|
00:01 -
01/04/26 |
|
|
|
|
|

|
|
13 ολόκληρα χρόνια
Δεκατρία χρόνια, μέχρι το 2022, χρειάστηκε η Ελλάδα για να
επανέλθει στα επίπεδα του πραγματικού κατά κεφαλήν
εισοδήματος του 2009, ενώ στο ίδιο διάστημα το αντίστοιχο
μέγεθος στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε σχεδόν κατά 50%,
σύμφωνα με το νέο Policy
Brief
του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν
εισοδήματος στην Ελλάδα (2009-2025)».
Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα βρίσκεται το 2025 στην
προτελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ ως προς
το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής
δύναμης (PPS),
οριακά μπροστά από τη Βουλγαρία, με εισόδημα που αντιστοιχεί
περίπου στα δύο τρίτα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η σημερινή
αυτή θέση είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς και παρατεταμένης
απόκλισης από την ΕΕ, η οποία εκτυλίχθηκε σε τρεις φάσεις:
την απότομη πτώση της περιόδου 2009-2012, τη βραδύτερη
ανάκαμψη της περιόδου 2013-2018, και την ήπια σύγκλιση από
το 2019 έως το 2025.

Ιδιαίτερα ενδεικτικό είναι ότι χώρες που ιστορικά βρίσκονταν
χαμηλότερα από την Ελλάδα, όπως η Λιθουανία, η Πολωνία και η
Εσθονία, την έχουν πλέον ξεπεράσει αισθητά, ενώ η Κύπρος
κινείται κοντά ή και πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την
ίδια στιγμή, η Βουλγαρία, παρότι παραμένει ακόμη πίσω από
την Ελλάδα, εμφανίζει συστηματικά ταχύτερους ρυθμούς
ανάπτυξης σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο, συγκλίνοντας
σταθερά με την ελληνική οικονομία.

Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι η ισχυρότερη ανάπτυξη της
περιόδου 2019-2025 συνδέεται εν μέρει με την εισροή
κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με την
Ελλάδα να συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αποδέκτες
επιχορηγήσεων ανά κάτοικο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, το
βασικό συμπέρασμα είναι ότι η πρόσφατη βελτίωση δεν αρκεί
για ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ότι
απαιτείται μακροχρόνια ανάπτυξη με σταθερά υψηλότερους
ρυθμούς από εκείνους της ΕΕ.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μελέτη:
Η Ελλάδα χρειάστηκε 13 χρόνια για να επανέλθει το 2022 στα
επίπεδα πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος του 2009, ενώ
στην ΕΕ κατά την ίδια περίοδο (2009–2022) αυξήθηκε σχεδόν
50%.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση μεταξύ των 27
κρατών-μελών της ΕΕ ως προς το πραγματικό κατά κεφαλήν
εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS),
οριακά μπροστά από τη Βουλγαρία. Το εισόδημά της αντιστοιχεί
περίπου στα δύο τρίτα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η σημερινή θέση είναι αποτέλεσμα βαθιάς και παρατεταμένης
απόκλισης σε τρεις φάσεις. Κατά την πρώτη φάση (2009–2012),
το ελληνικό εισόδημα συρρικνώθηκε κατά 19,5%, ενώ στην ΕΕ
αυξήθηκε κατά 7,4%, μια απόκλιση 26,7 ποσοστιαίων μονάδων.
Κατά τη δεύτερη φάση (2013–2018), η Ελλάδα αναπτύχθηκε με 9%
έναντι 17% στην ΕΕ, διευρύνοντας περαιτέρω το χάσμα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Από το 2019 έως το 2025 παρατηρείται ήπια σύγκλιση:
η Ελλάδα αυξάνει το εισόδημά της κατά 37% έναντι 32% στην
ΕΕ.
Χώρες που
ιστορικά βρίσκονταν σε χαμηλότερο επίπεδο εισοδήματος από
την Ελλάδα — όπως η Λιθουανία, η Πολωνία και η Εσθονία — την
έχουν ξεπεράσει αισθητά. Η Κύπρος, που επλήγη από την κρίση
όπως και η Ελλάδα, κινείται πλέον κοντά ή και πάνω από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η Βουλγαρία, η
μόνη χώρα που παραμένει πίσω από την Ελλάδα, έχει αναπτυχθεί
με συστηματικά ταχύτερο ρυθμό την ίδια περίοδο: +15,4%
έναντι -19,5% κατά την πρώτη φάση (2009–2012), +34% έναντι
+9% τη δεύτερη (2013–2018), και +63% έναντι +37% την τρίτη
(2019-2025).
Η ισχυρή ανάπτυξη της περιόδου 2019–2025 συνδέεται εν μέρει
με την εισροή κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Η Ελλάδα είναι από τους κορυφαίους
αποδέκτες του ΤΑΑ ανά κάτοικο (~€1.666), με συνολική
κατανομή €18,2 δισ. σε επιχορηγήσεις που αντιστοιχούν
περίπου στο 16% του ΑΕΠ της.

Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:
«Η επιστροφή της Ελλάδας στα επίπεδα εισοδήματος του 2009
χρειάστηκε 13 ολόκληρα χρόνια. Αυτό από μόνο του δείχνει το
βάθος της κρίσης, αλλά και το μέγεθος της πρόκλησης που
παραμένει. Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, η
χώρα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο. Αν θέλουμε πραγματική σύγκλιση, χρειάζονται σταθερά
υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, περισσότερες επενδύσεις, και
μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και την
ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».
|
|
|
|
|
|
|
|

Κατώτατος μισθός
Η διαδικασία
καθορισμού του κατώτατου μισθού αναμένεται να αλλάξει ριζικά
μετά το 2027, χρονιά κατά την οποία, με βάση τα σημερινά
δεδομένα, το επίπεδό του εκτιμάται ότι θα έχει ήδη ξεπεράσει
τον στόχο των 950 ευρώ που έχει θέσει η κυβέρνηση.
Η αύξηση που
προβλέπεται για τον Απρίλιο του 2027 θα είναι η τελευταία
που θα καθοριστεί απευθείας από την κυβέρνηση. Ακόμη κι αν
κινηθεί στο ίδιο επίπεδο με τη φετινή (περίπου 40 ευρώ), ο
κατώτατος μισθός θα διαμορφωθεί κοντά στα 960 ευρώ,
υπερβαίνοντας οριακά τον στόχο.
Από το 2028
και μετά, το σύστημα αλλάζει πλήρως: το κράτος και η
εκάστοτε κυβέρνηση παύουν να έχουν άμεσο ρόλο στον καθορισμό
του. Ο κατώτατος μισθός και το ημερομίσθιο θα προκύπτουν
μέσω ενός μαθηματικού συντελεστή, ο οποίος θα βασίζεται στο
άθροισμα δύο παραγόντων: του ετήσιου πληθωρισμού που
επηρεάζει το χαμηλότερο 20% των εισοδημάτων και του 50% της
μεταβολής της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.
Για τον
υπολογισμό του πληθωρισμού θα λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή
του δείκτη τιμών από 1η Ιουλίου του προηγούμενου έτους έως
30 Ιουνίου του τρέχοντος, ενώ η εξέλιξη της αγοραστικής
δύναμης θα προκύπτει από τον γενικό δείκτη μισθών που
καταρτίζει η Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Ο μηχανισμός
αυτός έχει ήδη θεσπιστεί από το 2024 στο πλαίσιο ευρωπαϊκής
οδηγίας για επαρκείς κατώτατους μισθούς και συνδέει τις
αυξήσεις τόσο με την παραγωγικότητα της οικονομίας όσο και
με την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των χαμηλόμισθων. Με
άλλα λόγια, η άνοδος των τιμών θα λειτουργεί ως μοχλός για
αυξήσεις στους μισθούς.
Παράλληλα,
προβλέπεται ειδική ρήτρα που αποτρέπει μειώσεις. Σε
περιπτώσεις έντονης αύξησης της ανεργίας ή οικονομικής
ύφεσης, θα υπάρχει δυνατότητα απόκλισης από τον μαθηματικό
τύπο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί μπορεί να «παγώσουν», αλλά
δεν θα μειώνονται ακόμη κι αν ο τύπος δίνει αρνητικό
αποτέλεσμα. Την εισήγηση για τέτοιες παρεμβάσεις θα κάνει
ειδική επιστημονική επιτροπή πέντε μελών, ενώ θα λειτουργεί
και συμβουλευτικό όργανο με τη συμμετοχή κοινωνικών εταίρων
μέσω του ΟΜΕΔ.
Το νέο σύστημα
θα επεκταθεί και στον δημόσιο τομέα, διασφαλίζοντας ότι ο
εισαγωγικός μισθός δεν θα είναι χαμηλότερος από τον
κατώτατο, όπως ισχύει και σήμερα.
Καθοριστικός
παράγοντας για τις αυξήσεις θα είναι ο πληθωρισμός, καθώς τα
χαμηλά εισοδήματα πλήττονται περισσότερο από την άνοδο των
τιμών. Για παράδειγμα, ενώ ο γενικός πληθωρισμός μπορεί να
διαμορφώνεται γύρω στο 3,1%, για τους χαμηλόμισθους μπορεί
