Για πέμπτη συνεχή χρονιά
το Βερολίνο κατέγραψε
πέρυσι περισσότερα έσοδα
από δαπάνες. Σύμφωνα με
την Ομοσπονδιακή
Στατιστική Υπηρεσία το
πλεόνασμα ρεκόρ έφθασε
το 2018 τα 58
δισεκατομμύρια ευρώ και
είναι το υψηλότερο από
την γερμανική επανένωση
το 1990. Καθοριστικό
ρόλο στο υψηλό πλεόνασμα
παίζουν τόσο τα ιστορικά
χαμηλά επίπεδα ανεργίας,
όσο και τα αυξημένα
κέρδη της Γερμανικής
Ομοσπονδιακής Τράπεζας,
που καρπώνεται το
γερμανικό δημόσιο. Σε
σχέση με το γερμανικό
ΑΕΠ το πλεόνασμα
υπολογίζεται σε 1,7%.
Κερδισμένο βγαίνει το
Βερολίνο και από την,
αμφιλεγόμενη στη
Γερμανία, πολιτική του
φθηνού χρήματος της ΕΚΤ.
Χάρη στα σχεδόν μηδενικά
επιτόκια οι δαπάνες για
τόκους του γερμανικού
δημοσίου μειώθηκαν
πέρυσι κατά 8,5%.
Την ίδια στιγμή όμως
μειώνονται οι
αναπτυξιακοί ρυθμοί της
ισχυρότερης ευρωπαϊκής
οικονομίας. Στο δεύτερο
εξάμηνο του 2018 το
γερμανικό εξωτερικό
εμπόριο άρχισε να
αντιμετωπίζει τις
επιπτώσεις σοβαρότατων
διεθνών προκλήσεων, όπως
η ασθμαίνουσα παγκόσμια
ανάπτυξη, οι
επαπειλούμενες εμπορικές
διενέξεις, αλλά και η
αβεβαιότητα λόγω του
επικείμενου Brexit.
Σύμφωνα με τον
επικεφαλής οικονομολόγο
της δημόσιας
αναπτυξιακής τράπεζας
KfW Γεργκ Τσόινερ «σήμερα
η απειλή των Αμερικανών
για δασμούς στις
εισαγωγές γερμανικών
αυτοκινήτων είναι
περισσότερο απτή από
ποτέ. Την ίδια στιγμή ο
εμπορικός μας εταίρος, η
Μεγάλη Βρετανία,
συνεχίζει την ξέφρενη
πορεία προς το γκρεμό
του Brexit και οι
ειδήσεις για την
παγκόσμια οικονομία κάθε
άλλο παρά ενθαρρυντικές
είναι».
Χαμηλότερους φόρους
ζητούν οι επιχειρήσεις
Τα έσοδα ρεκόρ του
γερμανικού δημοσίου «ανοίγουν
ορέξεις» στη χώρα. Ο
τομέας της οικονομίας
ζητά φοροελαφρύνσεις
δισεκατομμυρίων.
Πρόσφατα ο επικεφαλής
του Ομοσπονδιακού
Συνδέσμου Γερμανικών
Βιομηχανιών (BDI) Ντίτερ
Κεμπ επέκρινε ότι η
Γερμανία από χώρα υψηλής
φορολόγησης για
επιχειρήσεις μετατράπηκε
σε χώρα κορυφαίων
φορολογικών συντελεστών.
Παρόμοια άποψη εκφράζει
και το Γερμανικό
Εμποροβιομηχανικό
Επιμελητήριο (DIHK): «Οι
επιχειρήσεις επωμίζονται
τόσα οικονομικά βάρη που
μειονεκτούν έναντι του
ανταγωνισμού», δηλώνει ο
διευθύνων σύμβουλος
Μάρτιν Βανσλέμπεν.
Την ίδια στιγμή ωστόσο ο
επικεφαλής οικονομολόγος
της Commerzbank Γεργκ
Κρέμερ ζητά από το
γερμανικό δημόσιο να
επενδύσει «σε οδικές
αρτηρίες, ένα γρήγορο ίντερνετ
και την ψηφιοποίηση της
δημόσιας διοίκησης». Από
την πλευρά του ο
επικεφαλής οικονομολόγος
της ING Bank Κάρστεν
Μπζέσκι δηλώνει ότι «οι
επενδύσεις του δημοσίου
δεν είναι μόνο
απαραίτητες
μακροπρόθεσμα, αλλά και
η καλύτερη συνταγή
εναντίον των μειωμένων
ρυθμών ανάπτυξης».
Όμως το υπουργείο
Οικονομικών θα πρέπει να
λάβει υπόψη του ότι,
παρά το πλεόνασμα για τα
επόμενα χρόνια, αναμένει
μειωμένα φορολογικά
έσοδα ύψους 25 δις μέχρι
το 2023. Για το λόγο
αυτό έχει ήδη ορίσει
κόκκινες γραμμές για
διάφορα πολυδάπανα
σχέδια του μεγάλου
συνασπισμού.
Φριντερίκε Μαρξ, Γερν
Μπέντερ (dpa)
Επιμέλεια: Στέφανος
Γεωργακόπουλος
Deutsche Welle
|
|