|
00:01 -
13/01/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Μισθοί
Έντονη μισθολογική
διαφοροποίηση καταγράφεται στον ιδιωτικό τομέα, με βασικό
κριτήριο το μέγεθος της επιχείρησης. Οι εργαζόμενοι σε
εταιρείες που απασχολούν περισσότερα από 10 άτομα
απολαμβάνουν αισθητά υψηλότερες αποδοχές, ενώ όσοι
εργάζονται σε μικρότερες επιχειρήσεις αμείβονται έως και 41%
λιγότερο. Αν και τα τρία τέταρτα των μισθωτών απασχολούνται
σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ένα σημαντικό ποσοστό –περίπου
το 25%– παραμένει εγκλωβισμένο σε χαμηλότερα επίπεδα
αμοιβών.
Η μισθολογική αυτή
απόκλιση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την απουσία συλλογικών
συμβάσεων εργασίας, ιδίως στις μικρές επιχειρήσεις. Σύμφωνα
με εκτιμήσεις, εάν οι συλλογικές συμβάσεις είχαν διατηρηθεί
και επεκταθεί τα προηγούμενα χρόνια, ο μέσος μισθός θα είχε
ήδη προσεγγίσει ή και ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ.
Τα στοιχεία
προκύπτουν από τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (ΑΠΔ) που
υποβάλλονται κάθε μήνα στον ΕΦΚΑ από περισσότερες από
300.000 επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Οι πιο πρόσφατες
διαθέσιμες δηλώσεις αφορούν τον Μάιο του 2025 και
αποτυπώνουν με σαφήνεια το μισθολογικό χάσμα.
Συγκεκριμένα, ο
μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στις επιχειρήσεις με
περισσότερους από 10 εργαζόμενους διαμορφώθηκε στα 1.457
ευρώ, ενώ στις επιχειρήσεις με λιγότερους από 10
εργαζόμενους περιορίστηκε στα 1.032 ευρώ. Η διαφορά των 425
ευρώ μπορεί να σχετίζεται εν μέρει με την εμπειρία, το
μορφωτικό επίπεδο ή την εξειδίκευση, ωστόσο καθοριστικό ρόλο
παίζει και η έλλειψη θεσμικής προστασίας των χαμηλόμισθων
μέσω συλλογικών συμβάσεων.
Τον ίδιο μήνα,
στις ΑΠΔ καταγράφηκαν συνολικά 3.015.456 εργαζόμενοι. Από
αυτούς, 2.266.329 απασχολούνταν σε επιχειρήσεις με προσωπικό
άνω των 10 ατόμων, ενώ περίπου 750.000 εργάζονταν σε
μικρότερες επιχειρήσεις.
Στις μεγαλύτερες
επιχειρήσεις, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ανήλθε στα
1.457 ευρώ, με τους άνδρες να λαμβάνουν κατά μέσο όρο 1.550
ευρώ και τις γυναίκες 1.346 ευρώ. Για τους εργαζόμενους
μερικής απασχόλησης στην ίδια κατηγορία επιχειρήσεων, οι
μέσες αποδοχές διαμορφώθηκαν στα 619 ευρώ, με τους άνδρες
στα 603 ευρώ και τις γυναίκες στα 630 ευρώ.
Αντίθετα, στις
επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 εργαζόμενους, οι αποδοχές
ήταν αισθητά χαμηλότερες. Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης
περιορίστηκε στα 1.032 ευρώ, με τους άνδρες να αμείβονται με
1.065 ευρώ και τις γυναίκες με 994 ευρώ. Στη μερική
απασχόληση, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές ανήλθαν μόλις στα 516
ευρώ, με μικρές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών (513 ευρώ) και
γυναικών (518 ευρώ).
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Έρευνα Eurostat: Δεκάδες
χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν στην ΕΕ λόγω outsourcing
Μεγάλη αναδιάταξη
της αγοράς εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση φέρνει η εξωτερική
ανάθεση εργασιών (outsourcing), σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα
της Eurostat. Μόνο μεταξύ 2021 και 2023, οι χώρες της ΕΕ
έχασαν περίπου 150.000 θέσεις εργασίας, τρεις φορές
περισσότερες από αυτές που δημιουργήθηκαν μέσω της ίδιας
διαδικασίας, με σημαντικές διαφορές ανά κράτος-μέλος.
Κερδισμένοι και
χαμένοι
Οι μεγαλύτερες
καθαρές απώλειες εντοπίζονται στη Γερμανία (-50.000 θέσεις),
ενώ Πολωνία, Ουγγαρία και Φινλανδία έχουν ελλείμματα δεκάδων
χιλιάδων θέσεων. Αντίθετα, μόνο τρεις χώρες είχαν θετικό
ισοζύγιο: Ιρλανδία (+5.000), Τσεχία (+800) και Ισπανία
(+300). Η Ινδία παραμένει ο κορυφαίος προορισμός εκτός ΕΕ
για τις μεταφερόμενες θέσεις εργασίας, ακολουθούμενη από
Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδά, ΗΠΑ και Κίνα.
Ποιοι τομείς
πλήττονται περισσότερο
Η μεταποίηση
επλήγη περισσότερο με 53.000 χαμένες θέσεις, ακολουθούμενη
από τις διοικητικές και διαχειριστικές εργασίες (34.000).
Αναλογικά, ο κλάδος της πληροφορικής επηρεάστηκε
περισσότερο, χάνοντας περίπου 0,5% της συνολικής
απασχόλησης, ενώ η έρευνα και ανάπτυξη 0,4%. Κύριος λόγος
για τη μετεγκατάσταση είναι η μείωση κόστους εργασίας (34%),
η μείωση άλλων δαπανών (28%) και η εστίαση στην κύρια
δραστηριότητα (20%).
Ανισοκατανομή και
μερική απασχόληση
Η εξωτερική
ανάθεση προκαλεί όχι μόνο απώλεια θέσεων αλλά και
ανισοκατανομή εντός της ΕΕ, με κάποιες χώρες να κερδίζουν
και άλλες να χάνουν σημαντικά. Παράλληλα, η ευέλικτη και
μερική απασχόληση κερδίζει έδαφος: από 1,5% στη Βουλγαρία
έως 40,5% στην Ελβετία, με την Ελλάδα να καταγράφει 6,2%. Η
τάση αυτή συνδέεται με υψηλό κόστος εργασίας, φορολογία και
ανάγκη προσαρμογής στις διακυμάνσεις της ζήτησης.
Συμπέρασμα
Η Eurostat
καταγράφει μια σαφή τάση αναδιάταξης της εργασίας στην
Ευρώπη. Το κρίσιμο ερώτημα για την ΕΕ είναι κατά πόσο η
διαδικασία του outsourcing μπορεί να διαχειριστεί έτσι ώστε
να μην οδηγεί σε μόνιμη ανισότητα μεταξύ των κρατών-μελών,
με καθαρές απώλειες για κάποιες χώρες και θετικό ισοζύγιο
για άλλες.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Ελλάδα & Επιχειρείν
Η εικόνα της Ελλάδας στο
επιχειρηματικό περιβάλλον αποτυπώνει ένα γνώριμο μοτίβο: οι
κανόνες υπάρχουν και είναι σωστά σχεδιασμένοι, όμως στην
πράξη η λειτουργία τους συχνά σκοντάφτει. Αυτό είναι το
βασικό μήνυμα της έκθεσης της Παγκόσμιας Τράπεζας Business
Ready 2025, η οποία εξετάζει το επιχειρηματικό πλαίσιο σε
101 χώρες.
Η χώρα μας
καταγράφει εξαιρετικές επιδόσεις στο θεσμικό και ρυθμιστικό
σκέλος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ωστόσο εμφανίζει
αισθητή υστέρηση στο πεδίο της εφαρμογής των κανόνων και της
καθημερινής λειτουργίας του κράτους. Σύμφωνα με την έκθεση,
το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στο χάσμα ανάμεσα στη
νομοθεσία και στην ευκολία υλοποίησής της, καθώς συχνά
απουσιάζουν τα πρακτικά εργαλεία που θα βοηθούσαν τις
επιχειρήσεις, όπως απλούστερες διαδικασίες και εκτεταμένη
ψηφιοποίηση.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις κορυφαίες χώρες παγκοσμίως,
καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, χάρη στην πρόοδο του Γενικού
Εμπορικού Μητρώου από τη δημιουργία του το 2012. Την ίδια
στιγμή, όμως, η χώρα βρίσκεται σχεδόν στον πάτο της
κατάταξης όσον αφορά την έκδοση οικοδομικών αδειών. Έτσι,
ενώ μια εταιρεία μπορεί να συσταθεί μέσα σε λίγα λεπτά, μια
παραγωγική επένδυση που απαιτεί νέες εγκαταστάσεις μπορεί να
«κολλήσει» για χρόνια.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Οι τρεις βασικοί πυλώνες αξιολόγησης
Στην έκθεση Business Ready
2025, που αντικατέστησε το παλαιότερο Doing Business, η
Ελλάδα κατατάσσεται ως εξής:
Ρυθμιστικό
πλαίσιο: 2η θέση με βαθμολογία 79,46, πολύ πάνω από τον μέσο
όρο των χωρών που εξετάστηκαν (66,32).
Δημόσιες
υπηρεσίες: 27η θέση με 66,91 βαθμούς, έναντι μέσου όρου
53,97.
Επιχειρησιακή
αποτελεσματικότητα: 45η θέση με 61,64 βαθμούς, οριακά πάνω
από τον διεθνή μέσο όρο των 60,03.
Πού υπερέχει και
πού υστερεί η Ελλάδα
Η Παγκόσμια
Τράπεζα αναλύει δέκα επιμέρους θεματικές ενότητες, μέσα από
δεκάδες κριτήρια. Στα ισχυρά σημεία της χώρας
συγκαταλέγονται:
η έναρξη
επιχείρησης (3η θέση, 93,78 βαθμοί),
οι υπηρεσίες
κοινής ωφέλειας (14η θέση, 86,63 βαθμοί),
το διεθνές εμπόριο
(15η θέση, 75,92 βαθμοί),
καθώς και η
διαχείριση πτωχεύσεων, όπου σημειώθηκε σημαντική βελτίωση
(12η θέση, 74,24 βαθμοί).
Αξίζει να
σημειωθεί ότι στην αντίστοιχη έκθεση του 2024, η οποία
κάλυπτε μόλις 50 χώρες, η Ελλάδα βρισκόταν στην 34η θέση με
ιδιαίτερα χαμηλή συνολική βαθμολογία.
Στον αντίποδα, οι
μεγαλύτερες αδυναμίες εντοπίζονται στη χωροθέτηση
επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και στις χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες. Ειδικά στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η Ελλάδα
κατατάσσεται στην 77η θέση, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με
τις μακροχρόνιες πληγές του τραπεζικού συστήματος από την
προηγούμενη δεκαετία.
Μέτρια είναι
επίσης η εικόνα στις εργασιακές σχέσεις και στην επίλυση
διαφορών, με τη βραδύτητα της Δικαιοσύνης να παραμένει
σοβαρό εμπόδιο. Παρά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις και τη
σημαντική μείωση του χρόνου έκδοσης πρωτόδικων αποφάσεων
κατά 53,2%, η περιορισμένη χρήση της διαμεσολάβησης
εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά τις επιδόσεις.
Δημόσιες συμβάσεις
και ανταγωνισμός
Αν και η Ελλάδα
βρίσκεται στο πρώτο τεταρτημόριο της κατάταξης ως προς τον
ανταγωνισμό (25η θέση), οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν
αδύναμο κρίκο. Η χώρα κατατάσσεται στην 95η θέση στον
συγκεκριμένο τομέα, είναι τελευταία στον χρόνο υπογραφής
συμβάσεων και 84η στον χρόνο πληρωμής από το Δημόσιο —
στοιχεία κρίσιμα, δεδομένου ότι πολλές επιχειρήσεις
εξαρτώνται από κρατικές προμήθειες.
Η σύνδεση με την
απασχόληση
Η έκθεση
υπογραμμίζει ότι ένα αποτελεσματικό επιχειρηματικό
περιβάλλον συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Για χώρες με ώριμο εργατικό δυναμικό, όπως η Ελλάδα, η
έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην καινοτομία, στις διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, αλλά
και στην προσαρμογή της αγοράς εργασίας στις ανάγκες ενός
πληθυσμού μεγαλύτερης ηλικίας.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Μοναξιά, ηλικία και σχέσεις: Πώς αλλάζει η κοινωνική
σύνδεση στη σύγχρονη εποχή
Πώς διαμορφώνεται σήμερα η
αίσθηση της μοναξιάς και της κοινωνικής εγγύτητας; Σύμφωνα
με πρόσφατη αμερικανική έρευνα, οι νεότεροι ενήλικες
εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής αποσύνδεσης, ενώ οι
μεγαλύτερες ηλικίες δηλώνουν λιγότερη μοναξιά. Παράλληλα, η
εικόνα της κοινωνικής ευημερίας παρουσιάζει μια πιο σύνθετη
κατανομή: είναι αυξημένη τόσο στους νέους όσο και στους
ηλικιωμένους, ενώ υποχωρεί στη μέση ηλικία. Τα ευρήματα
δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One.
