|
00:01 -
09/01/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Οι Έλληνες καταθέτες χάνουν από το χαμηλό επίπεδο
επιτοκίων
Οι Έλληνες
καταθέτες φαίνεται να είναι οι μεγάλοι χαμένοι της ανόδου
των επιτοκίων που έφερε η ΕΚΤ τα τελευταία τρία χρόνια,
καθώς ακόμη και σήμερα οι αποδόσεις των προθεσμιακών τους
καταθέσεων παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τον μέσο όρο
της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το μέσο επιτόκιο για
προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών στην Ελλάδα
διαμορφώνεται σήμερα στο 1,12%, ενώ ο μέσος όρος στην
Ευρωζώνη είναι 1,80%.
Τα στοιχεία του
Νοεμβρίου 2025 δείχνουν ότι η Ελλάδα κατέχει τη δεύτερη
χαμηλότερη θέση στην Ευρωζώνη, μετά την Κύπρο που καταγράφει
μέσο επιτόκιο 1,11%. Αντίθετα, οι υψηλότερες αποδόσεις
προσφέρονται σε Ιταλία και Ολλανδία με 2,32%, ενώ ακολουθούν
Φινλανδία (2,16%), Γαλλία (2,09%), Γερμανία (1,83%), Ισπανία
(1,64%) και Πορτογαλία (1,37%).
Αργή σύγκλιση με
την Ευρωζώνη
Η πορεία των
ελληνικών επιτοκίων δείχνει ότι αν και αυξήθηκαν μετά το
2022, η άνοδος ήταν πιο αργή και τα επίπεδα χαμηλότερα από
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η μεγαλύτερη απόκλιση παρατηρήθηκε
τον Δεκέμβριο του 2023, με διαφορά 1,45%, όταν οι ελληνικές
τράπεζες προσέφεραν 1,84% έναντι 3,29% στην Ευρωζώνη. Ένα
χρόνο μετά η διαφορά μειώθηκε στο 0,81% (1,64% έναντι
2,45%), ενώ σήμερα η απόκλιση περιορίζεται στο 0,68%,
παραμένοντας, ωστόσο, σημαντική εν μέσω πτωτικής τάσης των
επιτοκίων.
Τα χαμηλά επιτόκια
για τα νοικοκυριά συνδέονται και με το γεγονός ότι οι
καταθέσεις τους σε προθεσμιακούς λογαριασμούς παραμένουν
περιορισμένες: 34,2 δισ. ευρώ σε σύνολο 152,4 δισ. ευρώ
συνολικών καταθέσεων.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Επιχειρήσεις και περιθώριο επιτοκίου
Στον
επιχειρηματικό τομέα, οι αποκλίσεις είναι μικρότερες, με
μέσο επιτόκιο 1,67% στην Ελλάδα έναντι 1,93% στην Ευρωζώνη
(απόκλιση 0,26%). Η μεγάλη διαφορά στα επιτόκια νοικοκυριών
συμβάλλει στη διατήρηση υψηλού περιθωρίου μεταξύ νέων
καταθέσεων και δανείων, το οποίο τον Νοέμβριο 2025
εκτοξεύθηκε στις 4,35 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με
στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η σύγκλιση
επιτοκίων είναι μεγαλύτερη στα στεγαστικά δάνεια και
μικρότερη στα καταναλωτικά. Το μέσο επιτόκιο για νέα
στεγαστικά δάνεια με σταθερή περίοδο έως πέντε χρόνια
διαμορφώνεται στην Ελλάδα στο 3,04%, χαμηλότερο από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης (3,35%), και συγκρίσιμο με χώρες όπως η
Γαλλία (3,22%) και η Ισπανία (3,18%).
Αντίθετα, στα
καταναλωτικά δάνεια οι αποκλίσεις παραμένουν σημαντικές: το
μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα τον Νοέμβριο 2025 ήταν 10,04%
έναντι 7,33% στην Ευρωζώνη, κατατάσσοντας τη χώρα στην τρίτη
θέση με τα υψηλότερα επιτόκια. Τα καταναλωτικά δάνεια χωρίς
καθορισμένη διάρκεια (π.χ. πιστωτικές κάρτες) φτάνουν σε
14,66%, ενώ αυτά με συγκεκριμένη διάρκεια διαμορφώνονται στο
11,14%.
Επιχειρήσεις:
Μεγάλοι και μικροί δανειολήπτες
Οι μεγάλες
επιχειρήσεις (δάνεια άνω του ενός εκατ. ευρώ) ωφελούνται από
τη σύγκλιση επιτοκίων, με μέσο κόστος 3,68% έναντι 3,15%
στην Ευρωζώνη. Αντίθετα, οι μικρές επιχειρήσεις (δάνεια έως
250.000 ευρώ) δανείζονται ακριβότερα στην Ελλάδα (4,55%)
συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (3,67%).
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Ελλάδα
Vs
Τουρκία – Πληθυσμός
«Έχοντας αρκετές
φορές χαρακτηρίσει το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας ως ένα
από τα σοβαρότερα, αν όχι το σοβαρότερο, αξίζει να ρίξουμε
μια ματιά στα παρακάτω στοιχεία και στη σύγκριση των
πληθυσμιακών τάσεων στη χώρα μας σε σχέση με την Τουρκία.»
Η εξέλιξη του
πληθυσμού Ελλάδας και Τουρκίας από το 1940 έως το 2025
δείχνει ξεκάθαρα διαφορετικές τάσεις. Η Τουρκία παρουσίασε
συνεχή και ταχεία αύξηση, από 17,8 εκατομμύρια το 1940 σε
87,8 εκατομμύρια το 2025, σχεδόν πενταπλασιάζοντας τον
πληθυσμό της σε 85 χρόνια. Αντίθετα, η Ελλάδα παρουσίασε πιο
μετριοπαθή αύξηση μέχρι το 2000, φτάνοντας τα 10,9
εκατομμύρια, αλλά από εκεί και μετά ο πληθυσμός της
μειώνεται σταδιακά, με εκτιμώμενο πληθυσμό 9,9 εκατομμύρια
το 2025. Η στασιμότητα και η πτώση στον ελληνικό πληθυσμό
πιθανώς συνδέονται με τη χαμηλή γεννητικότητα, τη
μετανάστευση και τη γήρανση του πληθυσμού, ενώ η Τουρκία
διατηρεί υψηλότερους ρυθμούς γεννήσεων και μεγαλύτερη
ανανέωση του πληθυσμού της.
Αυτό το στοιχείο
δείχνει ότι σε 85 χρόνια η Τουρκία αναπτύχθηκε δημογραφικά
πολύ πιο γρήγορα από την Ελλάδα, γεγονός που έχει σημαντικές
κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις για την περιοχή.
Πίνακας πληθυσμού Ελλάδας και Τουρκίας (1940–2025)
|
Έτος
|
Ελλάδα (εκατ.)
|
Τουρκία (εκατ.)
|
|
1940
|
7,3
|
17,8
|
|
1960
|
8,4
|
27,7
|
|
1980
|
9,7
|
44,7
|
|
2000
|
10,9
|
67,8
|
|
2020
|
10,4
|
83,6
|
|
2025
|
9,9
|
87,8
|
| Πηγή:
GFF |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|

EU
vs
USA: Η διεύρυνση του οικονομικού χάσματος την τελευταία οκταετία
Τα στοιχεία για το
Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και
των Ηνωμένων Πολιτειών αποτυπώνουν με σαφήνεια μια σταθερά
διευρυνόμενη απόκλιση στην οικονομική τους δυναμική από το
2016 έως το 2024.
Συγκεντρωτικά
στοιχεία ΑΕΠ (σε τρισ. δολάρια):
2016:
ΕΕ: 16,4
ΗΠΑ: 18,8
2024:
ΕΕ: 19,4
ΗΠΑ: 29,2
Το 2016, η διαφορά
στο ΑΕΠ μεταξύ των δύο οικονομιών ήταν σχετικά περιορισμένη,
περίπου 2,4 τρισ. δολάρια, γεγονός που αντανακλούσε δύο
συγκρίσιμα οικονομικά μπλοκ σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο,
μέσα σε οκτώ χρόνια, η εικόνα μεταβλήθηκε ουσιαστικά. Οι ΗΠΑ
πρόσθεσαν πάνω από 10 τρισ. δολάρια στο ΑΕΠ τους, ενώ η ΕΕ
μόλις 3 τρισ. δολάρια, με αποτέλεσμα η διαφορά να διευρυνθεί
στα σχεδόν 10 τρισ. δολάρια το 2024.
Η απόκλιση γίνεται
ακόμη πιο εντυπωσιακή αν ληφθεί υπόψη ο πληθυσμός. Η
Ευρωπαϊκή Ένωση αριθμεί περίπου 450 εκατ. κατοίκους, δηλαδή
100 εκατ. περισσότερους από τις ΗΠΑ, που έχουν περίπου 350
εκατ.. Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική οικονομία παράγει
σημαντικά υψηλότερο συνολικό προϊόν, γεγονός που
μεταφράζεται σε πολύ μεγαλύτερο ΑΕΠ ανά κάτοικο και
υψηλότερη παραγωγικότητα.
Συνολικά, τα
δεδομένα υπογραμμίζουν ότι η αμερικανική οικονομία κινήθηκε
την τελευταία οκταετία με σαφώς ισχυρότερους ρυθμούς
ανάπτυξης, αξιοποιώντας την τεχνολογική καινοτομία, τις
επενδύσεις και την ευελιξία της αγοράς της. Αντίθετα, η ΕΕ,
παρά το δημογραφικό της μέγεθος, αντιμετωπίζει διαρθρωτικές
προκλήσεις που επιβραδύνουν την ανάπτυξή της, με αποτέλεσμα
το οικονομικό χάσμα με τις ΗΠΑ να διευρύνεται αισθητά.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|