να φτάνει το 4% ή και 4,5%, λόγω της μεγαλύτερης επιβάρυνσης
που υφίστανται από τις αυξήσεις σε βασικά αγαθά και
υπηρεσίες.
Ταυτόχρονα, η
αγοραστική δύναμη θα επηρεάζει τον τελικό ρυθμό αύξησης κατά
το ήμισυ. Αν, για παράδειγμα, ενισχυθεί κατά 3 ποσοστιαίες
μονάδες, τότε 1,5 μονάδα θα προστεθεί στον σχετικό
πληθωρισμό, καθορίζοντας το συνολικό ποσοστό αύξησης.
Με τα σημερινά
δεδομένα, ο νέος τρόπος υπολογισμού θα οδηγούσε σε ετήσιες
αυξήσεις της τάξης του 4% έως 5%, δηλαδή περίπου στο ίδιο
επίπεδο με την πρόσφατη αύξηση των 40 ευρώ.
Η διαδικασία
διαμόρφωσης του κατώτατου μισθού θα ξεκινά κάθε χρόνο τον
Αύγουστο και θα ολοκληρώνεται στα μέσα Δεκεμβρίου, με
σχετική εισήγηση των αρμόδιων υπουργών προς το Υπουργικό
Συμβούλιο για την έγκριση του ύψους του μισθού για το
επόμενο έτος.
Στην πράξη, η
πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος θα ολοκληρωθεί τον
Δεκέμβριο του 2027 και από την 1η Ιανουαρίου 2028 θα τεθεί
σε ισχύ ο κατώτατος μισθός που θα προκύπτει αυτόματα από τον
νέο μηχανισμό, χωρίς άμεση κυβερνητική απόφαση.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η «κρυφή φτώχεια» των ΗΠΑ: Γιατί απαιτείται σχεδόν
διπλάσιος χρόνος για την ίδια αγοραστική δύναμη από την
Ευρώπη
Μια νέα
προσέγγιση στη μέτρηση της φτώχειας αποκαλύπτει μια λιγότερο
ορατή αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη πτυχή της οικονομικής
πραγματικότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες: παρά τον υψηλό
πλούτο, η καθημερινή αγοραστική δύναμη για μεγάλο μέρος του
πληθυσμού υστερεί σημαντικά σε σχέση με την Ευρώπη.
Η μεθοδολογία
που ανέπτυξε ο
Ολιβιέ Στερκ,
αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο
Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης,
βασίζεται σε έναν διαφορετικό δείκτη, τη λεγόμενη «μέση
φτώχεια». Αντί να εξετάζει απλώς εισοδήματα ή ποσοστά κάτω
από ένα όριο, μετρά τον χρόνο που απαιτείται για να
αποκτήσει κάποιος μια μονάδα αγοραστικής δύναμης – ένα
«διεθνές δολάριο» που έχει την ίδια αξία παντού.
Τα
αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά: το 2025, ένας μέσος
εργαζόμενος στις ΗΠΑ χρειάζεται περίπου 63 λεπτά για να
αποκτήσει ένα δολάριο, όταν στη
Γερμανία
απαιτούνται 26 λεπτά, στη
Γαλλία
31 λεπτά και στο
Ηνωμένο Βασίλειο
34 λεπτά. Με άλλα λόγια, η «μέση φτώχεια» στις ΗΠΑ είναι
σχεδόν διπλάσια σε σχέση με αυτές τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η διαπίστωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή
εικόνα που προκύπτει από δείκτες όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ή
η ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP),
όπου οι ΗΠΑ εμφανίζονται ισχυρότερες. Ακόμη και η φτωχότερη
πολιτεία των ΗΠΑ, το Μισισίπι, εμφανίζει κατά κεφαλήν ΑΕΠ
κοντά σε αυτό της
Γερμανία,
γεγονός που υπογραμμίζει το παράδοξο: υψηλός μέσος πλούτος,
αλλά άνιση κατανομή.
Σύμφωνα με τον
Στερκ, η φτώχεια δεν είναι ένα δυαδικό μέγεθος – δεν
περιορίζεται στο αν κάποιος βρίσκεται πάνω ή κάτω από ένα
όριο. Αντίθετα, αποτελεί μια κλίμακα που αποτυπώνει το εύρος
της ανισότητας. Η νέα μέτρηση ενσωματώνει τόσο το επίπεδο
των εισοδημάτων όσο και τη διασπορά τους, προσφέροντας μια
πιο ρεαλιστική εικόνα της καθημερινής οικονομικής πίεσης.
|
|
|
|
|
|
|
|

