|

Ομόλογα
Μέχρι τουλάχιστον χθες νωρίς το απόγευμα όταν
γράφαμε το σχόλιο. Νέα έντονη πίεση δέχονταν η παγκόσμια αγορά
κρατικών ομολόγων, καθώς οι επενδυτές βρίσκονται αντιμέτωποι με
έναν συνδυασμό που ανατρέπει τις προσδοκίες για χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε
σε νέα αύξηση επιτοκίων, ενώ στις ΗΠΑ ο πληθωρισμός χονδρικής
αποδείχθηκε υψηλότερος από τις εκτιμήσεις.
Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο το σενάριο
των «υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο διάστημα» και ανεβάζει
το κόστος δανεισμού κυβερνήσεων και επιχειρήσεων, σε μια περίοδο
κατά την οποία οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων
βρίσκονται ήδη σε πολυετή υψηλά.
Η ΕΚΤ αυξάνει τα επιτόκια στο 2,50%
Η ΕΚΤ αύξησε σήμερα το επιτόκιο καταθέσεων κατά
25 μονάδες βάσης, στο 2,50%, στη δεύτερη αύξηση επιτοκίων μέσα
στο 2026.
Η απόφαση συνδέεται κυρίως με την απότομη άνοδο
του ενεργειακού κόστους λόγω της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση
Ανατολή. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφθασε το 3,3% τον
Αύγουστο, αρκετά πάνω από τον στόχο του 2%, ενώ η ΕΚΤ προβλέπει
πλέον μέσο πληθωρισμό 3% για το 2026 και 2,5% για το 2027.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ
προειδοποίησε ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν
σημαντική αβεβαιότητα, με τους κινδύνους για τον πληθωρισμό να
παραμένουν ανοδικοί, ενώ ταυτόχρονα οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη
είναι καθοδικοί.
Η αγορά, πάντως, εξακολουθεί να τιμολογεί
πιθανότητα μιας ακόμη αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος
του έτους, γεγονός που σημαίνει ότι ο κύκλος σύσφιξης ενδέχεται
να μην έχει ολοκληρωθεί.
Τα γερμανικά ομόλογα στα υψηλότερα επίπεδα από
το 2011
Η απόφαση της ΕΚΤ προκάλεσε νέα άνοδο στις
αποδόσεις των ευρωπαϊκών κρατικών τίτλων.
Η απόδοση του 2ετούς γερμανικού τίτλου κινήθηκε
κοντά στο 3,07%, ενώ η απόδοση του 10ετούς Bund έφθασε περίπου
στο 3,46%, παραμένοντας κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2011.
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση καταγράφηκε στο
μακροπρόθεσμο άκρο της καμπύλης. Η απόδοση του 30ετούς
γερμανικού ομολόγου κινήθηκε κοντά στο 3,91%, επίσης σε επίπεδα
που παραπέμπουν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.
Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή η
άνοδος των αποδόσεων δεν αποτελεί πλέον ένα αποκλειστικά
αμερικανικό φαινόμενο. Το κόστος χρήματος αυξάνεται ταυτόχρονα
στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, περιορίζοντας την ελπίδα για
μια γρήγορη επιστροφή σε περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων.
Το αμερικανικό PPI δίνει νέο «σήμα» για τη Fed
Το δεύτερο πλήγμα στις αγορές ομολόγων ήρθε από
τις ΗΠΑ.
Ο δείκτης τιμών παραγωγού αυξήθηκε κατά 5,4% σε
ετήσια βάση τον Αύγουστο, έναντι 4,8% τον Ιούλιο και ελαφρώς
πάνω από το 5,3% που ανέμενε η αγορά. Σε μηνιαία βάση αυξήθηκε
κατά 0,4%.
Η άνοδος αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην
ενέργεια, με το κόστος ντίζελ να αυξάνεται έντονα και τις
συνολικές τιμές ενέργειας να καταγράφουν σημαντική άνοδο. Ο
δομικός PPI αυξήθηκε κατά 4,6% σε ετήσια βάση, δείχνοντας ότι οι
πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην
ενέργεια.
Η αντίδραση ήταν άμεση στην αγορά Treasuries.
Η απόδοση του 2ετούς αμερικανικού ομολόγου
κινήθηκε περίπου στο 4,50%, ενώ η απόδοση του 10ετούς πλησίασε
το 4,91%. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος στο 30ετές, όπου η
απόδοση κινήθηκε πάνω από το 5,30%.
Όλα τα βλέμματα τώρα στον πληθωρισμό καταναλωτή
Το επόμενο κρίσιμο τεστ για τις αγορές είναι ο
δείκτης τιμών καταναλωτή των ΗΠΑ.
Η εικόνα του PPI ενισχύει τις ανησυχίες ότι το
ενεργειακό σοκ αρχίζει να περνάει στην ευρύτερη οικονομία. Για
τη Federal Reserve, το ζητούμενο είναι εάν οι υψηλότερες τιμές
ενέργειας θα παραμείνουν ένα προσωρινό σοκ ή θα αρχίσουν να
δημιουργούν δεύτερο γύρο πληθωριστικών πιέσεων.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει της
συνεδρίασης της Fed στις 15-16 Σεπτεμβρίου.
Οι αγορές έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά την
πιθανότητα νέας αύξησης επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, καθώς η
ισχυρότερη εικόνα του πληθωρισμού προστίθεται στα ανθεκτικά
στοιχεία της αμερικανικής οικονομίας. Η δημοσίευση του CPI θα
μπορούσε να μεταβάλει εκ νέου τις προσδοκίες.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι πλέον η διάρκεια των
υψηλών αποδόσεων
Η νέα άνοδος των αποδόσεων δεν αφορά μόνο την
επόμενη συνεδρίαση της Fed ή της ΕΚΤ.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις αγορές είναι ότι
οι επενδυτές αρχίζουν να τιμολογούν ένα περιβάλλον στο οποίο ο
πληθωρισμός μπορεί να παραμείνει υψηλός για μεγαλύτερο διάστημα,
ενώ οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να χρειάζονται τεράστια ποσά για
τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους.
Στην Ευρώπη, το ενεργειακό σοκ δημιουργεί έναν
ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό για την ΕΚΤ: υψηλότερος πληθωρισμός
σε μια οικονομία που παραμένει σχετικά αδύναμη.
Στις ΗΠΑ, το πρόβλημα είναι αντίστοιχα σύνθετο.
Η οικονομία εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, όμως οι υψηλές
αποδόσεις των Treasuries αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης του
αμερικανικού Δημοσίου και περιορίζουν τον χώρο για γρήγορη
νομισματική χαλάρωση.
Το αποτέλεσμα είναι μια νέα πραγματικότητα για
τις αγορές: οι επενδυτές δεν μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένη
την πτώση των επιτοκίων.
Και όσο το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100
δολάρια, ο πληθωρισμός επιμένει και οι αποδόσεις των 10ετών και
30ετών ομολόγων ανεβαίνουν, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος το
σημερινό sell-off στην αγορά χρέους να αποκτήσει μεγαλύτερη
διάρκεια και να μεταφερθεί στις μετοχές, στην οικονομική
ανάπτυξη και τελικά στο κόστος δανεισμού ολόκληρης της
παγκόσμιας οικονομίας.
|