Πώς ορίζεται η
κοινωνική ευημερία
Ο όρος «κοινωνική
ευημερία» περιγράφει το επίπεδο ποιότητας των κοινωνικών
δεσμών ενός ατόμου, το αίσθημα του ανήκειν και τη δυνατότητα
ουσιαστικής συμμετοχής σε μια κοινότητα. Συνδέεται με την
ύπαρξη υποστηρικτικών σχέσεων, την αποδοχή, την αίσθηση ότι
κάποιος έχει αξία για τους άλλους και μπορεί να λειτουργεί
ενεργά στο κοινωνικό σύνολο.
Σημαντικό ρόλο
παίζουν η εμπιστοσύνη, η αμοιβαιότητα και η κοινωνική
συνοχή, αλλά και η πεποίθηση ότι το κοινωνικό περιβάλλον
προσφέρει ίσες ευκαιρίες, δικαιοσύνη και πρόσβαση σε βασικά
αγαθά και δίκτυα υποστήριξης.
Τι σημαίνει
κοινωνική κακοδαιμονία
Στον αντίποδα, η
κοινωνική κακοδαιμονία αναφέρεται σε εμπειρίες και
καταστάσεις που διαβρώνουν την κοινωνική συνοχή και τις
διαπροσωπικές σχέσεις. Περιλαμβάνει τη μοναξιά, την
κοινωνική απομόνωση, τις διακρίσεις, την περιθωριοποίηση και
τη διαρκή σύγκρουση στις σχέσεις.
Οι αιτίες της
συχνά εντοπίζονται σε βαθύτερους δομικούς παράγοντες, όπως η
φτώχεια, οι κοινωνικές ανισότητες, οι αποκλειστικοί θεσμοί ή
η απώλεια εμπιστοσύνης στους κοινωνικούς δεσμούς. Σε ατομικό
επίπεδο, μπορεί να εκδηλωθεί ως αίσθημα αποξένωσης, έλλειψη
στήριξης και χρόνιο διαπροσωπικό άγχος, με αρνητικές
επιπτώσεις τόσο στην ψυχική όσο και στη σωματική υγεία.
Τι αποκαλύπτει η
έρευνα για ηλικία και μοναξιά
Οι ερευνητές
επιδίωξαν να εξετάσουν πώς μεταβάλλονται η κοινωνική
ευημερία και η κοινωνική κακοδαιμονία σε διαφορετικά στάδια
της ζωής, καθώς και ποιες κοινωνικές εμπειρίες και στάσεις
χαρακτηρίζουν άτομα με διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής
σύνδεσης.
Η ανάλυση
βασίστηκε σε δεδομένα από 4.812 ενήλικες στις Ηνωμένες
Πολιτείες, με μέση ηλικία περίπου τα 44 έτη. Το 57% των
συμμετεχόντων ήταν γυναίκες, ενώ το 31% δήλωσε άγαμο και το
44% παντρεμένο ή σε συμβίωση.
Τα αποτελέσματα
έδειξαν ότι όσοι ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής
ευημερίας βίωναν χαμηλότερο αντιλαμβανόμενο στρες και
διέθεταν, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερο αριθμό φίλων. Αντίθετα,
τα άτομα με αυξημένη κοινωνική κακοδαιμονία δήλωναν
χαμηλότερη συνολική ευημερία, λιγότερες φιλικές σχέσεις και
συχνότερα απώλεια επαφής με φίλους.
Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση της ηλικίας. Οι
μεγαλύτεροι σε ηλικία συμμετέχοντες εμφάνιζαν χαμηλότερα
επίπεδα κοινωνικής αποσύνδεσης και μοναξιάς. Η κοινωνική
ευημερία, ωστόσο, ακολουθούσε μια καμπύλη σε σχήμα «U»: ήταν
αυξημένη στους νεότερους και στους ηλικιωμένους, αλλά
μειωμένη στη μέση ηλικία.
Αντίστοιχα, ο
αριθμός των φίλων ήταν υψηλός κοντά στην ενηλικίωση,
μειωνόταν στα τέλη της δεκαετίας των 20, έφτανε στο
χαμηλότερο σημείο μεταξύ 45 και 60 ετών και στη συνέχεια
αυξανόταν ξανά στα μεγαλύτερα ηλικιακά στάδια.
|
|
|
|
|
|