|
Ο Δείκτης Εμπιστοσύνης
των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων υποχώρησε
στις 4 μονάδες, από 17
μονάδες στο προηγούμενο
εξάμηνο, προσεγγίζοντας
τα επίπεδα που είχαν
καταγραφεί κατά την
ενεργειακή κρίση του
2022.
Παράλληλα, περίπου μία
στις δύο επιχειρήσεις
εξακολουθεί να δηλώνει
ότι διατηρεί αναπτυξιακό
προσανατολισμό, έναντι
σχεδόν 60% στην
προηγούμενη μέτρηση.
Ωστόσο, η πτώση της
αισιοδοξίας δεν
συνοδεύτηκε από αύξηση
των επιχειρήσεων που
αντιμετωπίζουν
προβλήματα επιβίωσης. Η
υποχώρηση των
αναπτυξιακών σχεδίων
μεταφράστηκε κυρίως σε
στροφή προς πιο
συντηρητικές στρατηγικές
σταθερότητας και όχι σε
αδυναμία συνέχισης της
δραστηριότητας.
Το ενεργειακό κόστος η
μεγαλύτερη πρόκληση
Η σημαντικότερη πίεση
για τις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις προήλθε από
την αύξηση του
ενεργειακού κόστους και
τις ανατιμήσεις στις
πρώτες ύλες.
Το 61% των επιχειρήσεων
δήλωσε ότι επηρεάστηκε
σημαντικά από τις
εξελίξεις σε αυτό το
πεδίο, ποσοστό σχεδόν
διπλάσιο σε σχέση με τις
επιπτώσεις που
καταγράφηκαν στη ζήτηση,
στην εφοδιαστική αλυσίδα
και στις επενδύσεις.
Το στοιχείο αυτό δείχνει
ότι η γεωπολιτική
αναταραχή λειτούργησε
κυρίως ως αύξηση κόστους
παραγωγής και
λειτουργίας, χωρίς να
εξελιχθεί σε γενικευμένη
διαταραχή της
επιχειρηματικής
δραστηριότητας.
Απέναντι στις πιέσεις
αυτές, η πλειονότητα των
επιχειρήσεων επέλεξε να
απορροφήσει μέρος του
αυξημένου κόστους.
Συγκεκριμένα, το 54% δεν
προχώρησε σε σημαντικές
αυξήσεις τιμών ούτε σε
μεγάλες αλλαγές στον
τρόπο λειτουργίας του.
Η επιλογή αυτή δείχνει
ότι οι επιχειρήσεις
θεωρούν την κατάσταση
διαχειρίσιμη, αλλά
ταυτόχρονα αποτυπώνει
και τα περιορισμένα
περιθώρια μετακύλισης
του αυξημένου κόστους
στους καταναλωτές.
Ανθεκτικότητα σε
ρευστότητα και
χρηματοοικονομική
κατάσταση
Παρά τις πιέσεις στα
περιθώρια κέρδους, η
συνολική
χρηματοοικονομική εικόνα
των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων παρέμεινε
σταθερή.
Το ποσοστό των
επιχειρήσεων που
ακολουθούν στρατηγική
επιβίωσης παρέμεινε
σχεδόν αμετάβλητο, στο
13%, έναντι 12% στο
προηγούμενο εξάμηνο.
Παράλληλα, οι
επιχειρήσεις που
αντιμετωπίζουν έντονα
προβλήματα ρευστότητας
παρέμειναν κοντά σε
ιστορικά χαμηλά επίπεδα,
περίπου στο 9% του
συνόλου.
Η ανθεκτικότητα αυτή
αποδίδεται σε μεγάλο
βαθμό στην εμπειρία που
έχουν αποκτήσει οι
ελληνικές μικρομεσαίες
επιχειρήσεις από τις
διαδοχικές κρίσεις της
τελευταίας περιόδου,
όπως η πανδημία, η
ενεργειακή κρίση και οι
αναταράξεις στις
εφοδιαστικές αλυσίδες.
Τα στοιχεία των ερευνών
της Εθνικής Τράπεζας
δείχνουν ότι το ποσοστό
των επιχειρήσεων που
δηλώνουν ότι
επηρεάζονται σημαντικά
από εξωτερικά σοκ έχει
μειωθεί σταδιακά: από
περίπου 80% κατά την
ενεργειακή κρίση της
περιόδου 2021-2022, σε
50% κατά την κρίση στις
εφοδιαστικές αλυσίδες το
2024 και σε 45% στην
πρόσφατη γεωπολιτική
αναταραχή στη Μέση
Ανατολή.
Συγκρατημένες αλλά
θετικές προσδοκίες για
τις πωλήσεις
Παρά το δυσμενές
περιβάλλον, οι
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
εξακολουθούν να
διατηρούν θετικές
προσδοκίες για την
πορεία των πωλήσεών
τους.
Ακόμη και στο
αποκορύφωμα της
γεωπολιτικής έντασης,
εκτιμούσαν ότι οι
πωλήσεις τους θα
αυξηθούν κατά περίπου 3%
το 2026, έναντι αύξησης
5% το 2025.
Η πρόβλεψη αυτή δείχνει
μια αναμενόμενη
επιβράδυνση της
ανάπτυξης, χωρίς όμως να
σηματοδοτεί ανατροπή της
θετικής πορείας του
κλάδου.
Συνολικά, η έρευνα της
Εθνικής Τράπεζας
αποτυπώνει την εικόνα
ενός τομέα που δέχθηκε
σημαντικό πλήγμα στο
επίπεδο της
εμπιστοσύνης, αλλά
κατάφερε να διατηρήσει
τις βασικές του αντοχές.
Η επόμενη πρόκληση για
τις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις είναι να
περάσουν από την απλή
απορρόφηση των αυξημένων
πιέσεων κόστους σε πιο
ενεργητική διαχείριση
κινδύνων. Αυτό
προϋποθέτει επενδύσεις
στη λειτουργική
αποτελεσματικότητα,
καλύτερη οργάνωση της
εφοδιαστικής και
εμπορικής λειτουργίας,
ανάπτυξη συνεργασιών που
περιορίζουν τα
μειονεκτήματα της μικρής
κλίμακας και διατήρηση
επαρκούς χρηματοδοτικής
ευελιξίας.
|