| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 16/04/26

 

                            

 

Αγορά Εργασίας

 

Μια νέα διεθνής μελέτη της Gallup, που καλύπτει 160 χώρες, αποτυπώνει μια σύνθετη εικόνα για το εργασιακό περιβάλλον, με την Ευρώπη να εμφανίζεται λιγότερο αγχωμένη σε σχέση με άλλες περιοχές, αλλά ταυτόχρονα να καταγράφει τα χαμηλότερα επίπεδα αφοσίωσης των εργαζομένων.

 

Σύμφωνα με την έρευνα για το 2026, το εργασιακό άγχος δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ευημερίας των εργαζομένων, αλλά και κρίσιμο παράγοντα για την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Εκτιμάται μάλιστα ότι οι απώλειες παραγωγικότητας σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να φτάνουν έως και το 9% του ΑΕΠ.

 

Την ίδια στιγμή, η αφοσίωση στην εργασία υποχωρεί διεθνώς, με μόλις το 20% των εργαζομένων να δηλώνει ενεργά συνδεδεμένο με τη δουλειά του – το χαμηλότερο επίπεδο από το 2020, γεγονός που αναδεικνύει μια ευρύτερη κρίση κινήτρων.

 

Μεγάλες αποκλίσεις στο άγχος μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών

 

Παρά τη σχετικά καλύτερη συνολική εικόνα της Ευρώπης, οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών είναι έντονες.

 

Οι εργαζόμενοι στη Νότια Ευρώπη εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα άγχους, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή (61%), ακολουθούμενη από τη Μάλτα (57%), την Κύπρος (56%), την Ιταλία (51%) και την Ισπανία (47%).

 

Στον αντίποδα, χώρες της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα πίεσης, όπως η Δανία (19%), η Πολωνία (22%) και η Λιθουανία (23%).

 

Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι το εργασιακό άγχος επηρεάζεται έντονα από οικονομικούς, κοινωνικούς και εργασιακούς παράγοντες.

 

                            

 

Ποιοι εργαζόμενοι βιώνουν τη μεγαλύτερη πίεση

 

Η μελέτη σκιαγραφεί και το προφίλ των πιο επιβαρυμένων εργαζομένων, που περιλαμβάνει:

 

άτομα κάτω των 35 ετών

εργαζόμενους σε διευθυντικές θέσεις

όσους εργάζονται σε υβριδικά μοντέλα

 

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι το άγχος δεν περιορίζεται σε χαμηλόμισθες ή επισφαλείς θέσεις, αλλά επηρεάζει έντονα και στελέχη με αυξημένες ευθύνες.

 

Παράλληλα, ενισχύεται το φαινόμενο της «σιωπηλής παραίτησης» (quiet quitting), με περίπου το 15% των εργαζομένων να δηλώνει ενεργά αποσυνδεδεμένο από τη δουλειά του.

 

Υψηλότερη ευημερία αλλά και αντιφάσεις

 

Παρά τις πιέσεις, σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι στην Ευρώπη (49%) δηλώνουν ότι ευημερούν, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (34%).

 

Στην κορυφή της ευημερίας βρίσκονται χώρες όπως η Φινλανδία (81%), η Ισλανδία (78%) και η Δανία (78%), επιβεβαιώνοντας τη σημασία της ισορροπίας εργασίας-ζωής και των ισχυρών κοινωνικών πολιτικών.

 

Επιπλέον, το 57% των Ευρωπαίων θεωρεί ότι η περίοδος είναι ευνοϊκή για εύρεση εργασίας, ένδειξη συγκρατημένης αισιοδοξίας.

 

Ελλάδα: Έντονη και διαχρονική πίεση στην εργασία

 

Η εικόνα στην Ελλάδα εμφανίζεται σαφώς πιο επιβαρυμένη. Οι Έλληνες εργαζόμενοι συγκαταλέγονται στους πιο αγχωμένους στην Ευρώπη, ενώ τα στοιχεία δείχνουν βαθύτερη, συστημική πίεση.

 

Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ για το 2025:

 

το 87% δηλώνει ότι βιώνει άγχος στη δουλειά

σχεδόν 1 στους 5 το αισθάνεται συνεχώς

το 73% εργάζεται υπό αυστηρές προθεσμίες

 

Το άγχος επηρεάζει άμεσα και την προσωπική ζωή, με περίπου τους μισούς εργαζόμενους να δηλώνουν επιπτώσεις στην καθημερινότητα και την οικογένεια.

 

Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στις ηλικίες 35–54 ετών, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, γεγονός που καταδεικνύει τον διαγενεακό χαρακτήρα του προβλήματος.

 

Ένταση σε όλους τους κλάδους και αυξημένες απαιτήσεις

 

Το εργασιακό άγχος διαπερνά σχεδόν όλους τους τομείς της οικονομίας, από την εκπαίδευση και την υγεία έως τον τουρισμό, τις μεταφορές και το λιανεμπόριο.

 

Ενδεικτικά:

 

το 82% των εργαζομένων με μεταπτυχιακά δηλώνει αυστηρά ωράρια

σε επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων, το 84% αντιμετωπίζει έντονες προθεσμίες

το 62% αναφέρει ότι το άγχος επηρεάζει την προσωπική του ζωή

 

Οι επιπτώσεις και η ανάγκη για αλλαγή μοντέλου εργασίας

 

Η παρατεταμένη έκθεση στο άγχος οδηγεί σε σοβαρές συνέπειες, όπως επαγγελματική εξουθένωση (burnout), διαταραχές ύπνου, μειωμένη παραγωγικότητα και αυξημένες απουσίες.

 

Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυξημένα κόστη για τα συστήματα υγείας.

 

Οι ειδικοί υπογραμμίζουν την ανάγκη για ουσιαστική αναδιάρθρωση του τρόπου εργασίας, προτείνοντας:

 

πιο ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα

μεγαλύτερη αυτονομία για τους εργαζόμενους

επαρκείς περιόδους ανάπαυσης

εταιρικές πολιτικές που δίνουν έμφαση στην ευημερία

 

Η εικόνα που αναδύεται είναι σαφής: το πρόβλημα του εργασιακού άγχους δεν είναι απλώς ατομικό, αλλά βαθιά συστημικό, με σημαντικές προεκτάσεις για την οικονομία και την κοινωνία συνολικά.

                                          

                                          

 

 

                     

 

Μισθοί

 

Και μια που πιάσαμε την αγορά εργασίας. Έντονες ανισορροπίες καταγράφονται στην ελληνική αγορά εργασίας, με τα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ να δείχνουν ότι μόλις 112.075 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα – δηλαδή το 4,55% των μισθωτών – λαμβάνουν αποδοχές άνω των 3.000 ευρώ. Την ίδια στιγμή, περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους αμείβεται με έως 1.000 ευρώ μηνιαίως, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη «ψαλίδα» στις απολαβές.

 

Τα υψηλά εισοδήματα συγκεντρώνονται κυρίως σε τομείς όπως η πληροφορική, η κυβερνοασφάλεια, η ανάλυση δεδομένων, η ενέργεια και οι αερομεταφορές, όπου η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό παραμένει ισχυρή. Αντίστοιχα, οι καλύτερα αμειβόμενοι κλάδοι περιλαμβάνουν τον τραπεζικό, τη ναυτιλία, τη φαρμακοβιομηχανία, τις κατασκευές και τον τουρισμό – κυρίως σε επίπεδο ανώτερων διοικητικών στελεχών.

 

Οι αποδοχές σε διευθυντικές θέσεις, όπως CEO, CFO και managers, αλλά και σε εξειδικευμένους επαγγελματίες όπως γιατρούς, δικαστές και στελέχη τεχνολογίας, κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 3.000 και 5.000 ευρώ μεικτά τον μήνα. Οι ηλικίες 35 έως 44 ετών εμφανίζουν τις υψηλότερες αμοιβές, με σημαντικό ποσοστό εργαζομένων να ξεπερνά τα 2.700 ευρώ.

 

Μεταξύ των επιχειρήσεων που προσφέρουν υψηλότερες αποδοχές στην Ελλάδα συγκαταλέγονται η Παπαστράτος, η Costa Navarino, η ΒΙΑΝΕΞ, η Σκλαβενίτης, η Aegean Airlines, η Motor Oil, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, η HelleniQ Energy, η DEMO και η INTRALOT.

 

Παρά την ύπαρξη ενός μικρού αλλά ισχυρού πυρήνα υψηλά αμειβόμενων εργαζομένων, η γενική εικόνα παραμένει πιεσμένη. Σύμφωνα με ανάλυση του ΙΟΒΕ, οι μέσοι μισθοί δεν έχουν ακολουθήσει την ανοδική πορεία του κατώτατου, με αποτέλεσμα να παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι σε πραγματικούς όρους.

 

Η αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό έχει φτάσει το 63%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την περίοδο 2019–2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά περίπου 4,5% ετησίως σε ονομαστικούς όρους, αλλά παρουσίασε οριακή μείωση σε πραγματικούς όρους. Αντίθετα, ο κατώτατος μισθός ενισχύθηκε σημαντικά, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση 13,4% σε πραγματικούς όρους.

 

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 εργαζόμενους, ο μέσος μισθός το 2025 διαμορφώθηκε μόλις στα 1.154 ευρώ, ενώ η αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό έφτασε το 79%. Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων αμείβεται κοντά στον κατώτατο, με περιορισμένες προοπτικές αύξησης ανεξαρτήτως εμπειρίας ή προσόντων.

 

Στις μικρές επιχειρήσεις, όπου απασχολείται περίπου το 28% των εργαζομένων, το 38% λαμβάνει τον κατώτατο μισθό, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό κινείται οριακά υψηλότερα. Αντίθετα, όσο αυξάνεται το μέγεθος της επιχείρησης, τόσο βελτιώνονται και οι αποδοχές.

 

Παρά τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος τα τελευταία χρόνια, η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει χαμηλή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ σε όρους αγοραστικής δύναμης, κοντά στη Βουλγαρία.

 

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα: παρά τους σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι πραγματικές αποδοχές δεν επαρκούν για να στηρίξουν το κόστος ζωής, διατηρώντας την πίεση στα νοικοκυριά και περιορίζοντας την οικονομική ευημερία.

                                   

 

Το πλαφόν στο κέρδος δεν φρενάρει τις ανατιμήσεις

 

Το μέτρο του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, όπως και άλλες παρεμβάσεις που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια –όπως οι πρωτοβουλίες «μείωσης τιμής» και τα λεγόμενα «καλάθια»– φαίνεται πως δεν οδηγούν τελικά στη συγκράτηση των ανατιμήσεων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν και το αντίθετο αποτέλεσμα.

 

Σύμφωνα με την έκθεση του διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος, το ζήτημα δεν σχετίζεται μόνο με το αυξημένο διοικητικό κόστος που επικαλούνται οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, αλλά και με τη βασική λειτουργία της αγοράς. Οι επιχειρήσεις, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τα περιθώρια κέρδους τους, ενδέχεται να μειώνουν τιμές σε συγκεκριμένα προϊόντα που εντάσσονται σε κυβερνητικά μέτρα, αλλά ταυτόχρονα να προχωρούν σε αυξήσεις σε άλλα είδη.

 

Παρά την εφαρμογή του πλαφόν από το 2020 –και την ενίσχυσή του το 2022– ο πληθωρισμός στα τρόφιμα στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 33,4% την περίοδο 2020-2025, υψηλότερα από το 30,8% που καταγράφηκε στην Ευρωζώνη. Επιπλέον, το μέτρο δεν καλύπτει το σύνολο των προϊόντων, αλλά περιορίζεται σε 59 κατηγορίες, εκ των οποίων οι 46 αφορούν τρόφιμα, αφήνοντας εκτός αρκετές υποκατηγορίες ακόμη και μέσα στην ίδια βασική ομάδα προϊόντων.

 

Ένα ακόμη εύρημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η αυξημένη συχνότητα μεταβολών των τιμών. Όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, από τα τέλη του 2024 παρατηρείται ταυτόχρονη αύξηση τόσο στις ανατιμήσεις όσο και στις μειώσεις τιμών – ένα φαινόμενο ασυνήθιστο για τις αγορές. Συνήθως, οι οικονομικές πιέσεις ωθούν τις τιμές προς μία κατεύθυνση, όχι και προς τις δύο. Η παράλληλη αυτή κίνηση αποδίδεται στην υψηλή αβεβαιότητα, που δυσκολεύει τις επιχειρήσεις να καθορίσουν τη βέλτιστη τιμολόγηση, ενισχύοντας τη συνολική μεταβλητότητα.

 

Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν και από μελέτη της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τη συμπεριφορά των τιμών στην Ευρωζώνη κατά την περίοδο έντονου πληθωρισμού. Η έρευνα δείχνει ότι αυξήθηκε σημαντικά η συχνότητα αναπροσαρμογών στις τιμές καταναλωτή, με το ποσοστό των προϊόντων που άλλαζαν τιμή κάθε μήνα να φτάνει το 15,7% το 2023, έναντι μόλις 8,2% πριν το 2020.

 

Στην Ελλάδα, η τάση αυτή ήταν ακόμη πιο έντονη: το 2022, η συχνότητα μεταβολής των τιμών ήταν αυξημένη κατά σχεδόν 6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019, ενώ παρέμεινε υψηλή και τα επόμενα χρόνια. Μάλιστα, σε πάνω από το 58% των προϊόντων οι αλλαγές τιμών έγιναν πιο συχνές, με την πλειονότητα αυτών να αφορά αυξήσεις.

 

Ιδιαίτερα στις υπηρεσίες –που το 2025 αποτέλεσαν βασικό μοχλό πληθωρισμού– η συχνότητα των ανατιμήσεων έχει σχεδόν τριπλασιαστεί σε σχέση με την περίοδο 2012-2020.

 

Ο επίμονος πληθωρισμός, ειδικά στα τρόφιμα, επιβαρύνει κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα, καθώς το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δαπανά περίπου το ένα τρίτο των συνολικών εξόδων του για βασικά είδη διατροφής. Ωστόσο, η πίεση δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ομάδες. Όπως δείχνει πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρου του μήνα, αναδεικνύοντας το εύρος του προβλήματος.

 

                                

 

Διεθνής Αγορά Εργασίας

 

Σημαντική κάμψη καταγράφει η αισιοδοξία των εργαζομένων για τις προοπτικές εύρεσης νέας απασχόλησης, καθώς η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ εμφανίζει σημάδια αυξημένης αβεβαιότητας και σταδιακής επιβράδυνσης.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Federal Reserve Bank of New York, οι εργαζόμενοι εκτιμούν πλέον ότι έχουν περίπου 45% πιθανότητα να βρουν νέα εργασία μέσα σε διάστημα τριών μηνών σε περίπτωση απόλυσης. Το ποσοστό αυτό έχει υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με τα τέλη του 2025 και διαμορφώνεται σε επίπεδα ακόμη χαμηλότερα από την περίοδο της πανδημίας COVID-19.

 

Μεταστροφή στο κλίμα της αγοράς εργασίας

 

Η εικόνα αυτή αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όταν η αγορά εργασίας χαρακτηριζόταν από έντονη κινητικότητα και υψηλή ζήτηση εργαζομένων, ιδιαίτερα στην περίοδο της λεγόμενης «Μεγάλης Παραίτησης».

 

Σήμερα, οι εργαζόμενοι εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί, καθώς οι ευκαιρίες απασχόλησης φαίνεται να περιορίζονται και ο ανταγωνισμός για νέες θέσεις να αυξάνεται.

 

Πτώση στην καταναλωτική εμπιστοσύνη

 

Παράλληλα, ενισχύονται οι ανησυχίες για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης του University of Michigan κατέγραψε πτώση τον Μάρτιο, αντανακλώντας την πίεση από το αυξημένο κόστος ζωής και τη γενικότερη αβεβαιότητα στις αγορές.

 

Αγορά εργασίας υπό πίεση

 

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η δυναμική της απασχόλησης εξασθενεί. Οι ρυθμοί προσλήψεων επιβραδύνονται, ενώ η διάρκεια ανεργίας αυξάνεται, υποδηλώνοντας ότι οι άνεργοι χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας.

 

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας, με μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων να παραμένει εκτός αγοράς για διάστημα άνω των έξι μηνών. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την κινητικότητα και ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας.

 

Σημάδια ανθεκτικότητας

 

Παρά τη συνολική επιβράδυνση, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει στοιχεία ανθεκτικότητας, καθώς η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας συνεχίζεται, αν και με πιο συγκρατημένο ρυθμό.

 

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum