|
Όπως γράφουν οι
FT,
το βιβλίο που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1999,
επιχειρηματολογούσε πως οι μετοχές θα
τριπλασίαζαν την αξία τους σε περίπου τέσσερα
χρόνια. Ιστορικά, οι επενδυτές είχαν συνδέσει
υπερβολικά μεγάλα ρίσκα με αυτή την κατηγορία
περιουσιακών στοιχείων, έγραψαν ο Τζέιμς
Γκλάσμαν και κ. Χάσετ, και πλέον
συνειδητοποιούσαν ότι τα blue chips θα αύξαναν
αξιόπιστα τα μερίσματα.
Ως παραδείγματα, επέλεξαν μια τράπεζα, μια
εταιρία συσκευασμένων τροφίμων και μια
ασφαλιστική εταιρία που αργότερα έγινε διάσημη:
«Τόσο η Wells
Fargo όσο και η Campbell
Soup, είναι πολύ γνωστές, αλλά
σχετικά βαρετές εταιρίες. Τώρα, κοιτάξτε ένα
πραγματικό αστέρι: την Fannie
Mae». Το αστέρι εξελίχθηκε σε
σουπερνόβα το 2008. Αλλά δεν ήταν μόνο η Fannie
που απέτυχε να ανταποκριθεί στην ταμπέλα του
ασφαλούς πληρωτή μερισμάτων. Η Wells Fargo «πετσόκοψε»
το μέρισμά της το 2009. Η Campbell Soup είχε
μειώσει απότομα τις πληρωμές το 2001.
Αυτό που θα στήριζε αυτά τα ανεπαρκή μερίσματα,
υποτίθεται πως θα ήταν η αξιόπιστη
ανάπτυξη κερδών. Στην προσπάθεια
να δείξουν πόσο σίγουρο ήταν αυτό, οι συγγραφείς
αναφέρθηκαν στην Gillette, με μερίδιο 70% στην
αγορά ξυραφιών. «Πώς μπορεί μια startup ή ακόμη
και μια παγιωμένη εταιρία, να την ανταγωνιστεί;»
αναρωτήθηκαν. Μέχρι το 2015, η Gillette παραχωρούσε
με ανησυχητικούς ρυθμούς μερίδιο αγοράς στην Dollar
Shave Club, μια startup τόσο
επιτυχημένη που εξαγοράστηκε από τη Unilever
πέρυσι για ένα δισ. δολάρια.
Και φυσικά το βιβλίο έχει παραμείνει συνώνυμο
των κακών προβλέψεων αγοράς.
Μόλις τρεις μήνες μετά τη δημοσίευσή του, έσκασε
η φούσκα. Τρία χρόνια αργότερα, ο Dow Jones
Industrial Average είχε βυθιστεί στις 7.200
μονάδες.
Ο κ. Γκλάσμαν μέχρι που είχε και ατυχές timing,
όταν έγραψε ένα άρθρο στη Wall Street Journal,
στο οποίο παραδέχθηκε
πως το βιβλίο ήταν λάθος και
υποστήριξε ότι ο κόσμος διένυε μια περίοδο
ακραίου ρίσκου, όπως φάνηκε από τις
τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου,
και πως οι επενδυτές καλά θα έκαναν να μειώσουν
τις τοποθετήσεις σε μετοχές στο 50%. Από τότε, ο
αγαπημένος του δείκτης έχει ενισχυθεί κατά 90%.
Σήμερα λέει mea
culpa για το προηγούμενο mea culpa.
«Άλλαξα γνώμη το 2011, το οποίο μάλλον δεν θα
έπρεπε να είχα κάνει», παραδέχεται. «Θα
παρατηρούσα πως ο Κέβιν Χάσετ, με τον οποίο
γράψαμε μαζί το βιβλίο, δεν άλλαξε ποτέ γνώμη,
προς μεγάλη του τιμή.
Ωστόσο, προς μεγάλη τιμή και των δύο, το βιβλίο
είναι καλύτερο απ’ ότι υπαινίσσεται η ιστορία
του. Είναι καλογραμμένο -απλές δηλώσεις
επικοινωνούν ακριβώς αυτό που εννοούν οι
συγγραφείς. Δυστυχώς, αυτό δεν
τους αφήνει πουθενά να κρυφτούν.
Ο κ. Γκλάσμαν μετανιώνει που αγνόησε την
προφητική συμβουλή ενός οικονομολόγου: «’’Ποτέ
μην συνδέεις ένα νούμερο με μια ημερομηνία’’.
Δυστυχώς δεν έδωσα σημασία σε αυτό».
Το timing του βιβλίου σημαίνει πως αναπόφευκτα «τσουβαλιάζεται»
με τον πυρετό των dotcom, αλλά απείχε
πολύ από το να στηρίξει το
Pets.com και άλλα τέτοια. Εταιρίες με
παρατεταμένα κέρδη προτιμώνται. Τα στέρεα
δόγματα του Μπέντζαμιν Γκράχαμ και του Γουόρεν
Μπάφετ τα επικαλείται συχνά. Ο Dow, παρά τα
ελαττώματά του, προτιμάται
σε σχέση με τον τεχνολογικό Nasdaq εκείνης
της εποχής. «Θα μπορούσαν οι μετοχές
ιντερνετικών εταιριών να αποτελούν μανία ή
φούσκα;» ρωτούν οι συγγραφείς. «Απόλυτα. Αλλά οι
μετοχές του Dow Jones Industrial Average; (…)
Εξαιρετικά απίθανο».
Το timing ήταν ατυχές και η σημασία της
πρόβλεψης ήταν λάθος, αλλά οι μετοχές συνέχισαν
έχουν καλές επιδόσεις μακροπρόθεσμα.
Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου, ακόμα και έπειτα
από δύο μεγάλα selloff, ο Dow έχει αποδώσει
250%, περιλαμβανομένων των μερισμάτων, ή 7% το
χρόνο. Μόνο το 2017, ο Dow έχει εκτοξευτεί 17%
και αυτή την εβδομάδα πέρασε τις 23.000 για
πρώτη φορά. Αν και ο κ. Γκλάσμαν και ο κ. Χάσετ
προσγειώθηκαν απότομα σε πολλά από τα
παραδείγματά τους, ένα από αυτά, η Biogen,
έχει αποδώσει 2.200% αντισταθμίζοντας τις άλλες
αποτυχίες, αν και ακόμη δεν πληρώνει μέρισμα.
Η βασική παρατήρηση πως οι μετοχές είναι γενικώς
πολύ χαμηλά τιμολογημένες, δεδομένων των
ιστορικά υψηλότερων επιδόσεων των ομολόγων,
είναι ακόμη εύστοχη. Μεταξύ των οπαδών της
θεωρίας είναι ο Ρίτσαρντ
Θέιλερ, ο οποίος έγραψε σχετικά
με αυτό το «πάζλ των premium στις μετοχές» το
1995 και βραβεύθηκε πρόσφατα με το Νόμπελ.
Σήμερα είναι μόνο οι αφύσικα υψηλές τιμές των
ομολόγων που μπορούν να κάνουν τις κατά τα άλλα τρομακτικά
υπερτιμολογημένες μετοχές, να
δείχνουν ότι αποτιμώνται σωστά.
Ο κ Γκλάσμαν, ο οποίος ήταν μέρος της κυβέρνησης
του Τζορτζ Μπους και τώρα έχει τη δική του
συμβουλευτική εταιρία, αποφεύγει
να προβλέψει πότε η αγορά θα
ξεπεράσει το όριο των 36.000. Πιστεύει πως ο κ.
Τραμπ αναλαμβάνει μεγάλο ρίσκο, όταν συνδέει τη
bull market με την προεδρία του. «Πολιτικά, απλά
θεωρώ ότι πρόκειται για γιγαντιαίο λάθος. Δεν
είναι αλήθεια».
Financial Times –
Πρώτη μετάφραση
euro2day.gr
|