Σε παγκόσμιο επίπεδο
Σε παγκόσμιο
επίπεδο, η εικόνα είναι θετική: από το 1990 έως σήμερα, ο
χρόνος που απαιτείται για την απόκτηση ενός δολαρίου έχει
μειωθεί σημαντικά, καταγράφοντας πτώση της φτώχειας κατά
περίπου 55%. Ωστόσο, στις ΗΠΑ η τάση είναι αντίστροφη. Από
τα 43 λεπτά το 1990, ο απαιτούμενος χρόνος έχει αυξηθεί στα
63 λεπτά σήμερα, δηλαδή σχεδόν κατά 50%.
Η βασική αιτία
αυτής της εξέλιξης είναι η ανισότητα. Παρά το γεγονός ότι τα
μέσα εισοδήματα αυξήθηκαν, η διανομή τους έγινε πιο άνιση.
Στις ΗΠΑ, η ανισότητα αυξήθηκε ταχύτερα από τα εισοδήματα,
με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να μένει πίσω.
Αντίθετα, σε χώρες όπως η
Γερμανία,
η
Γαλλία
και το
Ηνωμένο Βασίλειο,
η ανισότητα παρέμεινε σχετικά σταθερή, επιτρέποντας στην
αύξηση των εισοδημάτων να μεταφραστεί σε πραγματική βελτίωση
της ευημερίας.
Ενδεικτικά, αν
συγκριθούν τυχαία δύο πολίτες στις ΗΠΑ, η διαφορά
εισοδήματος μπορεί να ξεπερνά το τετραπλάσιο, ενώ στις
ευρωπαϊκές χώρες περιορίζεται περίπου στο 1,5. Αυτό σημαίνει
ότι μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού στις ΗΠΑ βρίσκεται σε
χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα, άρα χρειάζεται περισσότερο
χρόνο για να καλύψει βασικές ανάγκες.
Το βασικό
συμπέρασμα είναι σαφές: μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται
και ταυτόχρονα να γίνεται «φτωχότερη» για μεγάλο μέρος των
πολιτών της, όταν η ανισότητα διευρύνεται. Στην περίπτωση
των ΗΠΑ, η αύξηση του πλούτου δεν κατανέμεται ισόρροπα, με
αποτέλεσμα η πραγματική αγοραστική δύναμη να επιβαρύνεται
για τους περισσότερους.
Η «μέση φτώχεια» έρχεται έτσι να αναδείξει μια πιο σύνθετη
πραγματικότητα, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από το πόσο
πλούσια είναι μια χώρα, στο πόσο δίκαια κατανέμεται αυτός ο
πλούτος.

|
 |
|
|
|