|
Ψηφιακές πληρωμές σε
άνοδο, αλλά τα μετρητά αντέχουν: το ελληνικό παράδοξο του
2025
Το 2025 αποτέλεσε
χρονιά καμπής για το σύστημα πληρωμών στην Ελλάδα. Κάρτες,
άμεσες πληρωμές (instant payments) και ψηφιακά πορτοφόλια
εδραιώθηκαν πλέον στην καθημερινότητα, με τον αριθμό των
ηλεκτρονικών συναλλαγών να αυξάνεται με διψήφια ποσοστά.
Παρ’ όλα αυτά, παρά τη σημαντική πρόοδο, το φυσικό χρήμα
εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις
καθημερινές συναλλαγές.
Τα διαθέσιμα
δεδομένα αποκαλύπτουν μια σαφή διχοτόμηση: στην Ελλάδα, οι
συναλλαγές μεγαλύτερης αξίας πραγματοποιούνται κυρίως
ψηφιακά, ενώ οι μικρές και επαναλαμβανόμενες εξακολουθούν να
γίνονται κατά κανόνα με μετρητά. Αυτή η ιδιαιτερότητα
επηρεάζει άμεσα τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και τους όρους
ανταγωνισμού στην αγορά.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία του 2025, περισσότερες από τις μισές συναλλαγές στη
χώρα εξακολουθούν να πραγματοποιούνται με μετρητά. Όταν όμως
η ανάλυση γίνεται με βάση την αξία των πληρωμών, η εικόνα
αντιστρέφεται: οι κάρτες καλύπτουν σχεδόν το 47% του
συνολικού κύκλου εργασιών, έναντι περίπου 42% που
αντιστοιχεί στα μετρητά.
Η ελληνική
πραγματικότητα αποκλίνει αισθητά από τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης. Σε χώρες όπως η Ολλανδία και η Φινλανδία, πάνω
από το 70% των συναλλαγών, σε αριθμό, πραγματοποιείται
ηλεκτρονικά, με τα μετρητά να έχουν περιοριστεί σε
δευτερεύοντα ρόλο. Αντίθετα, στον ευρωπαϊκό Νότο και
ιδιαίτερα στην Ελλάδα, το φυσικό χρήμα παραμένει βασικό
εργαλείο της καθημερινής κατανάλωσης.
Η απόκλιση αυτή
γίνεται ακόμη πιο έντονη στις συναλλαγές μικρής αξίας. Για
ποσά κάτω των 10 ή 20 ευρώ, τα μετρητά διατηρούν την
πρωτοκαθεδρία. Με απλά λόγια, οι Έλληνες χρησιμοποιούν
κάρτες για τα «μεγάλα» ποσά, αλλά μετρητά για τις «πολλές»
συναλλαγές.
Η επιμονή του
φυσικού χρήματος
Μελέτη του
Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)
δείχνει ότι οι Έλληνες καταναλωτές αυξάνουν σταδιακά τη
χρήση καρτών και διαδικτυακών πληρωμών, μειώνοντας τις
συναλλαγές με φυσική παρουσία. Ωστόσο, το ποσοστό όσων
εξακολουθούν να προτιμούν τα μετρητά παραμένει το υψηλότερο
στην Ευρωζώνη. Οι λόγοι αυτής της επιλογής είναι κυρίως
πρακτικοί.
Καταρχάς, σε μια
περίοδο έντονης ακρίβειας, πολλοί καταναλωτές αισθάνονται
ότι τα μετρητά τους προσφέρουν μεγαλύτερο έλεγχο στις
δαπάνες. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα συμπιέζεται από το
αυξημένο κόστος σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση, το φυσικό
χρήμα λειτουργεί ως εργαλείο αυτοπειθαρχίας για πολλά
νοικοκυριά.
Δεύτερον, τα
μετρητά προσφέρουν αμεσότητα και δεν προϋποθέτουν
τεχνολογικό εξοπλισμό, σύνδεση στο διαδίκτυο ή τεχνική
υποστήριξη. Οι παράγοντες αυτοί εξακολουθούν να έχουν
βαρύτητα, ιδίως για μικρές επιχειρήσεις ή για περιοχές με
λιγότερο ανεπτυγμένες ψηφιακές υποδομές.
Τρίτον, το φυσικό
χρήμα εξασφαλίζει ανωνυμία, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με
το φαινόμενο του λεγόμενου «μαύρου χρήματος».
Ψηφιακό χάσμα
Ένας λιγότερο
προφανής, αλλά καθοριστικός λόγος για τη διατήρηση των
μετρητών είναι η υστέρηση στις ψηφιακές δεξιότητες. Το
πρόβλημα αφορά κυρίως μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, αλλά και
μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τεχνολογικής έντασης. Δεν
πρόκειται μόνο για ζήτημα πρόσβασης στα εργαλεία, αλλά για
την καθημερινή ικανότητα χρήσης τους: τραπεζικές εφαρμογές,
ψηφιακά πορτοφόλια, ηλεκτρονικές αποδείξεις, ακόμη και
βασικές λειτουργίες POS.
Στην πράξη, ένα
τμήμα της οικονομίας αντιμετωπίζει την ψηφιοποίηση με
επιφυλακτικότητα. Για χιλιάδες μικρούς επαγγελματίες και
αυτοαπασχολούμενους, τα μετρητά θεωρούνται πιο «ασφαλής»
επιλογή, καθώς δεν απαιτούν εκπαίδευση, εξοικείωση ή τεχνική
υποστήριξη.
Μετρητά και
δημόσια έσοδα
Το 2025, η
καθολική εγκατάσταση POS, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών
και τα ψηφιακά συστήματα διαβίβασης στοιχείων έχουν
ενισχύσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση. Υπολογίζεται
ότι η εξάπλωση των ηλεκτρονικών πληρωμών έχει προσθέσει
εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως στα έσοδα από ΦΠΑ.
Παρά τη βελτίωση,
το λεγόμενο VAT gap — η διαφορά μεταξύ θεωρητικά και
πραγματικά εισπραττόμενου ΦΠΑ — παραμένει υψηλό. Ακόμη και
μετά τη μείωσή του, υπερβαίνει τα 2 δισ. ευρώ τον χρόνο,
επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η βασική αιτία δεν
εντοπίζεται στις μεγάλες συναλλαγές, όπου κυριαρχούν οι
ψηφιακές πληρωμές, αλλά στις μικρές καθημερινές πράξεις με
μετρητά, οι οποίες είναι δυσκολότερο να ελεγχθούν σε
πραγματικό χρόνο.
Για πολλές μικρές
επιχειρήσεις, το φυσικό χρήμα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό
εργαλείο ρευστότητας. Η άμεση είσπραξη χωρίς προμήθειες και
καθυστερήσεις είναι κρίσιμη σε ένα περιβάλλον περιορισμένων
περιθωρίων κέρδους.
Ωστόσο, αυτή η
πρακτική δημιουργεί στρεβλώσεις. Επιχειρήσεις που
λειτουργούν πλήρως ψηφιακά έχουν μεγαλύτερη φορολογική
διαφάνεια και λιγότερα περιθώρια ευελιξίας σε σύγκριση με
εκείνες που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα μετρητά. Το
αποτέλεσμα είναι άνισοι όροι ανταγωνισμού εντός της ίδιας
αγοράς.
|