| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 26/01/26

 

                                            

 

Mικρομεσαίες λιανεμπορικές επιχειρήσεις & Η μεγάλη πτώση

 

Οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις του λιανεμπορίου έχασαν μέσα σε μία δεκαετία περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες από το μερίδιό τους στην εγχώρια αγορά, πληρώνοντας βαρύ τίμημα αρχικά στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και στη συνέχεια στην πανδημία. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συρρίκνωση μεριδίου που καταγράφηκε σε μικρομεσαίες λιανεμπορικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση την περίοδο 2013-2023, σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει με έντονο τρόπο την ανάγκη –έστω και με καθυστέρηση– για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων αυτών, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της ψηφιοποίησης, της πράσινης μετάβασης, των δημογραφικών αλλαγών και της αυξανόμενης δυσκολίας εξεύρεσης προσωπικού.

 

Όπως προκύπτει από πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ με τίτλο «Τοπικό λιανεμπόριο, παγκόσμιες τάσεις: Πώς η ψηφιοποίηση, η πράσινη μετάβαση και οι δεξιότητες στην Ε.Ε. αναδιαμορφώνουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στις πόλεις», το μερίδιο των ΜμΕ στο ελληνικό λιανεμπόριο μειώθηκε από 82% το 2013 σε ποσοστό κάτω του 65% το 2023.

 

Σημαντικό ρόλο στη συγκεκριμένη εξέλιξη έπαιξαν και τα μαζικά «λουκέτα», ιδίως την προηγούμενη δεκαετία, με αποτέλεσμα ο αριθμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων λιανεμπορίου να είναι μειωμένος κατά περίπου 12% σε σχέση με το 2013.

 

Η υποχώρηση του μεριδίου των ΜμΕ στο λιανεμπόριο δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά γενικευμένη ευρωπαϊκή τάση. Εξαιρέσεις αποτελούν η Ιρλανδία και η Σλοβενία, όπου την ίδια περίοδο το μερίδιο των μικρομεσαίων αυξήθηκε. Ωστόσο, πουθενά αλλού οι απώλειες δεν ήταν τόσο έντονες όσο στην Ελλάδα. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μερίδιο των ΜμΕ στο λιανεμπόριο μειώθηκε συνολικά κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας το 50% το 2023 από 57% το 2013.

 

Πιέσεις δέχθηκαν και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο χονδρεμπόριο, αν και σε μικρότερο βαθμό. Στην Ελλάδα, το μερίδιό τους περιορίστηκε κατά περίπου πέντε ποσοστιαίες μονάδες, διαμορφούμενο στο 90% το 2023 από 95% το 2013. Αντίθετα, σε επίπεδο Ε.Ε. η πτώση ήταν εντονότερη, με το μερίδιο των ΜμΕ στο χονδρεμπόριο να υποχωρεί στο 73% από 81% μία δεκαετία νωρίτερα.

 

Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τη μείωση του μεριδίου αγοράς, ο συνολικός κύκλος εργασιών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αυξήθηκε σε απόλυτους όρους την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, το μεγαλύτερο κομμάτι της αναπτυξιακής πίτας κατευθύνθηκε στις μεγάλες λιανεμπορικές αλυσίδες, ελληνικές και πολυεθνικές, οι οποίες ενίσχυσαν περαιτέρω τη θέση τους. Όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στο λιανεμπόριο τροφίμων, όπου κυριαρχούν τα σούπερ μάρκετ και οι εκπτωτικές αλυσίδες, αλλά και στο ηλεκτρονικό εμπόριο, το οποίο ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες.

 

Η συγκέντρωση της αγοράς στις μεγάλες αλυσίδες είχε ως αποτέλεσμα και τη μετατόπιση της απασχόλησης προς αυτές. Παρότι οι μικρομεσαίες λιανεμπορικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να απασχολούν το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων του κλάδου στην Ελλάδα –περίπου 75% το 2023– το αντίστοιχο ποσοστό το 2013 ανερχόταν σε περίπου 85%.

