κατοικιών και η ανακαίνιση του υπάρχοντος αποθέματος προσφέρουν πιο βιώσιμη λύση.

 

Ισορροπημένη ρύθμιση της αγοράς ενοικίων. Η προστασία των ενοικιαστών είναι απαραίτητη, αλλά υπερβολικά άκαμπτοι κανόνες ενδέχεται να περιορίσουν τη διαθεσιμότητα και να δυσκολέψουν την είσοδο νέων στην αγορά.

 

Αντιμετώπιση της νεανικής αστεγίας. Η επέκταση πολιτικών «Housing First» είναι κρίσιμη, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές όπου αυξάνεται ο αριθμός νέων χωρίς σταθερή στέγη.

 

Αν η στέγαση δεν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που συνδέει μεταφορές, εισοδήματα και κοινωνική προστασία, οι διαδρομές κοινωνικής κινητικότητας για τη νέα γενιά στην Ευρώπη θα συνεχίσουν να στενεύουν.

 

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum