|
00:01 -
21/04/26 |
|
|
|
|
|

Eurostat:
Η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε ωρομίσθια
και μη μισθολογικό κόστος
Η Ελλάδα
συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών όπου τόσο οι ωριαίες
αποδοχές όσο και το μη μισθολογικό κόστος παραμένουν
χαμηλότερα από τους αντίστοιχους μέσους όρους της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τα στοιχεία της
Eurostat για το 2025.
Καθοριστικό ρόλο
στη συγκράτηση του συνολικού κόστους εργασίας διαδραμάτισε η
μείωση των εργοδοτικών εισφορών, τόσο στις βασικές αποδοχές
όσο και στις αμοιβές υπερωριών, περιορίζοντας το λεγόμενο μη
μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
Σε ευρωπαϊκό
επίπεδο, το μέσο ωριαίο κόστος εργασίας ανήλθε στα 34,9 ευρώ
το 2025, έναντι 21,6 ευρώ το 2008, καταγράφοντας αύξηση άνω
του 60%. Στην Ευρωζώνη το επίπεδο είναι ακόμη υψηλότερο, στα
38,6 ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη μακροχρόνια ανοδική τάση.
Στην κορυφή της
κατάταξης βρίσκονται χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Δανία και
η Ολλανδία, με πολύ υψηλά ωρομίσθια, ενώ αντίστοιχα υψηλές
τιμές καταγράφονται και σε οικονομίες όπως το Βέλγιο και η
Γερμανία.
Η Ελλάδα
παρουσιάζει μια διαφορετική πορεία: πριν από την κρίση, το
2008, το ωριαίο κόστος εργασίας ανερχόταν σε 16,8 ευρώ, όμως
μειώθηκε σημαντικά την περίοδο των Μνημονίων, φθάνοντας στα
13,8 ευρώ το 2020. Έκτοτε ακολουθεί σταδιακή ανάκαμψη, με το
κόστος να διαμορφώνεται στα 18,2 ευρώ το 2025, οριακά
υψηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα.
Παρά τη βελτίωση,
η συνολική αύξηση σε βάθος 17 ετών παραμένει περιορισμένη
(+8,3%), γεγονός που κατατάσσει τη χώρα μεταξύ εκείνων με τη
χαμηλότερη άνοδο στην Ευρώπη. Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει
τις δομικές αλλαγές της προηγούμενης δεκαετίας, όπου η
προσαρμογή έγινε κυρίως μέσω συμπίεσης μισθών και όχι μέσω
αύξησης της παραγωγικότητας.
Το σχετικά χαμηλό
κόστος εργασίας ενισχύει μεν την ανταγωνιστικότητα,
ιδιαίτερα σε κλάδους όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες, αλλά
ταυτόχρονα αντανακλά και χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των
εργαζομένων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μη μισθολογικό κόστος
Στο σκέλος του μη
μισθολογικού κόστους, οι εργοδοτικές εισφορές αντιστοιχούν
κατά μέσο όρο στο 24,8% του συνολικού κόστους στην ΕΕ και
στο 25,7% στην Ευρωζώνη. Χώρες όπως η Γαλλία και η Σουηδία
ξεπερνούν το 30%, λόγω της ισχυρής χρηματοδότησης του
κοινωνικού κράτους. Στην Ελλάδα, το ποσοστό διαμορφώνεται
περίπου στο 20%, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά
υψηλότερο από ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες.
Παρότι
παρατηρείται σταδιακή σύγκλιση μεταξύ των οικονομιών της
Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, οι αποκλίσεις παραμένουν
σημαντικές. Η Ελλάδα δεν ακολουθεί πλήρως αυτή τη δυναμική,
καθώς η αύξηση του κόστους εργασίας παραμένει πιο
συγκρατημένη.
Σύμφωνα με την
Τράπεζα της Ελλάδος, το 2025 καταγράφηκε επιβράδυνση στην
αύξηση των ονομαστικών αμοιβών, ενώ οι πραγματικές καθαρές
αποδοχές ενισχύθηκαν λόγω της μείωσης των ασφαλιστικών
εισφορών. Παράλληλα, η συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων,
σε συνδυασμό με τη σταθερή παραγωγικότητα, συνέβαλε στη
σημαντική επιβράδυνση του κόστους εργασίας ανά μονάδα
προϊόντος.
Η εικόνα αυτή
αποτυπώνεται και στις συλλογικές συμβάσεις, καθώς η
πλειονότητα όσων υπογράφηκαν το 2025 δεν περιλάμβανε
αυξήσεις μισθών. Συνολικά, η εξέλιξη αναδεικνύει τη βασική
πρόκληση για την ελληνική οικονομία: την ενίσχυση της
παραγωγικότητας και των εισοδημάτων, χωρίς απώλεια της
ανταγωνιστικότητας.
|
Χώρα / Περιοχή
|
Ωρομίσθιο 2008 (€)
|
Ωρομίσθιο 2025 (€)
|
Μεταβολή (€)
|
Μεταβολή (%)
|
Μη μισθολογικό κόστος (%)
|
|
Ε.Ε. (μ.ό.)
|
21,6
|
34,9
|
+13,3
|
+61,6%
|
24,8%
|
|
Ευρωζώνη (μ.ό.)
|
25,0
|
38,6
|
+13,6
|
+54,4%
|
25,7%
|
|
Ελλάδα
|
16,8
|
18,2
|
+1,4
|
+8,3%
|
20,2%
|
|
Γερμανία
|
27,9
|
45,0
|
+17,1
|
+61,3%
|
23,5%
|
|
Γαλλία
|
31,2
|
44,3
|
+13,1
|
+42,0%
|
32,3%
|
|
Ιταλία
|
25,2
|
31,0
|
+5,8
|
+23,0%
|
28,1%
|
|
Ισπανία
|
19,4
|
26,4
|
+7,0
|
+36,1%
|
26,2%
|
|
Ολλανδία
|
29,8
|
47,9
|
+18,1
|
+60,7%
|
24,7%
|
|
Δανία
|
34,6
|
51,7
|
+17,1
|
+49,4%
|
13,3%
|
|
Λουξεμβούργο
|
32,3
|
56,8
|
+24,5
|
+75,9%
|
12,4%
|
|
Βουλγαρία
|
2,6
|
12,0
|
+9,4
|
+361,5%
|
13,1%
|
|
Ρουμανία
|
4,2
|
13,6
|
+9,4
|
+223,8%
|
4,8%
|
|
|
|
|
|
|
|
|

Ακίνητα
Η αγορά
κατοικίας εισέρχεται σε μια πιο ώριμη φάση, όπου οι τιμές
συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, αλλά με σαφώς πιο ήπιους
ρυθμούς. Ταυτόχρονα, διαμορφώνονται τέσσερις βασικές
επενδυτικές τάσεις που αναμένεται να καθορίσουν τις νέες
οικιστικές αναπτύξεις τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με την
πρόσφατη ετήσια ανάλυση της
Savills
Hellas
για την αγορά κατοικίας στην Αθήνα, η έντονη
δυναμική των προηγούμενων ετών αρχίζει να συναντά τα όρια
αντοχής της ζήτησης. Οι ζητούμενες τιμές πλησιάζουν πλέον
επίπεδα που δοκιμάζουν την αγοραστική δυνατότητα σημαντικού
μέρους των ενδιαφερομένων, οδηγώντας σε σταδιακή
αποκλιμάκωση των ρυθμών αύξησης.
Επιβράδυνση ανά
περιοχή της Αττικής
Τα στοιχεία για
την πορεία των τιμών ενός τυπικού νεόδμητου διαμερίσματος 90
τ.μ. δείχνουν διαφοροποιημένες τάσεις:
Στον Πειραιά,
μετά από ισχυρή άνοδο περίπου 37% την περίοδο 2021–2023, η
αύξηση περιορίστηκε κοντά στο 20% την περίοδο 2023–2025.
Στα νότια
προάστια, η επιβράδυνση είναι εντονότερη, από 26% σε περίπου
10%, καθώς η αγορά κινείται σε φάση σταθεροποίησης, με τη
ζήτηση να περιορίζεται κυρίως σε υψηλά εισοδηματικά στρώματα
και με την προοπτική της μεγάλης ανάπλασης στο Ελληνικό να
παραμένει βασικός παράγοντας.
Στα βόρεια
προάστια καταγράφεται ακόμη μεγαλύτερη κόπωση, καθώς οι
τιμές φαίνεται να έχουν προσεγγίσει τα ανώτατα όριά τους,
επηρεάζοντας τη ζήτηση από τα παραδοσιακά υψηλά εισοδηματικά
κοινά.
Αντίθετα, τα
δυτικά προάστια και περιοχές της υπόλοιπης Αττικής διατηρούν
ισχυρότερη δυναμική, λόγω χαμηλότερων τιμών και αυξημένης
αναζήτησης προσιτής νεόδμητης κατοικίας. Το κέντρο της
Αθήνας παραμένει σταθερός πόλος έλξης, διατηρώντας την
ανθεκτικότητα της αγοράς και για το 2026.
Πολυτελείς
κατοικίες και τιμές
Στην κατηγορία
των πολυτελών κατοικιών καταγράφεται έντονη κινητικότητα,
καθώς η περιορισμένη προσφορά ποιοτικών ακινήτων συναντά
σταθερά υψηλή ζήτηση, ιδίως από διεθνείς επενδυτές.
Ενδεικτικά επίπεδα τιμών για νεόδμητα
premium ακίνητα διαμορφώνονται:
Κολωνάκι:
περίπου 10.500 €/τ.μ.
Βουλιαγμένη:
έως 15.000 €/τ.μ.
Παλαιό Ψυχικό:
περίπου 10.000 €/τ.μ.
Πειραιάς: γύρω
στα 5.100 €/τ.μ.
Σούνιο: έως
8.000 €/τ.μ.
Νέα Μάκρη:
περίπου 4.900 €/τ.μ.
Γαλάτσι:
περίπου 4.200 €/τ.μ.
Δομική
πρόκληση: προσφορά και ζήτηση
Παρά τη θετική
εικόνα της αγοράς, η βασική πρόκληση παραμένει η ανισορροπία
μεταξύ περιορισμένης προσφοράς και ισχυρής ζήτησης, η οποία
επιτείνεται από την αβεβαιότητα γύρω από τον νέο οικοδομικό
κανονισμό.
Οι 4
επενδυτικές τάσεις της νέας φάσης
Η ανάλυση της
Savills
Hellas
εντοπίζει τέσσερις βασικούς άξονες που διαμορφώνουν το νέο
επενδυτικό τοπίο:
1. Στροφή στα
«πράσινα» ακίνητα
Η ενεργειακή απόδοση αποκτά κεντρικό ρόλο στην αποτίμηση των ακινήτων, με τα
«πράσινα» κτίρια να καταγράφουν
premium τιμές και ισχυρότερη ζήτηση, ενώ τα παλαιότερα ακίνητα αντιμετωπίζουν
πιέσεις απαξίωσης.
2. Άνοδος του Build-to-Rent
Ενισχύονται τα
οργανωμένα επενδυτικά σχήματα που αναπτύσσουν κατοικίες
αποκλειστικά για ενοικίαση, προσφέροντας σταθερές αποδόσεις
και πιο επαγγελματική διαχείριση του αποθέματος κατοικιών.
3. Επέκταση της
«ασημένιας οικονομίας»
Η ζήτηση για εξειδικευμένες κατοικίες για ηλικιωμένους αυξάνεται, καθώς η
Ελλάδα προσελκύει Ευρωπαίους συνταξιούχους, δημιουργώντας
νέο πεδίο για θεσμικές επενδύσεις σε οργανωμένες κοινότητες
ευεξίας.
4. Αστική
αναγέννηση μέσω υποδομών
Μεγάλα έργα μεταφορών και αστικής ανάπλασης αναδιαμορφώνουν τον επενδυτικό
χάρτη, με τον Πειραιά να ενισχύεται και περιοχές όπως η
Κυψέλη να αποκτούν νέο ενδιαφέρον λόγω της Γραμμής 4 του
Μετρό.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η
Gen
Z στην αγορά εργασίας: στερεότυπα, επισφάλεια και μια πραγματικότητα
που δεν λέγεται
Σε ένα διαφορετικό
θέμα τώρα. Οι συζητήσεις γύρω από τη «Gen Z» –τους νέους που
γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως τις αρχές
του 2010– έχουν γεμίσει από επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις.
Συχνά παρουσιάζονται ως λιγότερο πρόθυμοι να εργαστούν,
λιγότερο αφοσιωμένοι και πιο απαιτητικοί από τις
προηγούμενες γενιές. Σύμφωνα με ανάλυση του Ζαν Πραλόνγκ στο
The Conversation, μεγάλο ποσοστό εργοδοτών θεωρεί ότι δεν
ανταποκρίνονται με τον ίδιο ζήλο, ειδικά σε υπερωρίες ή σε
εργασία εκτός ωραρίου, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύονται να τους
προσφέρουν ανταγωνιστικές αμοιβές. Παράλληλα, αναγνωρίζεται
ότι είναι πιο εξοικειωμένοι με την καινοτομία και την
τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, πίσω από
τα στερεότυπα διαμορφώνεται μια πιο σύνθετη εικόνα. Η
αφήγηση περί «απρόθυμης γενιάς» επαναλαμβάνεται διαχρονικά,
ανεξάρτητα από την εποχή, ενώ τα δεδομένα δείχνουν ότι η
πλειονότητα των νέων δηλώνει ικανοποίηση από τη δουλειά της
και προσαρμοστικότητα στις απαιτήσεις της αγοράς. Την ίδια
στιγμή, οι ίδιες οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν ότι οι
μισθολογικές τους προσφορές δεν είναι επαρκείς, κάτι που
επηρεάζει άμεσα την προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού.
Στην πράξη, οι
νέοι εντάσσονται σε μια αγορά εργασίας κατακερματισμένη και
ασταθή, όπου η υποαπασχόληση και η ανεργία παραμένουν συχνά
φαινόμενα ακόμη και για πτυχιούχους. Η αργή επαγγελματική
αποκατάσταση δεν φαίνεται να οφείλεται σε έλλειψη διάθεσης,
αλλά σε δομικές ανισότητες και σε ένα περιβάλλον που
προσφέρει περιορισμένες ευκαιρίες σταθερότητας.
Παράλληλα, η
ίδια η έννοια της «νεολαίας» έχει διαμορφωθεί κοινωνικά ως
μια μεταβατική και αβέβαιη περίοδος, όπου η ενηλικίωση δεν
καθορίζεται πλέον από σταθερά στάδια όπως η εργασία, η
οικογένεια και η κατοικία. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από
παρατεταμένη αστάθεια, συνεχείς δοκιμές και προσωρινές
μορφές απασχόλησης, όπως πρακτικές και συμβάσεις ορισμένου
χρόνου.
Αυτή η συνθήκη
δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Οι νέοι συχνά εγκλωβίζονται σε
χαμηλά αμειβόμενες ή ασταθείς θέσεις, γεγονός που ενισχύει
τη δυσπιστία των εργοδοτών απέναντί τους. Με τη σειρά τους,
οι νέοι αναπτύσσουν στρατηγικές προσαρμογής ή
αποστασιοποίησης, οι οποίες όμως ερμηνεύονται ως αδιαφορία ή
έλλειψη ωριμότητας.
Σύμφωνα με αυτή
την προσέγγιση, η σύγκρουση γενεών περισσότερο αντανακλά τις
αντιφάσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας παρά πραγματικές
διαφορές νοοτροπίας. Η δυσκολία ένταξης των νέων δεν
αποτελεί επιλογή τους, αλλά αποτέλεσμα ενός συστήματος που
απαιτεί υψηλή απόδοση, χωρίς να προσφέρει αντίστοιχη
σταθερότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Gen
Z
δεν εμφανίζεται ως «προβληματική γενιά», αλλά ως η πρώτη που
αποτυπώνει με σαφήνεια τις αδυναμίες ενός μοντέλου εργασίας
που έχει αλλάξει ριζικά και συνεχίζει να παράγει αβεβαιότητα
αντί για προοπτική.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μετρητά και ψηφιακές πληρωμές: γιατί οι κοινωνίες
δεν μπορούν να τα αποχωριστούν πλήρως
Σε
έναν κόσμο όπου τα μετρητά περιορίζονται σταδιακά και οι
ηλεκτρονικές πληρωμές κυριαρχούν, το ενδεχόμενο τεχνικών ή
ενεργειακών βλαβών στα συστήματα συναλλαγών παραμένει μια
υπαρκτή πρόκληση. Παρά την ταχεία μετάβαση σε ψηφιακά μέσα,
κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να συστήνουν
τη διατήρηση ενός μικρού αποθέματος φυσικού χρήματος για
περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.
Οι σύγχρονες
οικονομίες κινούνται ολοένα και περισσότερο προς το μοντέλο
των «cashless societies», όπου οι συναλλαγές
πραγματοποιούνται κυρίως μέσω καρτών, εφαρμογών κινητού και
άλλων ψηφιακών μέσων, αντί για χαρτονομίσματα και κέρματα.
Χώρες όπως η Σουηδία, η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Νορβηγία και
το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της
μετάβασης, με διαφορετικούς ρυθμούς και τεχνολογικές
υποδομές.
Στη Σουηδία, για
παράδειγμα, η χρήση μετρητών έχει σχεδόν εκτοπιστεί από
καθημερινές συναλλαγές, ενώ στην Κίνα κυριαρχούν οι πληρωμές
μέσω κινητού τηλεφώνου και QR codes. Ωστόσο, η αυξημένη
εξάρτηση από ψηφιακά συστήματα δημιουργεί και νέες
ευαλωτότητες.
Το πρόσφατο μπλακ
άουτ στην Ιβηρική Χερσόνησο, τον Απρίλιο του 2025, ανέδειξε
χαρακτηριστικά αυτές τις αδυναμίες. Η εκτεταμένη διακοπή
ηλεκτροδότησης σε Ισπανία και Πορτογαλία οδήγησε σε σοβαρή
δυσλειτουργία των ηλεκτρονικών πληρωμών. Τα ΑΤΜ τέθηκαν
εκτός λειτουργίας και πολλά καταστήματα μπορούσαν να δεχθούν
μόνο μετρητά, καθώς τα POS δεν ανταποκρίνονταν λόγω έλλειψης
σύνδεσης και ενέργειας.
Αντίστοιχες
ανησυχίες έχουν οδηγήσει κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες
στην Ευρώπη να ενισχύσουν τις συστάσεις προς τους πολίτες
για διατήρηση μετρητών στο σπίτι. Στην Πολωνία, η κυβέρνηση
έχει αναφερθεί δημόσια στην ανάγκη ύπαρξης φυσικού χρήματος
ως «δίχτυ ασφαλείας» για ψηφιακές κρίσεις, ενώ στην Εσθονία
και την Ολλανδία οι κεντρικές τράπεζες έχουν προτείνει στους
πολίτες να διαθέτουν μετρητά για κάλυψη βασικών αναγκών από
λίγες ημέρες έως μία εβδομάδα.
Οι συστάσεις αυτές
εστιάζουν στην κάλυψη βασικών αναγκών, όπως τρόφιμα,
φάρμακα, μεταφορές και νερό, σε περίπτωση που τα ψηφιακά
δίκτυα πληρωμών τεθούν προσωρινά εκτός λειτουργίας λόγω
κυβερνοεπιθέσεων, ενεργειακών διακοπών ή τεχνικών βλαβών.
Στην Ελλάδα, η
μετάβαση προς τις ηλεκτρονικές πληρωμές υπήρξε ιδιαίτερα
έντονη την τελευταία δεκαετία. Από το 2015 έως το 2024
καταγράφηκε σημαντική αύξηση στη χρήση καρτών, με επιτάχυνση
μετά την επιβολή κεφαλαιακών περιορισμών, την πανδημία και
την εφαρμογή πολιτικών που ενίσχυσαν τις ψηφιακές
συναλλαγές, όπως η διασύνδεση POS με την ΑΑΔΕ. Η διείσδυση
των ηλεκτρονικών πληρωμών είναι πλέον υψηλή, αν και
διαφοροποιείται ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας.
Παρά την
εντυπωσιακή πρόοδο της ψηφιοποίησης, η εμπειρία δείχνει ότι
τα μετρητά εξακολουθούν να λειτουργούν ως εφεδρικός
μηχανισμός σταθερότητας. Οι ηλεκτρονικές πληρωμές προσφέρουν
ταχύτητα και διαφάνεια, αλλά εξαρτώνται πλήρως από την
αδιάλειπτη λειτουργία ενεργειακών και δικτυακών υποδομών.
Έτσι, η σύγχρονη
πραγματικότητα δεν οδηγεί σε πλήρη αντικατάσταση του φυσικού
χρήματος, αλλά σε ένα υβριδικό μοντέλο, όπου το ψηφιακό
κυριαρχεί, αλλά το μετρητό παραμένει ως κρίσιμο εργαλείο
ανθεκτικότητας σε περιόδους κρίσης.
|
|
|
|
|
|