 

Τέλος, η έκθεση καταγράφει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά υιοθέτησης βασικών ψηφιακών εργαλείων από τις λιανεμπορικές ΜμΕ. Μόλις το 41% των επιχειρήσεων έχει ενσωματώσει τέτοιες λύσεις, όταν στη Φινλανδία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 90%, γεγονός που αναδεικνύει ένα ακόμη κρίσιμο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας.

 

                            

 

Δεύτερη στην ΕΕ η Ελλάδα στη πραγματική φορολόγηση της εργασίας το 2023, σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ

 

Τη δεύτερη υψηλότερη πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατέγραψε η Ελλάδα το 2023, όπως προκύπτει από το νέο Policy Brief του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η πραγματική φορολόγηση στην κατανάλωση και την εργασία». Η ανάλυση αξιοποιεί τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat και εξετάζει την εξέλιξη της φορολογικής επιβάρυνσης στη χώρα διαχρονικά, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ.

 

Σύμφωνα με τη μελέτη, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία στην Ελλάδα ανήλθε το 2023 στο 40,5%, τοποθετώντας τη χώρα στη 2η θέση μεταξύ των 27 κρατών της Ένωσης, με μοναδική χώρα με υψηλότερη επιβάρυνση την Ιταλία. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες και αντανακλά μια μόνιμη μετατόπιση του φορολογικού βάρους προς την εργασία σε σχέση με την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση.

 

Αντίστοιχα, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση διαμορφώθηκε το 2023 στο 17,8%, δηλαδή 2,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρότι η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η σύγκριση με το 2009 δείχνει ξεκάθαρα ότι η χώρα έχει μετακινηθεί από ένα περιβάλλον σχετικά χαμηλής φορολόγησης της κατανάλωσης σε ένα καθεστώς αυξημένης και σταθεροποιημένης επιβάρυνσης.

 

Το Policy Brief επισημαίνει ότι, παρά τις μειώσεις σε ονομαστικούς φορολογικούς συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές μετά το 2019, η πραγματική συνολική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζουν ο πληθωρισμός, η απουσία τιμαριθμικής προσαρμογής της φορολογικής κλίμακας και το φαινόμενο του fiscal drag, μέσω του οποίου οι φορολογούμενοι μεταφέρονται σε υψηλότερα κλιμάκια χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής τους δύναμης.

 

Η Μιράντα Ξαφά, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΚΕΦΙΜ και διδάκτωρ Οικονομικών, σχολιάζοντας τα ευρήματα, τονίζει ότι η μελέτη αποτυπώνει τη σημαντική αύξηση του φορολογικού βάρους κατά την περίοδο της κρίσης 2010-2018, η οποία δεν αναστράφηκε τα επόμενα χρόνια. Όπως σημειώνει, η φορολόγηση της εργασίας –ιδίως για τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα– παραμένει ιδιαίτερα βαριά, ακόμη και μετά τις πρόσφατες μειώσεις στους συντελεστές φόρου εισοδήματος. Στην πράξη, οι μειώσεις αυτές αντισταθμίζουν κυρίως τον σωρευτικό πληθωρισμό της τελευταίας τετραετίας, περίπου 20%, που ώθησε τα νοικοκυριά σε υψηλότερες φορολογικές βαθμίδες χωρίς πραγματική αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης. Το ΚΕΦΙΜ, όπως υπενθυμίζει, έχει προτείνει την υιοθέτηση αναλογικής φορολόγησης (flat tax) ή, τουλάχιστον, μια ουσιαστική μείωση της προοδευτικότητας της φορολογικής κλίμακας, η οποία λειτουργεί αποτρεπτικά για την προσέλκυση εξειδικευμένου και ανώτερου στελεχιακού δυναμικού και εντείνει το φαινόμενο της διαρροής ανθρώπινου κεφαλαίου.

