| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 19/01/26

 

                                

Ψηφιακές πληρωμές σε άνοδο, αλλά τα μετρητά αντέχουν: το ελληνικό παράδοξο του 2025

 

Το 2025 αποτέλεσε χρονιά καμπής για το σύστημα πληρωμών στην Ελλάδα. Κάρτες, άμεσες πληρωμές (instant payments) και ψηφιακά πορτοφόλια εδραιώθηκαν πλέον στην καθημερινότητα, με τον αριθμό των ηλεκτρονικών συναλλαγών να αυξάνεται με διψήφια ποσοστά. Παρ’ όλα αυτά, παρά τη σημαντική πρόοδο, το φυσικό χρήμα εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις καθημερινές συναλλαγές.

 

Τα διαθέσιμα δεδομένα αποκαλύπτουν μια σαφή διχοτόμηση: στην Ελλάδα, οι συναλλαγές μεγαλύτερης αξίας πραγματοποιούνται κυρίως ψηφιακά, ενώ οι μικρές και επαναλαμβανόμενες εξακολουθούν να γίνονται κατά κανόνα με μετρητά. Αυτή η ιδιαιτερότητα επηρεάζει άμεσα τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και τους όρους ανταγωνισμού στην αγορά.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2025, περισσότερες από τις μισές συναλλαγές στη χώρα εξακολουθούν να πραγματοποιούνται με μετρητά. Όταν όμως η ανάλυση γίνεται με βάση την αξία των πληρωμών, η εικόνα αντιστρέφεται: οι κάρτες καλύπτουν σχεδόν το 47% του συνολικού κύκλου εργασιών, έναντι περίπου 42% που αντιστοιχεί στα μετρητά.

 

Η ελληνική πραγματικότητα αποκλίνει αισθητά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σε χώρες όπως η Ολλανδία και η Φινλανδία, πάνω από το 70% των συναλλαγών, σε αριθμό, πραγματοποιείται ηλεκτρονικά, με τα μετρητά να έχουν περιοριστεί σε δευτερεύοντα ρόλο. Αντίθετα, στον ευρωπαϊκό Νότο και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, το φυσικό χρήμα παραμένει βασικό εργαλείο της καθημερινής κατανάλωσης.

 

Η απόκλιση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη στις συναλλαγές μικρής αξίας. Για ποσά κάτω των 10 ή 20 ευρώ, τα μετρητά διατηρούν την πρωτοκαθεδρία. Με απλά λόγια, οι Έλληνες χρησιμοποιούν κάρτες για τα «μεγάλα» ποσά, αλλά μετρητά για τις «πολλές» συναλλαγές.

 

Η επιμονή του φυσικού χρήματος

 

Μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) δείχνει ότι οι Έλληνες καταναλωτές αυξάνουν σταδιακά τη χρήση καρτών και διαδικτυακών πληρωμών, μειώνοντας τις συναλλαγές με φυσική παρουσία. Ωστόσο, το ποσοστό όσων εξακολουθούν να προτιμούν τα μετρητά παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωζώνη. Οι λόγοι αυτής της επιλογής είναι κυρίως πρακτικοί.

 

Καταρχάς, σε μια περίοδο έντονης ακρίβειας, πολλοί καταναλωτές αισθάνονται ότι τα μετρητά τους προσφέρουν μεγαλύτερο έλεγχο στις δαπάνες. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα συμπιέζεται από το αυξημένο κόστος σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση, το φυσικό χρήμα λειτουργεί ως εργαλείο αυτοπειθαρχίας για πολλά νοικοκυριά.

 

Δεύτερον, τα μετρητά προσφέρουν αμεσότητα και δεν προϋποθέτουν τεχνολογικό εξοπλισμό, σύνδεση στο διαδίκτυο ή τεχνική υποστήριξη. Οι παράγοντες αυτοί εξακολουθούν να έχουν βαρύτητα, ιδίως για μικρές επιχειρήσεις ή για περιοχές με λιγότερο ανεπτυγμένες ψηφιακές υποδομές.

 

Τρίτον, το φυσικό χρήμα εξασφαλίζει ανωνυμία, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με το φαινόμενο του λεγόμενου «μαύρου χρήματος».

 

 

Ψηφιακό χάσμα

 

Ένας λιγότερο προφανής, αλλά καθοριστικός λόγος για τη διατήρηση των μετρητών είναι η υστέρηση στις ψηφιακές δεξιότητες. Το πρόβλημα αφορά κυρίως μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, αλλά και μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τεχνολογικής έντασης. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα πρόσβασης στα εργαλεία, αλλά για την καθημερινή ικανότητα χρήσης τους: τραπεζικές εφαρμογές, ψηφιακά πορτοφόλια, ηλεκτρονικές αποδείξεις, ακόμη και βασικές λειτουργίες POS.

