|
00:01 -
01/06/26 |
|
|
|

|
|
Φορολογικός «πονοκέφαλος» για τους υψηλόμισθους στην Ελλάδα
– Στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης οι καθαρές αποδοχές
Μεγάλες
αποκλίσεις εμφανίζει η φορολόγηση των εισοδημάτων στην
Ευρώπη, καθώς κάθε χώρα εφαρμόζει διαφορετικό μοντέλο
φορολογίας και ασφαλιστικών εισφορών. Παρά τις κυβερνητικές
αναφορές για αύξηση των μισθών στην Ελλάδα, η πραγματικότητα
δείχνει ότι οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να επιβαρύνονται
σημαντικά φορολογικά, ακόμη και σε σύγκριση με χώρες με
υψηλότερα εισοδήματα.
Η εικόνα
διαφοροποιείται ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση, τον
αριθμό εισοδημάτων και την ύπαρξη παιδιών, παράγοντες που
επηρεάζουν άμεσα το τελικό καθαρό ποσό που λαμβάνει ένας
εργαζόμενος.
Με βάση ανάλυση
του Euronews Business, εξετάστηκε το παράδειγμα ενός
εργαζόμενου χωρίς παιδιά και χωρίς οικογενειακές φορολογικές
ελαφρύνσεις, με ετήσιες μικτές αποδοχές 100.000 ευρώ. Τα
στοιχεία προέρχονται από τον ΟΟΣΑ, την PwC και εθνικές
φορολογικές πηγές, χρησιμοποιώντας τα δεδομένα του 2025.
Η Βουλγαρία
αναδεικνύεται ως η χώρα με τις υψηλότερες καθαρές αποδοχές
στην Ευρώπη για το συγκεκριμένο εισόδημα, καθώς ο
εργαζόμενος διατηρεί περίπου 86.930 ευρώ καθαρά. Ακολουθούν
η Εσθονία, η Τσεχία, η Μάλτα, η Ελβετία και η Κύπρος, όπου
οι καθαρές αποδοχές παραμένουν πάνω από τις 70.000 ευρώ.
Στις μεγάλες
οικονομίες της Ευρώπης, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζει την
καλύτερη επίδοση, με καθαρό εισόδημα σχεδόν 70.000 ευρώ. Η
Ισπανία και η Γαλλία κινούνται σε ενδιάμεσα επίπεδα, ενώ
Γερμανία και Ιταλία καταγράφουν αισθητά χαμηλότερα καθαρά
ποσά.
Η Ελλάδα
βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες με τις χαμηλότερες καθαρές
αποδοχές. Από τα 100.000 ευρώ μικτά, ο εργαζόμενος κρατά
περίπου 56.615 ευρώ, γεγονός που την κατατάσσει έκτη από το
τέλος μεταξύ 31 ευρωπαϊκών χωρών. Χειρότερες επιδόσεις
εμφανίζουν μόνο χώρες όπως το Βέλγιο, η Δανία, η Σουηδία, η
Αυστρία και η Σλοβενία.
Τα στοιχεία
δείχνουν ότι στην Ανατολική Ευρώπη οι εργαζόμενοι διατηρούν
μεγαλύτερο μέρος των αποδοχών τους, κυρίως λόγω χαμηλότερων
φορολογικών συντελεστών και πιο απλών φορολογικών
συστημάτων. Αντίθετα, η Δυτική και η Βόρεια Ευρώπη
εφαρμόζουν πιο προοδευτικά μοντέλα φορολόγησης, με αυξημένες
κοινωνικές εισφορές και υψηλότερους συντελεστές για τα
μεγάλα εισοδήματα.
Στην Ελλάδα, ο
ανώτατος φορολογικός συντελεστής εισοδήματος φτάνει το 44%
για ετήσια εισοδήματα άνω των 60.000 ευρώ, επιβαρύνοντας
τόσο μισθωτούς όσο και ελεύθερους επαγγελματίες. Παράλληλα,
οι ασφαλιστικές εισφορές και οι πρόσθετες επιβαρύνσεις
περιορίζουν σημαντικά το τελικό διαθέσιμο εισόδημα.
Η σύγκριση
αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι τα
100.000 ευρώ θεωρούνται πολύ υψηλό εισόδημα για τις
περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του
ΟΟΣΑ, μόνο η Ελβετία διαθέτει μέσο ετήσιο μισθό που ξεπερνά
αυτό το επίπεδο, ενώ σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης οι μέσες
αποδοχές βρίσκονται αρκετά χαμηλότερα.
Η εικόνα αυτή
επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη φορολογική
επιβάρυνση στην Ελλάδα και το κατά πόσο το υφιστάμενο
σύστημα λειτουργεί αποτρεπτικά για υψηλότερες αμοιβές,
επενδύσεις και επιστροφή εξειδικευμένων εργαζομένων στη
χώρα.
|
|
|
|
|
|
|
|

«Αρνητική πρωτιά
για την Ελλάδα στις αποταμιεύσεις – Οι μόνοι στην Ευρώπη που
ξοδεύουν περισσότερα από όσα δηλώνουν ότι κερδίζουν»
Η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα στην
Ευρώπη με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών,
σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, γεγονός που αναδεικνύει τις
διαχρονικές πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών αλλά
και τις βαθιές ανισορροπίες στο επίπεδο διαβίωσης.
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ο
καθαρός ρυθμός αποταμίευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση
διαμορφώνεται στο 8,1% του διαθέσιμου εισοδήματος των
νοικοκυριών. Ωστόσο, οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών είναι
ιδιαίτερα μεγάλες. Στην κορυφή βρίσκονται η Σουηδία και η
Ουγγαρία με ποσοστό 14,7%, ενώ η Ελλάδα καταγράφει αρνητική
αποταμίευση της τάξης του -9,3%.
Η αρνητική αποταμίευση σημαίνει ότι τα
ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν περισσότερα από όσα δηλώνουν ως
διαθέσιμο εισόδημα, καλύπτοντας τη διαφορά είτε μέσω
προηγούμενων αποταμιεύσεων είτε μέσω δανεισμού. Παράλληλα,
αναλυτές επισημαίνουν ότι μέρος της εικόνας συνδέεται και με
την ύπαρξη παραοικονομίας και αδήλωτων εισοδημάτων.
Στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά
αποταμίευσης, πέρα από τη Σουηδία και την Ουγγαρία,
συγκαταλέγονται η Τσεχία (13,7%), η Γαλλία (12,8%), η
Γερμανία (10,3%) και η Ολλανδία (10,2%). Πάνω από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο κινούνται επίσης η Ισπανία και η
Ιρλανδία.
Αντίθετα, χαμηλές επιδόσεις εμφανίζουν χώρες
όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Σλοβακία, ενώ στη Λετονία
το ποσοστό αποταμίευσης είναι ουσιαστικά μηδενικό, γεγονός
που σημαίνει ότι τα νοικοκυριά καταναλώνουν σχεδόν το σύνολο
του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, καθώς πριν από την κρίση χρέους του 2010 τα
ποσοστά αποταμίευσης ήταν κυρίως θετικά. Η δραματική πτώση
των εισοδημάτων, η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης και η
μακρά περίοδος οικονομικής ύφεσης οδήγησαν σε κατάρρευση της
αποταμίευσης, η οποία έφθασε έως το -16,5% το 2013.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μια σταθερή κατάσταση
Παρά την ανάκαμψη της οικονομίας τα
τελευταία χρόνια, η κατάσταση δεν έχει ουσιαστικά
αντιστραφεί. Μετά από μια προσωρινή βελτίωση την περίοδο της
πανδημίας, όταν οι περιορισμοί μείωσαν τις δυνατότητες
κατανάλωσης, η αρνητική αποταμίευση επανήλθε σε υψηλά
επίπεδα, παραμένοντας κοντά στο -9%.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το γεγονός
ότι το μέσο διαθέσιμο κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα
παραμένει αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με
τις εκτιμήσεις να το τοποθετούν περίπου 20% χαμηλότερα το
2024.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Goethe της
Φρανκφούρτης, Μιχάλης Χαλιάσος, επισημαίνει ότι η σύγκριση
των στοιχείων αποταμίευσης μεταξύ των χωρών είναι σύνθετη,
καθώς επηρεάζεται από αδήλωτα εισοδήματα, διαφορετικές
μεθόδους καταγραφής της κατανάλωσης αλλά και τις
διαφορετικές κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες κάθε
οικονομίας.
Παράλληλα, οικονομικές μελέτες δείχνουν ότι
η γενναιοδωρία του κοινωνικού κράτους επηρεάζει σημαντικά τη
συμπεριφορά των νοικοκυριών απέναντι στην αποταμίευση. Σε
χώρες με ισχυρά δημόσια συστήματα συντάξεων και υγείας, οι
πολίτες εμφανίζουν μικρότερη ανάγκη δημιουργίας ιδιωτικού
«μαξιλαριού» ασφαλείας.
Στην Ελλάδα, πάντως, η διαχρονική πίεση στο
διαθέσιμο εισόδημα, ο υψηλός πληθωρισμός στα βασικά αγαθά
και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη φαίνεται πως
εξακολουθούν να αποτρέπουν μεγάλο μέρος των νοικοκυριών από
τη δυνατότητα ουσιαστικής αποταμίευσης.

|
|
|
|
|
|
|
|

Η μεταρρύθμιση της ελληνικής φορολογικής διοίκησης και η
μετάβαση στο μοντέλο
Tax
Administration
3.0
Η μεταρρύθμιση της ελληνικής φορολογικής
διοίκησης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλά και
λιγότερο προβεβλημένες αλλαγές της περιόδου μετά την κρίση,
σύμφωνα με νέα ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το
ΔΝΤ περιγράφει τη μετάβαση της Ελλάδας από ένα σύστημα
χαμηλής εισπραξιμότητας, πολιτικών παρεμβάσεων και
εκτεταμένης φοροδιαφυγής σε ένα πιο ανεξάρτητο,
ψηφιοποιημένο και αποτελεσματικό μοντέλο φορολογικής
διοίκησης. Η έκθεση υποστηρίζει ότι η μεταρρύθμιση αυτή
συνέβαλε καθοριστικά στη δημοσιονομική σταθεροποίηση και
στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας,
ενώ επισημαίνει ότι η επόμενη πρόκληση είναι η αξιοποίηση
τεχνολογιών δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης ώστε το νέο
μοντέλο να γίνει μόνιμο και ακόμη πιο αποδοτικό.
Η πρώτη φάση της μεταρρύθμισης ξεκινά
ουσιαστικά με την έκρηξη της ελληνικής κρίσης χρέους το
2010, όταν η αδυναμία του κράτους να εισπράξει φόρους είχε
μετατραπεί σε βασικό παράγοντα δημοσιονομικής
αποσταθεροποίησης. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η προτεραιότητα
εκείνης της περιόδου ήταν η άμεση αύξηση των εσόδων και η
αντιμετώπιση της συστηματικής φοροδιαφυγής. Δημιουργήθηκαν
ειδικές μονάδες για μεγάλους φορολογούμενους και εύπορα
φυσικά πρόσωπα, ενισχύθηκαν οι έλεγχοι υψηλού κινδύνου και
επιχειρήθηκε για πρώτη φορά πιο συστηματική παρακολούθηση
των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Το Ταμείο σημειώνει ότι εκείνη
την περίοδο το βάρος έπεσε κυρίως σε μέτρα «έκτακτης
ανάγκης», με στόχο να αποτραπεί η πλήρης κατάρρευση των
δημόσιων εσόδων.
Η δεύτερη φάση αφορά τη βαθύτερη θεσμική
αναδιοργάνωση του φορολογικού μηχανισμού. Το ΔΝΤ θεωρεί
κομβική εξέλιξη τη δημιουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων
Εσόδων, η οποία απέκτησε μεγαλύτερη διοικητική και
επιχειρησιακή αυτονομία από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Η
ανεξαρτησία της ΑΑΔΕ επέτρεψε μεγαλύτερη συνέχεια στις
μεταρρυθμίσεις, καλύτερο στρατηγικό σχεδιασμό και πιο
επαγγελματική λειτουργία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.
Παράλληλα, βελτιώθηκαν οι διαδικασίες είσπραξης, ενισχύθηκε
η διαχείριση κινδύνου και οργανώθηκαν πιο στοχευμένοι
φορολογικοί έλεγχοι. Το ΔΝΤ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο
γεγονός ότι η φορολογική διοίκηση έπαψε σταδιακά να
λειτουργεί ως ένας κατακερματισμένος και πολιτικά ευάλωτος
μηχανισμός.
Η τρίτη φάση είναι η περίοδος της
ψηφιοποίησης, την οποία το Ταμείο θεωρεί καθοριστική για τη
βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Η επέκταση των
ηλεκτρονικών συναλλαγών, η διασύνδεση POS και ταμειακών
μηχανών, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και το σύστημα myDATA
δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον όπου η οικονομική
δραστηριότητα καταγράφεται με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια και
ταχύτητα. Το ΔΝΤ σημειώνει ότι η χρήση ψηφιακών εργαλείων
επέτρεψε στην ΑΑΔΕ να περάσει από ένα μοντέλο μαζικών αλλά
συχνά αναποτελεσματικών ελέγχων σε πιο στοχευμένες
παρεμβάσεις βάσει ανάλυσης δεδομένων. Η αλλαγή αυτή
συνδέεται άμεσα με τη σημαντική μείωση του κενού ΦΠΑ και με
τη βελτίωση της εισπραξιμότητας των φόρων.
Στο τελευταίο στάδιο της ανάλυσης, το ΔΝΤ
υποστηρίζει ότι η ελληνική φορολογική μεταρρύθμιση περνά
πλέον σε μία νέα φάση, όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι
μόνο η αύξηση των εσόδων αλλά η δημιουργία ενός μόνιμα
αποτελεσματικού και τεχνολογικά εξελιγμένου φορολογικού
συστήματος. Κεντρικό ρόλο αποκτούν η ανάλυση δεδομένων και η
αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, με στόχο τη
μετάβαση από αντιδραστικούς σε προληπτικούς ελέγχους. Η
αυξανόμενη διαθεσιμότητα δεδομένων από το myDATA, την
ηλεκτρονική τιμολόγηση και τα POS δημιουργεί τις
προϋποθέσεις για σχεδόν συνεχή παρακολούθηση της οικονομικής
δραστηριότητας, με την πρόκληση να είναι η μετατροπή αυτών
των δεδομένων σε επιχειρησιακές αποφάσεις.
Παράλληλα, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η
τεχνολογία από μόνη της δεν επαρκεί και ότι η επιτυχία της
μεταρρύθμισης θα εξαρτηθεί από την ενίσχυση των δεξιοτήτων
του προσωπικού, την ανάπτυξη ηγεσίας και τη σωστή διαχείριση
ανθρώπινου δυναμικού. Η νέα φορολογική διοίκηση απαιτεί
μεγαλύτερη εξειδίκευση στην ανάλυση δεδομένων και στα
ψηφιακά συστήματα. Τονίζει επίσης ότι η επόμενη φάση πρέπει
να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των φορολογουμένων μέσω
απλοποιημένων διαδικασιών, ενοποιημένων ψηφιακών υπηρεσιών
και προσυμπληρωμένων δηλώσεων, ώστε να μειωθεί το κόστος
συμμόρφωσης και να ενισχυθεί η οικειοθελής συμμόρφωση.
Συμπερασματικά, το ΔΝΤ αναφέρει ότι η
φορολογική διοίκηση της Ελλάδας εξελίσσεται προς ένα
ολοκληρωμένο ψηφιακό και δεδομενοκεντρικό μοντέλο «Tax
Administration 3.0», στο οποίο η τεχνολογία, η διακυβέρνηση
και η εμπιστοσύνη των πολιτών συνθέτουν τον νέο πυρήνα της
αποτελεσματικότητας του συστήματος.

|
|
|
|
|
|
|
|

Polyworking:
Η νέα κανονικότητα της πολυαπασχόλησης και της εργασιακής
εξάντλησης
Το polyworking, που αποδίδεται ως
πολυαπασχόληση ή πολυεργασία, παρουσιάζεται διεθνώς ως μια
νέα εργασιακή τάση που έχει αγκαλιαστεί κυρίως από τη Gen Z
και τους Millennials. Στην Ελλάδα όμως δεν αποτελεί κάποιο
καινούργιο lifestyle επιλογής ή επαγγελματικής ευελιξίας,
αλλά μια βαθιά ριζωμένη πραγματικότητα επιβίωσης που αφορά
πλέον όλες τις ηλικίες.
Σύμφωνα με την έρευνα Workmonitor 2026 της
Randstad, το 51% των εργαζομένων και όσων αναζητούν εργασία
στην Ελλάδα είτε έχει είτε αναζητά δεύτερη δουλειά για να
μπορέσει να ανταποκριθεί στο κόστος ζωής. Το ποσοστό αυτό
είναι σημαντικά υψηλότερο από τον διεθνή μέσο όρο του 40%
και υπερδιπλάσιο σε σχέση με τα επίπεδα του 2024. Την ίδια
στιγμή, στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι Έλληνες
εξακολουθούν να εργάζονται περισσότερο από κάθε άλλον
Ευρωπαίο, με μέση εργάσιμη εβδομάδα 39,6 ωρών έναντι 35,9
ωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτά τα στοιχεία αφορούν μόνο
την κύρια εργασία, χωρίς να υπολογίζονται οι δεύτερες
δουλειές ή οι περιστασιακές μορφές απασχόλησης.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική μέσα
από έρευνα της Prorata για το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, σύμφωνα με την οποία
το 52% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα εργάζεται
περισσότερες ώρες από όσες προβλέπει η σύμβασή του. Σχεδόν
ένας στους δέκα ξεπερνά τις 10 επιπλέον ώρες εβδομαδιαίως,
ενώ περίπου το 22% εργάζεται πρακτικά με ρυθμούς εξαήμερης ή
και επταήμερης εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι μια γενικευμένη
εργασιακή εξάντληση, καθώς το 74% δηλώνει ότι επιστρέφει
καθημερινά εξουθενωμένο από τη δουλειά, με το ποσοστό να
φτάνει στο 83% στον τουρισμό και την εστίαση.
Η πολυαπασχόληση δεν είναι ταυτόσημη με την
υπερεργασία, αν και οι συνέπειες συχνά συμπίπτουν. Η διαφορά
είναι ότι το polyworking συνδέεται περισσότερο με χαμηλούς
μισθούς, επισφάλεια, εποχικότητα και αδύναμη εργασιακή
προστασία. Δεν αφορά μόνο στελέχη που εργάζονται ατελείωτες
ώρες κυνηγώντας υψηλότερες αμοιβές ή επαγγελματική ανέλιξη,
αλλά κυρίως εργαζόμενους που αναγκάζονται να συνδυάζουν
πολλαπλές δουλειές για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Η
εργαζόμενη μητέρα που το πρωί εργάζεται σε παιδικό σταθμό,
το απόγευμα φυλάει παιδιά και το Σαββατοκύριακο κάνει
προωθητικές ενέργειες σε καταστήματα, είναι ίσως το πιο
χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας.
Η παράλληλη απασχόληση, που συχνά
παρουσιάζεται με τον πιο «μοντέρνο» όρο side hustle, δεν
είναι συνήθως προνόμιο ή προσωπική επιλογή. Είναι προϊόν της
υποτίμησης των μισθών και της διαρκούς αύξησης του κόστους
ζωής. Παράλληλα, η εργασιακή σταθερότητα υποχωρεί. Για
πολλούς νέους εργαζόμενους, η μόνιμη εργασία θεωρείται πλέον
σχεδόν ξεπερασμένη έννοια, ενώ η συχνή αλλαγή εργοδότη
παρουσιάζεται ως ένδειξη επαγγελματικής ευελιξίας και
«δυναμισμού». Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εργασιακή
επισφάλεια μετατρέπεται σε κανονικότητα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο
έχει λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, έρευνα της Monster
έδειξε ότι το 47% των εργαζομένων κάνει σήμερα polyworking.
Σχεδόν οι μισοί από αυτούς συνδυάζουν μία εργασία πλήρους
απασχόλησης με μία ή περισσότερες μερικής απασχόλησης, ενώ
ένα 12% δηλώνει ότι διαχειρίζεται ταυτόχρονα δύο δουλειές
πλήρους απασχόλησης. Παράλληλα, το 68% δηλώνει ότι εργάζεται
σε πολλαπλές δουλειές για να καλύψει βασικά έξοδα διαβίωσης,
το 46% για αποπληρωμή χρεών και το 34% επειδή δεν αισθάνεται
ασφάλεια στην κύρια εργασία του.
Στην Ευρώπη, τα επίσημα ποσοστά δεύτερης
εργασίας εμφανίζονται χαμηλότερα, όμως μεγάλο μέρος της
πολυαπασχόλησης παραμένει αόρατο ή καταγράφεται ως freelance
εργασία, gig economy ή περιστασιακή απασχόληση. Πίσω από την
εικόνα του «ελεύθερου συνεργάτη» συχνά κρύβεται ένα καθεστώς
πολλαπλής εξάρτησης από εργοδότες, εργολάβους και
πλατφόρμες, χωρίς σταθερά δικαιώματα και εργασιακή ασφάλεια.
Στην Ελλάδα ειδικά, η πραγματική έκταση της
πολυαπασχόλησης εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή
που εμφανίζουν τα επίσημα στοιχεία. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει
μόλις 1,5%-2% των εργαζομένων ως έχοντες πολλαπλή
απασχόληση, ωστόσο τα δεδομένα του ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν ότι πάνω
από 131.000 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα απασχολούνται σε
περισσότερους από έναν κλάδους. Σε αυτά δεν περιλαμβάνεται η
εκτεταμένη υποδηλωμένη ή «μαύρη» εργασία, που συχνά
λειτουργεί ως συμπληρωματικό εισόδημα.
Το φαινόμενο αφορά πλέον ένα πολύ ευρύ φάσμα
εργαζομένων. Από τον ηθοποιό που δουλεύει παράλληλα ως
σερβιτόρος και τη φοιτήτρια που κάνει σεζόν το καλοκαίρι και
ιδιαίτερα μαθήματα τον χειμώνα, μέχρι εργαζόμενους που
αναζητούν επιπλέον έσοδα μέσω διαδικτύου, βραχυχρόνιων
μισθώσεων, online πωλήσεων ή ψηφιακών πλατφορμών.
Το polyworking δεν είναι απαραίτητα η νέα
μορφή ελευθερίας που συχνά παρουσιάζεται. Για πολλούς
αποτελεί μια νέα μορφή παγίδας, όπου η συνεχής εργασία, η
διάλυση των ορίων ανάμεσα στον προσωπικό και τον
επαγγελματικό χρόνο και η ανάγκη για διαρκές συμπληρωματικό
εισόδημα μετατρέπονται σε μόνιμη κατάσταση. Πίσω από τους
σύγχρονους όρους και τα πιο ελκυστικά labels, παραμένει μια
σκληρή πραγματικότητα: ολοένα περισσότεροι εργαζόμενοι
αναγκάζονται να δουλεύουν διαρκώς περισσότερο απλώς για να
καταφέρουν να τα βγάλουν πέρα.
|
|
|
|
|
|