|
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους
σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν την
παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη τα επόμενα
χρόνια. Ταυτόχρονα, όμως, η ταχύτητα με την οποία
διοχετεύονται κεφάλαια στον κλάδο και οι υψηλές προσδοκίες
που έχουν ενσωματωθεί στις αποτιμήσεις των εταιρειών
τεχνολογίας δημιουργούν έναν νέο κίνδυνο για τις αγορές.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το αν η
AI
θα αυξήσει την παραγωγικότητα. Για τις κεντρικές τράπεζες
έχει εξίσου μεγάλη σημασία ποιοι θα καρπωθούν τα
οφέλη, καθώς η κατανομή των κερδών θα επηρεάσει την
κατανάλωση, τις επενδύσεις, την αγορά εργασίας και τελικά
τον πληθωρισμό.
Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα του Φάμπιο Πανέτα, διοικητή της
Τράπεζας της Ιταλίας και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου
της ΕΚΤ.
Η AI
μπορεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ιταλίας, η ευρεία
υιοθέτηση τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να αυξήσει την
παραγωγικότητα της εργασίας στην Ιταλία κατά περισσότερο από
μία ποσοστιαία μονάδα ετησίως.
Πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντική επίδραση, εφόσον
επιβεβαιωθεί στην πράξη.
Η AI
αναμένεται να επηρεάσει ταυτόχρονα την παραγωγικότητα, την
οικονομική ανάπτυξη, την αγορά εργασίας, τις
χρηματοπιστωτικές αγορές και τα συστήματα πληρωμών.
Ωστόσο, το πόσο γρήγορα θα εκδηλωθούν αυτές οι επιδράσεις,
το μέγεθός τους και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο θα
μεταδοθούν στην οικονομία παραμένουν εξαιρετικά αβέβαια.
Δύο διαφορετικά σενάρια για την οικονομία
Η επίδραση της AI
στην οικονομία δεν θα είναι απαραίτητα ίδια σε όλα τα
σενάρια.
Εάν η τεχνητή νοημοσύνη οδηγήσει κυρίως στη δημιουργία νέων
θέσεων εργασίας και σε υψηλότερες προσδοκίες εισοδήματος, τα
νοικοκυριά θα μπορούσαν να αισθανθούν μεγαλύτερη οικονομική
ασφάλεια.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η κατανάλωση θα ενισχυόταν, ενώ η
αυξημένη ζήτηση θα μπορούσε να τροφοδοτήσει έναν νέο κύκλο
επενδύσεων. Το αποτέλεσμα θα ήταν υψηλότερη οικονομική
ανάπτυξη, αλλά ενδεχομένως και μεγαλύτερες πληθωριστικές
πιέσεις.
Υπάρχει όμως και το αντίθετο σενάριο.
Εάν η αυτοματοποίηση επικρατήσει και ενισχύσει την
αβεβαιότητα γύρω από την απασχόληση και τους μισθούς, τα
νοικοκυριά μπορεί να αντιδράσουν αυξάνοντας την αποταμίευσή
τους και περιορίζοντας την κατανάλωση.
Σε αυτή την περίπτωση, η χαμηλότερη κατανάλωση θα μπορούσε
να αντισταθμίσει μέρος της επενδυτικής έκρηξης που προκαλεί
η AI
και να επιταχύνει τις αποπληθωριστικές επιδράσεις της
τεχνολογίας.
Το μεγάλο ερώτημα για τις κεντρικές τράπεζες
Αυτό ακριβώς κάνει την τεχνητή νοημοσύνη τόσο δύσκολη
παράμετρο για τη νομισματική πολιτική.
Η ίδια τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως
παράγοντας που αυξάνει την παραγωγή και ως δύναμη που
περιορίζει ή ενισχύει τη ζήτηση, ανάλογα με το πώς
κατανέμονται τα οφέλη της.
Εάν τα μεγαλύτερα κέρδη κατευθυνθούν κυρίως στις
επιχειρήσεις και στους κατόχους κεφαλαίου, η επίδραση στην
κατανάλωση μπορεί να είναι διαφορετική από μια περίπτωση
όπου μεγάλο μέρος των κερδών μεταφράζεται σε υψηλότερους
μισθούς και περισσότερες θέσεις εργασίας.
Για τις κεντρικές τράπεζες, επομένως, δεν αρκεί να γνωρίζουν
ότι η AI
αυξάνει την παραγωγικότητα. Πρέπει να κατανοήσουν και τον
τρόπο με τον οποίο αυτή η αύξηση μεταφέρεται στην πραγματική
οικονομία.
Η δεύτερη απειλή: οι αποτιμήσεις
Υπάρχει όμως και ένας άμεσος κίνδυνος στις χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Οι υψηλές προσδοκίες για τα μελλοντικά κέρδη των εταιρειών
AI
έχουν ήδη ενσωματωθεί στις τιμές των
περιουσιακών στοιχείων. Αυτό έχει μια θετική πλευρά: οι
υψηλές αποτιμήσεις διευκολύνουν τις τεχνολογικές εταιρείες
να αντλήσουν κεφάλαια και να χρηματοδοτήσουν ακόμη
μεγαλύτερες επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται η ευαισθησία της αγοράς σε
οποιαδήποτε απογοήτευση.
Όσο μεγαλύτερες είναι οι προσδοκίες, τόσο μικρότερο είναι το
περιθώριο για αρνητικές εκπλήξεις.
Ο Πανέτα προειδοποίησε ότι οι σημερινές τιμές των
περιουσιακών στοιχείων ενσωματώνουν ιδιαίτερα αισιόδοξες
προσδοκίες για τη μελλοντική κερδοφορία της
AI.
Εάν οι προσδοκίες αυτές δεν επιβεβαιωθούν, οι αγορές μπορεί
να βρεθούν αντιμέτωπες με απότομες διορθώσεις.
Η AI
ως ευκαιρία αλλά και ως κίνδυνος για τις αγορές
Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα ότι η
AI
αποτελεί «φούσκα». Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η αγορά έχει
προεξοφλήσει ένα μεγάλο μέρος των μελλοντικών οφελών της
τεχνολογίας.
Εάν η παραγωγικότητα αυξηθεί περισσότερο και τα έσοδα των
εταιρειών κινηθούν ταχύτερα από τις σημερινές προβλέψεις, οι
επενδύσεις μπορεί να δικαιωθούν.
Εάν όμως η υιοθέτηση της
AI
αποδειχθεί βραδύτερη, οι τιμές υπερβούν την πραγματική
αύξηση της κερδοφορίας ή ο ανταγωνισμός πιέσει τις τιμές των
υπηρεσιών, η προσαρμογή μπορεί να είναι απότομη.
Και επειδή οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη έχουν ήδη
αποκτήσει τεράστια κλίμακα, μια μεγάλη διόρθωση δεν θα
περιοριζόταν κατ’ ανάγκη στον τεχνολογικό κλάδο.
Θα μπορούσε να επηρεάσει τις επενδύσεις, την εμπιστοσύνη, τη
χρηματοδότηση και τελικά τη συνολική οικονομική
δραστηριότητα.
Το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει έναν ισχυρό
καταλύτη παραγωγικότητας και ανάπτυξης. Παράλληλα, όμως,
δημιουργεί μια νέα και δύσκολη εξίσωση για τις κεντρικές
τράπεζες και τις αγορές.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο παραγωγική θα γίνει η
οικονομία χάρη στην
AI.
Είναι
ποιος θα κερδίσει από αυτή την παραγωγικότητα, πόσο γρήγορα
θα μεταφερθούν τα οφέλη στην οικονομία και κατά πόσο οι
σημερινές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις έχουν ήδη
προεξοφλήσει ένα μεγάλο μέρος αυτής της μελλοντικής
ανάπτυξης.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις
αγορές: όχι στην ίδια την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά στην
απόσταση που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στις προσδοκίες
και στην πραγματικότητα.
|