|
00:01 -
12/01/26 |
|
|
|
|
|

|
|
ΕΣΠΑ και Ταμείο Ανάκαμψης, διδάγματα για την περίοδο
2028-2034
Κατακλύσθηκε η
αρθρογραφία των τελευταίων ημερών του 2025 είτε από θρήνους
για την περίπου καταστροφή που θα συνεπάγεται για την Ελλάδα
το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026, είτε από λεπτομερείς
υπολογισμούς όσων υποστηρίζουν ότι υπάρχουν επαρκείς
δεξαμενές, οι οποίες θα αμβλύνουν αισθητά τις επιπτώσεις του
τερματισμού εισροής πόρων από αυτό το πολύ σημαντικό
χρηματοδοτικό μέσο.
Όπως έγραψε σε
ένα αρκετά ενδιαφέρον του άρθρο στην Καθημερινή, ο
ειδικός σύμβουλος ΕΛΙΑΜΕΠ, πρώην στέλεχος Ε.Ε., κ.
Αλέκος Κρητικός. Στις δεξαμενές αυτές ορισμένοι
συμπεριλαμβάνουν –ορθώς– και την πλουσιότερη από αυτές, που
είναι το Εθνικό και Περιφερειακό Σχέδιο 2028-2034, το οποίο
θα αντικαταστήσει το σημερινό ΕΣΠΑ. Θα ήταν όμως χρήσιμο να
υπογραμμίζουν ταυτόχρονα ότι, εκτός από την ύπαρξη αυτών των
πόρων, σημασία έχει και η διασφάλιση της έγκαιρης εισροής
τους στη χώρα, κυρίως στα πρώτα χρόνια υλοποίησης του
Εθνικού και Περιφερειακού Σχεδίου, οπότε και η απουσία του
Ταμείου Ανάκαμψης θα είναι πιο αισθητή.
Τι μας λέει όμως η
εμπειρία των προηγούμενων ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης και
τι πρέπει να διδαχθούμε από αυτήν; Διευκρινίζοντας μάλιστα
ότι η –κακή, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω– εμπειρία αυτή,
που αφορά το σύνολο των χωρών της Ε.Ε. και όχι μόνο τη χώρα
μας, οφείλεται κυρίως στους σχετικούς κανονισμούς της Ε.Ε.
αλλά και στον γραφειοκρατικό ζήλο με τον οποίο περιβλήθηκε η
εφαρμογή τους. Η εμπειρία λοιπόν λέει ότι οι εκταμιεύσεις
του ΕΣΠΑ 2021-2027 ξεκίνησαν τουλάχιστον δύο χρόνια μετά την
έναρξη της προγραμματικής περιόδου, ενώ η εικόνα ήταν ακόμη
χειρότερη για το σύνολο της Ε.Ε. Η σημερινή εικόνα παραμένει
κακή, αν όχι χειρότερη, αφού ο μέσος όρος απορρόφησης στα
ΕΣΠΑ των «27» σήμερα, δηλαδή στο τέλος του πέμπτου(!) χρόνου
της επταετούς προγραμματικής περιόδου, δεν φθάνει ούτε στο
20% των συνολικών πόρων.
Με το Ταμείο
Ανάκαμψης τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα, τόσο λόγω του ότι
η κρίση του κορωνοϊού και η συνακόλουθη οικονομική κρίση
πίεζαν για άμεση ενεργοποίησή του, όσο και επειδή ο
κανονισμός του το απήλλασσε από διπλές και τριπλές
διαδικασίες προγραμματισμού και άλλες γραφειοκρατικές
περιπλοκές. Ετσι σήμερα οι ρυθμοί απορρόφησης τόσο στην
Ελλάδα όσο και στο σύνολο της Ε.Ε. είναι κατά πολύ
υψηλότεροι από αυτούς των ΕΣΠΑ και πιθανότατα στα τέλη 2026,
δηλαδή μέσα σε πέντε χρόνια από την έναρξη υλοποίησης, θα
έχει απορροφηθεί το σύνολο των πόρων επιχορηγήσεων στα
περισσότερα κράτη-μέλη.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Το συμπέρασμα
Ποιο είναι το
συμπέρασμα από όσα αναφέρονται παραπάνω; Πρώτον, ότι πρέπει
να υποστηριχθεί η προτεινόμενη από την Ε. Επιτροπή μετάβαση
σε διαδικασίες τύπου Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή έγκριση ενός
ενιαίου ανά χώρα αναπτυξιακού σχεδίου, που θα
χρηματοδοτείται από ένα και μόνο ταμείο και που θα
εξειδικεύεται στα επιμέρους έργα χωρίς ενδιάμεσες και
χρονοβόρες εγκρίσεις επιχειρησιακών προγραμμάτων κ.λπ.,
κ.λπ. Δεύτερον, και κυριότερο, ότι σε καμία περίπτωση δεν
πρέπει να διακινδυνεύσουμε επανάληψη της κακής εμπειρίας από
την απορρόφηση των ΕΣΠΑ. Αντίθετα, θα πρέπει να γίνει
έγκαιρα η όλη προετοιμασία ώστε, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον
τη χώρα μας, να εγκριθεί το ελληνικό σχέδιο αμέσως μετά την
υιοθέτηση των νέων κανονισμών και, ει δυνατόν, τις πρώτες
ημέρες του 2028 (οπότε αρχίζει η νέα προγραμματική περίοδος)
να αρχίσει η εκταμίευση πόρων.
Αυτό προϋποθέτει
ότι η προετοιμασία δεν πρέπει να περιμένει την επίσημη
υιοθέτηση των σχετικών κανονισμών –η οποία πρέπει να
τοποθετείται στο β΄ εξάμηνο του 2027– αλλά να ξεκινήσει πολύ
νωρίτερα. Το ότι δεν θα υπάρχουν τα τελικά επίσημα κείμενα
κανονισμών δεν εμποδίζει την προετοιμασία. Με βάση την
εμπειρία προηγούμενων εγκρίσεων κανονισμών διαρθρωτικών
ταμείων, μπορεί να θεωρείται βέβαιο ότι η σημερινή πρόταση
της Ε. Επιτροπής αντιπροσωπεύει το 90% των τελικών αποφάσεων
και ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτήν η εκπόνηση του
αναπτυξιακού μας σχεδίου. Μικρές, δε, θα είναι οι τυχόν
τροποποιήσεις που θα επιβληθούν από την τελική μορφή που θα
πάρουν οι κανονισμοί. Ηδη η πρόταση της Ε. Επιτροπής
προβλέπει δυνατότητα υποβολής
draft
του Εθνικού Σχεδίου από τον Ιούνιο 2027, χωρίς να θέτει ως
προϋπόθεση την προηγούμενη υιοθέτηση των κανονισμών.
Τα ανωτέρω όμως
προϋποθέτουν με τη σειρά τους ότι θα υποχρεωθεί η Ε.
Επιτροπή και τα αρμόδια όργανα του Συμβουλίου Υπουργών να
συνεργασθούν στενά με τα κράτη-μέλη ώστε τα αναπτυξιακά τους
σχέδια να είναι εγκεκριμένα ατύπως από πριν και να εγκριθούν
επισήμως αμέσως μετά την υιοθέτηση των νέων κανονισμών. Αυτό
δεν απαιτεί καμία τροποποίηση κανονισμών, αλλά θα πρόκειται
για μια άτυπη πλην όμως δεσμευτική συμφωνία. Δεν θα είναι,
δε, η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Να θυμηθούμε π.χ. την
άτυπη προέγκριση των ελληνικών αιτήσεων στο Ευρωπαϊκό Ταμείο
Περιφερειακής Ανάπτυξης πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην
τότε ΕΟΚ και την έναρξη εκταμιεύσεων στις αρχές του 1981,
πρώτου χρόνου της ένταξης; Να θυμηθούμε τις
fast-track
διαδικασίες έγκρισης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων που
αφορούσαν την ανατολική Γερμανία μετά τη γερμανική
επανένωση;
Αν ευδοκιμήσει μια
τέτοια πρόταση, οι πόροι του νέου Εθνικού και Περιφερειακού
Σχεδίου 2028-2034, με εμπροσθοβαρή ενδεχομένως ετήσια
κατανομή, μαζί με τους εναπομένοντες –και σημαντικούς–
πόρους του ΕΣΠΑ 2021-2027, τους πόρους από τα τρία ταμεία
(Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, Ταμείο Εκσυγχρονισμού, Ταμείο
Απανθρακοποίησης Νήσων) και τους πόρους που θα κατορθώσουμε
να αξιοποιήσουμε από το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, θα
μπορούν να αντισταθμίσουν το χρηματοδοτικό κενό από τον
τερματισμό εισροής πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Δεν θα είναι
στρωμένος με ροδοπέταλα ο προτεινόμενος δρόμος. Οι
frugal
του ευρωπαϊκού Βορρά δεν θα φανούν ιδιαίτερα πρόθυμοι να
δεχθούν μια λύση που θα επιταχύνει την απορρόφηση πόρων και
θα πιέζει για αύξηση ετήσιων πιστώσεων πληρωμών του
προϋπολογισμού της Ε.Ε., πράγμα που θα έχει επιπτώσεις και
στο ύψος της δικής τους ετήσιας συνεισφοράς σε αυτόν κατά τα
πρώτα έτη της νέας προγραμματικής περιόδου. Από την άλλη
όμως πλευρά, οι «χώρες της Συνοχής» θα πρέπει να το
ζητήσουν, αν όχι να το απαιτήσουν.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Η αλλαγή στη συμμετοχή στο
παγκόσμιο ΑΕΠ: Από τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες στις
ΗΠΑ
Η εξέλιξη της
συμμετοχής στο παγκόσμιο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ)
δείχνει μια σαφή μετατόπιση ισχύος από τις παραδοσιακά
ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες προς τις Ηνωμένες Πολιτείες
την τελευταία τριακονταπενταετία.
Συμμετοχή στο
παγκόσμιο ΑΕΠ:
1990:
Γαλλία, Γερμανία,
Ιταλία, Ιαπωνία και Ηνωμένο Βασίλειο: 37%
Ηνωμένες
Πολιτείες: 26%
2025 (εκτίμηση):
Γαλλία, Γερμανία,
Ιταλία, Ιαπωνία και Ηνωμένο Βασίλειο: 16%
Ηνωμένες
Πολιτείες: 26%
Το 1990, οι πέντε
αυτές οικονομίες αντιπροσώπευαν πάνω από ένα τρίτο της
παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, υπερβαίνοντας τις ΗΠΑ
κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, μέχρι το 2025 η
συμμετοχή τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ υπολογίζεται να έχει
μειωθεί δραματικά στο 16%, σχεδόν κατά το ήμισυ, ενώ η
συμβολή των ΗΠΑ παραμένει σταθερή στο 26%.
Η σταθερότητα των
Ηνωμένων Πολιτειών σε συνδυασμό με τη μείωση του μεριδίου
των ευρωπαϊκών οικονομιών δείχνει ότι η οικονομική επιρροή
μετακινείται προς οικονομίες με υψηλότερους ρυθμούς
ανάπτυξης και μεγαλύτερη καινοτομία, ενώ οι παραδοσιακές
μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμετωπίζουν δημογραφικές και
διαρθρωτικές προκλήσεις.
Συνολικά, τα
στοιχεία αναδεικνύουν μια σαφή τάση: ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν
και ενισχύουν τη θέση τους ως ηγετική οικονομία στον
παγκόσμιο χάρτη, οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες βλέπουν το
παγκόσμιο μερίδιό τους να μειώνεται δραστικά,
υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αναδιάρθρωση και ενίσχυση της
ανταγωνιστικότητας.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Στεγαστική κρίση στην Ευρώπη: Το «μοντέλο
Άμστερνταμ» στο μικροσκόπιο ως πιθανή διέξοδος
Η όξυνση των
στεγαστικών ανισοτήτων, που εξαπλώνονται με ταχύ ρυθμό
σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, έχει μετατρέψει τη στέγη σε
ένα από τα μεγαλύτερα βάρη για τα νοικοκυριά. Μέσα σε αυτό
το περιβάλλον, διεθνή παραδείγματα πολιτικής για την
κατοικία επανέρχονται δυναμικά στη συζήτηση, καθώς
κυβερνήσεις αναζητούν επειγόντως τρόπους να αναχαιτίσουν τη
στεγαστική κρίση.
Διαφορετικές
«συνταγές» για το ίδιο πρόβλημα
Στην Ισπανία, όπου
η πίεση στην αγορά κατοικίας έχει ενταθεί σημαντικά, τόσο η
κεντρική κυβέρνηση όσο και οι περιφερειακές αρχές εξετάζουν
εναλλακτικά μοντέλα. Ένα από αυτά είναι το λεγόμενο «μοντέλο
Άμστερνταμ», το οποίο θεωρείται από πολλούς ως ένα από τα
πιο ολοκληρωμένα συστήματα παρέμβασης στην αγορά στέγης.
Η ολλανδική εμπειρία
Η Ολλανδία αποτελεί συχνά σημείο αναφοράς, καθώς διαθέτει
ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κοινωνικής κατοικίας στην
Ευρώπη, που αγγίζει περίπου το 30% του συνολικού οικιστικού
αποθέματος. Στο Άμστερνταμ, μεγάλο μέρος των κατοικιών
ανήκει σε στεγαστικούς συνεταιρισμούς ή σε φορείς με έντονη
δημόσια συμμετοχή. Αυτό περιορίζει την εξάρτηση από την
καθαρά ιδιωτική αγορά και προσφέρει στους κατοίκους πιο
σταθερές και προσιτές λύσεις στέγασης.
Πώς λειτουργεί
στην πράξη
Κεντρικό στοιχείο
του ολλανδικού συστήματος είναι ένα σύστημα βαθμολόγησης των
κατοικιών. Κάθε ακίνητο αξιολογείται με βάση παράγοντες όπως
το μέγεθος, η ενεργειακή απόδοση, οι παροχές και η
τοποθεσία. Αν η συνολική βαθμολογία δεν ξεπερνά ένα
συγκεκριμένο όριο, τότε το ενοίκιο «ταβανιάζεται» και δεν
μπορεί να υπερβεί προκαθορισμένο ποσό. Παράλληλα, το κράτος
στηρίζει άμεσα τα χαμηλά εισοδήματα μέσω μηνιαίων
επιδομάτων, καλύπτοντας μέρος του ενοικίου όταν αυτό
θεωρείται δυσανάλογο σε σχέση με το εισόδημα του ενοικιαστή.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Προσαρμογή στα ισπανικά
δεδομένα
Με φόντο τις
εκρηκτικές αυξήσεις των ενοικίων, τη σοβαρή έλλειψη προσιτών
κατοικιών και τη συνεχή ζήτηση στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι
Ισπανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μελετούν πώς το μοντέλο
του Άμστερνταμ θα μπορούσε να «κοπεί και να ραφτεί» στα
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εγχώριας αγοράς.
Η στεγαστική πίεση
δεν είναι νέα. Εδώ και χρόνια, το κόστος κατοικίας στις
μεγάλες πόλεις αυξάνεται σταθερά, καθιστώντας την πρόσβαση
σε αξιοπρεπή και οικονομικά βιώσιμη στέγη ολοένα και πιο
δύσκολη. Πόλεις όπως η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη
συγκαταλέγονται πλέον στις ακριβότερες της Ευρώπης, αν
ληφθεί υπόψη το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται στη
στέγαση.
Τα υπέρ και τα
όρια του μοντέλου
Το ολλανδικό
πλαίσιο έχει κερδίσει έδαφος στη δημόσια συζήτηση, καθώς
επιχειρεί να περιορίσει την κερδοσκοπία και να εξομαλύνει
τις ανισορροπίες της αγοράς μέσω συνδυασμού ρυθμιστικών
παρεμβάσεων. Στην Ισπανία εξετάζονται μέτρα όπως η διεύρυνση
του αποθέματος δημόσιας κατοικίας, η ενίσχυση των
συνεταιριστικών σχημάτων και η επιβολή ορίων στα ενοίκια σε
περιοχές υψηλής πίεσης.
Ωστόσο, ειδικοί
επισημαίνουν ότι το «μοντέλο Άμστερνταμ» δεν αποτελεί
πανάκεια. Συνοδεύεται από περιορισμούς και συμβιβασμούς, οι
οποίοι πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά πριν από
οποιαδήποτε ευρεία εφαρμογή του.
Το υπόβαθρο της
κρίσης
Μετά την κρίση των
στεγαστικών δανείων του 2008, περισσότερα από 1,3 εκατ.
ακίνητα πέρασαν στην ισπανική αγορά ενοικίασης. Δεν
επρόκειτο για νέες κατασκευές, αλλά για κατοικίες που έχασαν
οικογένειες της εργατικής τάξης και στη συνέχεια αποκτήθηκαν
από επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων funds. Την ίδια
περίοδο, η τότε συντηρητική κυβέρνηση παρείχε φορολογικά
κίνητρα, δημόσια στήριξη στο τραπεζικό σύστημα και άλλαξε το
πλαίσιο των μισθώσεων, μετατρέποντας ουσιαστικά τους
ενοικιαστές σε πηγή σταθερών αποδόσεων για τους επενδυτές.
Το όραμα μιας
κοινωνίας με ισχυρή μεσαία τάξη ιδιοκτητών κατοικίας
φαίνεται να υποχωρεί. Όσοι διαθέτουν ήδη σημαντική περιουσία
ενισχύουν περαιτέρω τη θέση τους, ενώ οι εργατικές
οικογένειες εκτοπίζονται. Στην καλύτερη περίπτωση,
καταλήγουν να νοικιάζουν τα ίδια σπίτια σε πολύ υψηλότερες
τιμές, ενισχύοντας έναν φαύλο κύκλο που διευρύνει συνεχώς το
χάσμα.
|
|
|
|
|
|