 

Στην πράξη, ένα τμήμα της οικονομίας αντιμετωπίζει την ψηφιοποίηση με επιφυλακτικότητα. Για χιλιάδες μικρούς επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, τα μετρητά θεωρούνται πιο «ασφαλής» επιλογή, καθώς δεν απαιτούν εκπαίδευση, εξοικείωση ή τεχνική υποστήριξη.

 

Μετρητά και δημόσια έσοδα

 

Το 2025, η καθολική εγκατάσταση POS, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών και τα ψηφιακά συστήματα διαβίβασης στοιχείων έχουν ενισχύσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση. Υπολογίζεται ότι η εξάπλωση των ηλεκτρονικών πληρωμών έχει προσθέσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως στα έσοδα από ΦΠΑ.

 

Παρά τη βελτίωση, το λεγόμενο VAT gap — η διαφορά μεταξύ θεωρητικά και πραγματικά εισπραττόμενου ΦΠΑ — παραμένει υψηλό. Ακόμη και μετά τη μείωσή του, υπερβαίνει τα 2 δισ. ευρώ τον χρόνο, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

 

Η βασική αιτία δεν εντοπίζεται στις μεγάλες συναλλαγές, όπου κυριαρχούν οι ψηφιακές πληρωμές, αλλά στις μικρές καθημερινές πράξεις με μετρητά, οι οποίες είναι δυσκολότερο να ελεγχθούν σε πραγματικό χρόνο.

 

Για πολλές μικρές επιχειρήσεις, το φυσικό χρήμα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο ρευστότητας. Η άμεση είσπραξη χωρίς προμήθειες και καθυστερήσεις είναι κρίσιμη σε ένα περιβάλλον περιορισμένων περιθωρίων κέρδους.

 

Ωστόσο, αυτή η πρακτική δημιουργεί στρεβλώσεις. Επιχειρήσεις που λειτουργούν πλήρως ψηφιακά έχουν μεγαλύτερη φορολογική διαφάνεια και λιγότερα περιθώρια ευελιξίας σε σύγκριση με εκείνες που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα μετρητά. Το αποτέλεσμα είναι άνισοι όροι ανταγωνισμού εντός της ίδιας αγοράς.

 
 

                                         

Η ευρωπαϊκή σύγκριση & Παραοικονομία

 

Τα πιο πρόσφατα πανευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα ακολουθεί διαφορετική πορεία σε σχέση με μεγάλο μέρος της Ευρωζώνης.

 

Στη χώρα μας, πάνω από το 50% των συναλλαγών εξακολουθεί να γίνεται με μετρητά ακόμη και το 2025, ενώ οι κάρτες κυριαρχούν μόνο όταν η σύγκριση γίνεται με βάση την αξία των πληρωμών.

 

Στην Ισπανία, η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη, με τις πληρωμές με κάρτα να καλύπτουν περίπου το 55%–60% των συναλλαγών και τα μετρητά να υποχωρούν κυρίως στα αστικά κέντρα. Παρά τις πολιτισμικές ομοιότητες, η Ισπανία έχει κινηθεί ταχύτερα προς την ψηφιοποίηση, κυρίως μέσω εκτεταμένης χρήσης καρτών και mobile banking.

 

Στη Γερμανία, χώρα που παραδοσιακά θεωρείται φιλική προς τα μετρητά, η μετάβαση έχει επιταχυνθεί. Το 2025, οι ηλεκτρονικές πληρωμές υπερβαίνουν το 60% των συναλλαγών, με το φυσικό χρήμα να περιορίζεται κυρίως σε πολύ μικρά ποσά. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η χρήση μετρητών στη Γερμανία συνδέεται περισσότερο με καταναλωτικές συνήθειες παρά με τη φοροδιαφυγή.

 

Η πιο έντονη αντίθεση καταγράφεται στη Σουηδία. Εκεί, το 85%–90% των συναλλαγών πραγματοποιείται ψηφιακά, ενώ σε πολλές περιοχές τα μετρητά δεν γίνονται καν αποδεκτά. Η υψηλή ψηφιακή επάρκεια του πληθυσμού, η εμπιστοσύνη στις υποδομές και η καθολική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών έχουν σχεδόν εξαλείψει τη φοροδιαφυγή.

 

Η σκιά της παραοικονομίας

 

Παρά τη σημαντική ψηφιακή πρόοδο, εκτιμάται ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα εξακολουθεί να αντιστοιχεί στο 16%–18% του ΑΕΠ, δηλαδή σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, ωστόσο η έκτασή του παραμένει μεγαλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Τα μετρητά δεν αποτελούν τη μοναδική αιτία, αλλά συνιστούν το βασικό μέσο μέσω του οποίου λειτουργεί αυτή η «σκιώδης» οικονομία. Όσο σημαντικό τμήμα της καθημερινής κατανάλωσης μένει εκτός ψηφιακού αποτυπώματος, η πλήρης φορολογική ενσωμάτωση θα παραμένει ζητούμενο.

 

 

                                 

Μισθοί: To 2035 η επιστροφή τους στο επίπεδο του 2009

 

Ενδιαφέρον το άρθρο των Σάββα Γ. Ρομπόλη και Βασίλειου Γ. Μπέτση στον Οικονομικό Ταχυδρόμο, για το τόσο σοβαρό ζήτημα των μισθών, με το οποίο σε κάθε ευκαιρία ασχολούμαστε.

 

Η ελληνική οικονομία κατά τις τελευταίες δεκαετίες αναπαράγει με τις στρατηγικές της επιλογές, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, το διαρθρωτικό παραγωγικό και κοινωνικό της έλλειμμα, σε βαθμό που να διευρύνεται ο χρόνος της πραγματικής της σύγκλισης με την Ε.Ε.-27. Έτσι, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία της Eurostat, ενώ κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες το πραγματικό κατά κεφαλή εισόδημα των νοικοκυριών στην Ε.Ε.-27 αυξήθηκε κατά 22%, στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 5%.

 

Κι΄αυτό επειδή στρατηγικό-οικονομικά και διαχρονικά η ελληνική οικονομία επιλέγει, μεταξύ άλλων, την υλοποίηση πολιτικών διαχειριστικής ισορροπίας μεταξύ του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ και της δημοσιονομικής πειθαρχίας αντί της διαρθρωτικής ισορροπίας μεταξύ παραγωγής, επενδύσεων, τεχνολογίας, απασχόλησης, εισοδήματος, αποταμίευσης και κοινωνικού κράτους.

 

Οι πολιτικές και οι μισθοί

 

Οι εφαρμοζόμενες αυτές πολιτικές, σε συνδυασμό με την προσαρμογή τους στους νέους δημοσιονομικούς κανόνες νεοφιλελεύθερης έμπνευσης της Ε.Ε.-27, έχουν οδηγήσει, μεταξύ άλλων, όπως αποτυπώνεται στα σχετικά στοιχεία της Eurostat, στην σταθεροποίηση της τάσης της ελληνικής οικονομίας προς τις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε.-27 με κριτήριο, μεταξύ άλλων, του επιπέδου παραγωγικότητας ( 65% του μέσου όρου της ευρωζώνης, παραγωγή ανά ώρα εργασίας κατά 40% χαμηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο) και του χαμηλού επιπέδου των μισθών (1.940 ώρες εργασίας ετησίως έναντι 1.520 ωρών εργασίας στην Ε.Ε.-27).

 

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat (2026) (Διάγραμμα 1), το μέσο επίπεδο των ονομαστικών μισθών στην Ελλάδα (17.954 ευρώ ετήσιος μισθός) ήταν στο 45% του μέσου όρου των χωρών της Ε.Ε.-27 (39.808 ευρώ ετήσιος μισθός).

 

                                                 

 

Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η χώρα μας όχι μόνο δεν συγκλίνει με την Ευρώπη, αντίθετα αποκλίνει όλο και περισσότερο αφού το 2020 ο μέσος ονομαστικός μισθός στην Ελλάδα ήταν στο 48,8% του μέσου όρου της Ε.Ε.-27. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στην χώρα μας σε ονομαστικούς όρους είναι κατά τα τελευταία πέντε έτη υψηλότερος από την Ευρώπη, εν τούτοις το παράδοξο που παρατηρείται είναι ότι το επίπεδο των ονομαστικών μισθών στην Ελλάδα αποκλίνει σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρώπης αντί να συγκλίνει.

 

Το μέγεθος της απόκλισης διαπιστώνεται εάν πραγματοποιηθεί η ίδια σύγκριση με το 2009, έτος στο οποίο το μέσο επίπεδο των ονομαστικών μισθών στην Ελλάδα ήταν στο 80% του μέσου όρου της Ευρώπης. Ειδικότερα, από τα Διαγράμματα 2, 3 και 4 διαπιστώνεται η πορεία της απόκλισης του μέσου ονομαστικού μισθού στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, το 2009 οι ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα ήταν στο 80% του μέσου όρου και η χώρα μας ήταν στην 13η θέση (Διάγραμμα 2).

 

                                    

 

Το 2020 ο μέσος ονομαστικός μισθός στην Ελλάδα ήταν στο 48,8% του μέσου όρου της Ευρώπης και ήταν στην 6η θέση από το τέλος ξεπερνώντας την Σλοβακία, την Πολωνία, την Ρουμανία, την Ουγγαρία και την Βουλγαρία και το 2024 το μέσο ονομαστικό επίπεδο των μισθών μειώθηκε ακόμα περισσότερο στο 45% σε σχέση με τον μέσο (Διάγραμμα 3), όρο της Ευρώπης και η Ελλάδα ξεπερνούσε μόνο την Βουλγαρία, αφού σε αυτή την 5-ετία οι μισθοί σε Σλοβακία, Πολωνία, Ρουμανία και Ουγγαρία ξεπέρασαν το μέσο ονομαστικό επίπεδο της Ελλάδας (Διάγραμμα 4).

                                              

                                           

 

 

 

                                  

 

Συνέχεια…….

 

Αυτή η σημαντική μείωση του επιπέδου των ονομαστικών μισθών στην Ελλάδα συγκριτικά με τον μέσο όρο της Ευρώπης από το 80% του 2009 στο 45% του 2024 αντικατοπτρίζει το μέγεθος της εσωτερικής υποτίμησης που συντελέστηκε στην χώρα μας κατά την περίοδο των μνημονίων. Η αιτία που τα εισοδήματα στην Ελλάδα δεν συγκλίνουν με αυτά της Ευρώπης εστιάζεται στο γεγονός ότι το μερίδιο της εργασίας από την ανάπτυξη στην χώρα μας είναι πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρώπης.

 

Συγκεκριμένα, από το Διάγραμμα 5 προκύπτει ότι παρόλο που το κατά κεφαλήν ΑΕΠ την περίοδο 2019-2024 αυξήθηκε με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2,2% (11,2% σωρευτική αύξηση την περίοδο 2019-2024), την ίδια χρονική περίοδο, το μερίδιο εργασίας μειώθηκε από το 36,8% του ΑΕΠ στο 35% του ΑΕΠ αποδεικνύοντας ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ που παρατηρήθηκε δεν μεταφράστηκε σε βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης των εργαζομένων. Επίσης, από τα στοιχεία του Διαγράμματος 5, προκύπτει ότι το μερίδιο της εργασίας επί του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2024 ήταν στο 35% όταν ο μέσος όρος της Ευρώπης ήταν στο 47,9%

 

                                           

 

Παράλληλα από τα στοιχεία της Eurostat (2026) αναδεικνύεται ότι η σύγκλιση του επιπέδου διαβίωσης στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης, στο περιβάλλον των νέων κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας, αποτελεί ένα πολύ μακρινό και δύσκολο στόχο για να επιτευχθεί. Ο ίδιος όμως μακρινός στόχος αποτελεί και η επιστροφή του επιπέδου των πραγματικών μισθών στο επίπεδο του 2009 δεδομένου ότι σε πραγματικές τιμές υπολείπεται κατά 22%.

 

Τούτων δοθέντων ακόμα και με την αναμενόμενη ονομαστική αύξηση των μισθών στην Ελλάδα κατά 5%-5,5% για το 2025, το μέσο επίπεδο των πραγματικών μισθών θα υπολείπεται κατά 20% σε πραγματικές τιμές σε σχέση με το 2009. Έτσι, ακόμα κι εάν θεωρήσουμε ότι η χώρα μας θα επιτυγχάνει μέσο ετήσιο ρυθμό πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ κατά 2%, ο μέσο πραγματικός μισθός θα επιστρέψει στο επίπεδο των μισθών του 2009 το έτος 2035.

 

Τι θα γίνει με τις συντάξεις

 

Εάν όμως ο μέσος ετήσιος ρυθμός πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ είναι χαμηλότερος (1,5%), τότε το μέσο επίπεδο των πραγματικών μισθών θα επιστρέψει στο επίπεδο του 2009 το έτος 2039. Όσον αφορά τις συντάξεις το μέσο πραγματικό επίπεδο των συντάξεων το 2025 υπολείπεται κατά 24% σε σχέση με το μέσο πραγματικό επίπεδο των συντάξεων του 2009, αφού το 2009 η μέση ονομαστική σύνταξη ήταν 1.050 ευρώ (μεικτά) (κύρια και επικουρική) και το 2025 η μέση ονομαστική σύνταξη σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος ΗΛΙΟΣ ήταν 1.050 ευρώ(μεικτά) (κύρια και επικουρική) και ο συσσωρευμένος πληθωρισμός σε αυτό το χρονικό διάστημα ήταν 24%.

 

Έτσι, εάν λάβουμε υπόψη ότι η ετήσια ονομαστική αύξηση των συντάξεων δεν υπερβαίνει τον πληθωρισμό (Ν. 4387/2016) και αφού ο μέσος πραγματικός μισθός θα φτάσει το επίπεδο του 2009 το έτος 2035 γίνεται αντιληπτό ότι το επίπεδο των πραγματικών συντάξεων εκτιμάται ότι θα επιστρέψει στο ύψος του επιπέδου των πραγματικών συντάξεων (κύρια και επικουρική) του 2009 το έτος 2060.

 

 
 
 
  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum