|
Έντονη ανησυχία προκαλεί στους διεθνείς
εποπτικούς κύκλους η συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ευρώπη
για πιθανή χαλάρωση του output floor, ενός
από τους βασικούς μηχανισμούς της Βασιλείας III
που περιορίζει το περιθώριο των τραπεζών να μειώνουν τις
κεφαλαιακές τους απαιτήσεις μέσω εσωτερικών μοντέλων.
Ο Νιλ Εσο, πρώην γενικός
γραμματέας της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική
Εποπτεία, χαρακτήρισε ενδεχόμενη εγκατάλειψη του κανόνα
«καταστροφή» και «ένα πολύ μεγάλο βήμα προς τη λάθος
κατεύθυνση».
Η παρέμβασή του
έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση
αναζητά τρόπους να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των
ευρωπαϊκών τραπεζών έναντι των αμερικανικών, να περιορίσει
το ρυθμιστικό κόστος και να διευκολύνει τη χρηματοδότηση της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το δίλημμα, επομένως, είναι ιδιαίτερα
κρίσιμο: περισσότερη ευελιξία και μεγαλύτερη
πιστωτική επέκταση σήμερα ή διατήρηση υψηλών κεφαλαιακών
απαιτήσεων ως ασπίδα απέναντι σε μια μελλοντική τραπεζική
κρίση;
Τι είναι το
output floor
Η Βασιλεία III
δημιουργήθηκε μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του
2008, με στόχο να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες διαθέτουν
επαρκή κεφάλαια και ρευστότητα ώστε να απορροφούν μεγάλες
ζημιές χωρίς να χρειάζονται κρατική διάσωση.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της είναι
το output floor.
Οι τράπεζες
υπολογίζουν τις κεφαλαιακές τους ανάγκες με βάση τους
κινδύνους που ενσωματώνουν τα δάνεια και τα υπόλοιπα
περιουσιακά στοιχεία τους. Μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες
χρησιμοποιούν σε σημαντικό βαθμό εσωτερικά μοντέλα για να
εκτιμήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο.
Το πρόβλημα που
θέλησε να αντιμετωπίσει η Βασιλεία III είναι ότι διαφορετικά
μοντέλα μπορούν να οδηγήσουν σε πολύ διαφορετικές εκτιμήσεις
κινδύνου.
Το output floor λειτουργεί ως ένα
ελάχιστο όριο ασφαλείας. Προβλέπει ότι το
αποτέλεσμα των εσωτερικών μοντέλων δεν μπορεί να οδηγεί τις
κεφαλαιακές απαιτήσεις κάτω από το 72,5%
εκείνων που θα προέκυπταν με την τυποποιημένη μέθοδο.
Για παράδειγμα,
εάν η τυποποιημένη προσέγγιση υποδεικνύει ότι μια τράπεζα
πρέπει να διατηρεί κεφάλαια 100 ευρώ, το εσωτερικό μοντέλο
δεν μπορεί να μειώσει την απαίτηση κάτω από τα 72,5 ευρώ.
Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα
«ταβάνι» στο πόσο χαμηλά μπορούν να φτάσουν οι κεφαλαιακές
απαιτήσεις μέσω των εσωτερικών μοντέλων.
Γιατί αντιδρούν
οι ευρωπαϊκές τράπεζες
Από την πλευρά
των τραπεζών, το επιχείρημα είναι διαφορετικό.
Η εφαρμογή του
output floor αυξάνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα
απαιτούμενα κεφάλαια και περιορίζει την απόδοση των ιδίων
κεφαλαίων. Αυτό μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά τους να
χορηγούν νέα δάνεια.
Η επίδραση είναι
ιδιαίτερα σημαντική σε τομείς όπως:
η χρηματοδότηση
μικρομεσαίων επιχειρήσεων,
τα στεγαστικά
δάνεια,
η επιχειρηματική
πίστη,
οι υποδομές και
οι επενδύσεις.
Οι ευρωπαϊκές
τράπεζες υποστηρίζουν ότι εάν υποχρεώνονται να διατηρούν
περισσότερα κεφάλαια για κάθε μονάδα ενεργητικού, τότε είτε
περιορίζεται η πιστωτική επέκταση είτε αυξάνεται το κόστος
χρηματοδότησης.
Σε μια Ευρώπη
που προσπαθεί να αυξήσει τις επενδύσεις και να κλείσει το
χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις ΗΠΑ, το επιχείρημα αυτό
αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Το ευρωπαϊκό
δίλημμα απέναντι στη Wall Street
Εδώ βρίσκεται
και η ουσία της σημερινής συζήτησης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει
αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης του output floor,
στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού του
ρυθμιστικού βάρους που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές
τράπεζες.
Ο στόχος είναι σαφής: να γίνουν οι
ευρωπαϊκές τράπεζες πιο ανταγωνιστικές και να μπορούν να
διοχετεύουν περισσότερα κεφάλαια στην οικονομία.
Το πρόβλημα
είναι ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη αποφασίσει να μην εφαρμόσουν το
output floor με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό δημιουργεί
έναν ανταγωνιστικό προβληματισμό στην Ευρώπη. Εάν οι
αμερικανικές τράπεζες λειτουργούν με λιγότερους
περιορισμούς, οι ευρωπαϊκές τράπεζες υποστηρίζουν ότι
βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.
Ο Νιλ Εσο,
ωστόσο, αντιτείνει ότι η σύγκριση δεν είναι τόσο απλή.
Οι αμερικανικές
τράπεζες χρησιμοποιούν σε μικρότερο βαθμό εσωτερικά μοντέλα
για τον υπολογισμό του πιστωτικού κινδύνου. Επομένως, η
κατάργηση του output floor στις ΗΠΑ δεν έχει την ίδια
επίδραση που θα είχε στους μεγάλους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς
ομίλους.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη κινδυνεύει
να χαλαρώσει έναν κανόνα πολύ περισσότερο για τις δικές της
τράπεζες απ' όσο θα χρειαστεί να τον χαλαρώσουν οι ΗΠΑ για
τις αμερικανικές.
Από τη
χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ανάπτυξη
Πίσω από τη
συζήτηση για το output floor βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο
ζήτημα.
Οι κυβερνήσεις
της Ευρώπης αναζητούν τρόπους να επιταχύνουν την ανάπτυξη,
να αυξήσουν τις επενδύσεις και να ενισχύσουν την
ανταγωνιστικότητα.
Η τραπεζική
χρηματοδότηση αποτελεί βασικό εργαλείο για να επιτευχθούν
αυτοί οι στόχοι.
Όσο περισσότερα
κεφάλαια υποχρεούνται να διατηρούν οι τράπεζες ως
«μαξιλάρι», τόσο μικρότερη είναι θεωρητικά η δυνατότητα
μόχλευσης των ισολογισμών τους.
Από αυτή την άποψη, η χαλάρωση του output
floor μπορεί να φαίνεται ελκυστική: λιγότερο
κεφάλαιο ανά μονάδα ενεργητικού, μεγαλύτερη δυνατότητα
δανεισμού και υψηλότερη απόδοση ιδίων κεφαλαίων.
Όμως ακριβώς εδώ
βρίσκεται ο κίνδυνος.
Η εμπειρία του
2008 έδειξε ότι η υπερβολική έμφαση στην πιστωτική επέκταση
και στις αποδόσεις μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους που
εμφανίζονται μόνο όταν ο οικονομικός κύκλος αντιστρέφεται.
Το
«race to the bottom»
Ο Εσο
προειδοποιεί ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο έναν τεχνικό
τραπεζικό κανόνα.
Η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι μπορεί να
ξεκινήσει ένας αγώνας χαλάρωσης των εποπτικών
κανόνων μεταξύ διαφορετικών χωρών.
Εάν οι ΗΠΑ
μειώνουν κάποιες κεφαλαιακές απαιτήσεις και η Ευρώπη απαντά
με αντίστοιχες κινήσεις για να προστατεύσει την
ανταγωνιστικότητα των δικών της τραπεζών, υπάρχει ο κίνδυνος
να δημιουργηθεί σταδιακά ένα «race to the bottom».
Δεν πρόκειται
απαραίτητα για μια απότομη εγκατάλειψη της Βασιλείας III.
Ο κίνδυνος είναι πιο ύπουλος: να
αφαιρούνται σταδιακά επιμέρους δικλίδες ασφαλείας, μέχρι το
συνολικό πλαίσιο να έχει αποδυναμωθεί σημαντικά.
Και αυτό σε μια
περίοδο κατά την οποία το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει
νέους και λιγότερο προβλέψιμους κινδύνους.
Οι νέοι κίνδυνοι
είναι ακόμη μεγαλύτεροι
Η τεχνητή
νοημοσύνη, η αυξανόμενη σημασία των μη τραπεζικών
χρηματοπιστωτικών οργανισμών και η ολοένα μεγαλύτερη
διασύνδεση των αγορών δημιουργούν νέες μορφές κινδύνου.
Την ίδια στιγμή,
η διεθνής συνεργασία για την αντιμετώπισή τους γίνεται
δυσκολότερη.
Αυτό σημαίνει ότι το τραπεζικό σύστημα
χρειάζεται, σύμφωνα με τον Εσο, ισχυρό εποπτικό
πλαίσιο ακριβώς τη στιγμή που οι πολιτικές πιέσεις για
χαλάρωση αυξάνονται.
Το output floor,
από αυτή την άποψη, λειτουργεί ως ένα από τα τελευταία κοινά
σημεία αναφοράς μεταξύ διαφορετικών τραπεζικών συστημάτων.
Τι σημαίνει για
τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Για τις
ευρωπαϊκές τράπεζες, μια χαλάρωση του output floor θα
μπορούσε βραχυπρόθεσμα να είναι θετική.
Θα μπορούσε να
οδηγήσει σε:
χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις → μεγαλύτερη δυνατότητα
πιστωτικής επέκτασης → υψηλότερη μόχλευση → πιθανώς
υψηλότερες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων.
Για τις μετοχές
των τραπεζών, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει θετικό
καταλύτη, ιδιαίτερα για ομίλους που σήμερα διαθέτουν ισχυρά
κεφαλαιακά αποθέματα και μπορούν να μετατρέψουν μέρος αυτής
της κεφαλαιακής «άνεσης» σε περισσότερα δάνεια ή υψηλότερες
διανομές.
Αλλά υπάρχει και
η άλλη πλευρά.
Το
κεφάλαιο που σήμερα θεωρείται «κόστος» για τις τράπεζες
αποτελεί ταυτόχρονα ασπίδα προστασίας για τους μετόχους
τους.
Μια τράπεζα με
μεγαλύτερο κεφαλαιακό μαξιλάρι μπορεί να απορροφήσει
μεγαλύτερες ζημιές χωρίς να χρειαστεί αύξηση κεφαλαίου,
κρατική στήριξη ή δραστικό περιορισμό της πιστωτικής της
δραστηριότητας.
Η πραγματική
συζήτηση δεν είναι 72,5% ή 100%
Η συζήτηση για
το output floor συχνά παρουσιάζεται ως μια τεχνική
αντιπαράθεση μεταξύ εποπτών και τραπεζών.
Στην
πραγματικότητα, αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο:
Πόσο
ρίσκο είναι διατεθειμένη να αναλάβει η Ευρώπη προκειμένου να
επιταχύνει την ανάπτυξη;
Οι τράπεζες
χρειάζονται επαρκή κεφάλαια για να παραμένουν ασφαλείς, αλλά
ταυτόχρονα χρειάζονται αρκετή ευελιξία ώστε να χρηματοδοτούν
την οικονομία.
Το δύσκολο είναι
να βρεθεί η ισορροπία.
Η Ευρώπη δεν
μπορεί να αγνοεί το γεγονός ότι οι αμερικανικές τράπεζες
λειτουργούν σε ένα διαφορετικό εποπτικό περιβάλλον. Ούτε
όμως μπορεί να απαντήσει στον ανταγωνισμό με μια σταδιακή
αποδόμηση των κανόνων που δημιουργήθηκαν ακριβώς για να
αποτρέψουν την επανάληψη των προηγούμενων κρίσεων.
Και αυτή
είναι η ουσία της προειδοποίησης του Εσο: το output floor
μπορεί να φαίνεται σήμερα ως περιορισμός για τις τράπεζες,
αλλά αύριο μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι ακριβώς αυτό που
προστατεύει το σύστημα όταν οι συνθήκες αλλάξουν.
Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, λοιπόν, το
επόμενο διάστημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η συζήτηση για
τη Βασιλεία III δεν αφορά μόνο το κόστος κεφαλαίου και την
πιστωτική επέκταση. Αφορά το πόσο μακριά είναι
διατεθειμένη να πάει η Ευρώπη στην προσπάθειά της να γίνει
πιο ανταγωνιστική χωρίς να θυσιάσει τη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα.
|