 
 

 

                         

Στα 30 και ακόμη στο πατρικό: η γενιά που μεγάλωσε, αλλά δεν… έφυγε ποτέ

 

Το να είσαι τριάντα ετών και να ζεις ακόμη στο δωμάτιο που μεγάλωσες, για τις προηγούμενες γενιές θα ακουγόταν σχεδόν αδιανόητο. Για τους σημερινούς νέους, όμως, αποτελεί ολοένα και πιο συνηθισμένη πραγματικότητα. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά, επιβεβαιώνοντας τον φόβο ότι οι νεότεροι καλούνται να ζήσουν δυσκολότερα από τους γονείς και τους παππούδες τους.

 

Το ζήτημα της στέγης στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον σταθερά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης: από κυβερνητικές τοποθετήσεις και τηλεοπτικά ρεπορτάζ μέχρι τις καθημερινές κουβέντες στα κοινωνικά δίκτυα. Πίσω, όμως, από τα ποσοστά και τα στατιστικά, υπάρχουν πραγματικές ζωές. Άνθρωποι γύρω στα 30, που διαπιστώνουν ότι βασικά ορόσημα της ενήλικης ζωής – όπως η ανεξάρτητη κατοικία – απομακρύνονται αντί να πλησιάζουν.

 

Παρά τις σπουδές, την εργασία και τη συνεχή προσπάθεια, ένα μεγάλο μέρος αυτής της γενιάς δεν μπορεί ούτε να βρει ούτε να συντηρήσει οικονομικά έναν αξιοπρεπή προσωπικό χώρο. Έτσι, η επιστροφή ή η παραμονή στο οικογενειακό σπίτι γίνεται σχεδόν μονόδρομος, δημιουργώντας το αίσθημα μιας ζωής «σε αναμονή». Πρόκειται για ανθρώπους που μεγάλωσαν με την ιδέα ότι η μόρφωση και η δουλειά αρκούν για να σταθείς στα πόδια σου – μια ιδέα που σήμερα συντρίβεται από το αυξημένο κόστος ζωής, τους χαμηλούς μισθούς και τα ενοίκια που ανεβαίνουν διαρκώς. Κάνουν ό,τι τους ζητήθηκε, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα αδιέξοδο στεγαστικό τοπίο.

 

Ενοίκια που εκτοξεύονται

 

Η πίεση που βιώνουν οι σημερινοί τριαντάρηδες αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στους αριθμούς. Όπως επισημαίνει ο Θέμης Μπάκας, πρόεδρος του πανελλαδικού δικτύου E-Real Estates, η κρίση στη στέγαση έχει φτάσει σε τέτοιο βάθος ώστε η αυτονόμηση να μοιάζει πλέον με πολυτέλεια.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του, το 67,3% των νέων στην Ελλάδα εξακολουθεί να κατοικεί με τους γονείς του, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο 49%. Η χώρα συγκαταλέγεται σταθερά στις πιο δύσκολες αγορές κατοικίας, χωρίς ένα οργανωμένο σύστημα κοινωνικής και προσιτής στέγης. Τα τελευταία 7-8 χρόνια, το κόστος στέγασης παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ, με πολλούς νέους να διαθέτουν έως και το 70% του εισοδήματός τους για ενοίκιο και βασικούς λογαριασμούς.

 

Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση μιας νέας κατηγορίας «εργαζόμενων χωρίς στέγη»: άνθρωποι με δουλειά, που όμως αδυνατούν να εξασφαλίσουν έναν στοιχειωδώς αξιοπρεπή χώρο διαβίωσης. Η καθυστέρηση της ανεξαρτητοποίησης επηρεάζει όχι μόνο την προσωπική ζωή, αλλά και την επαγγελματική πορεία και το Δημογραφικό, καθώς οι Έλληνες εγκαταλείπουν το πατρικό κατά μέσο όρο στα 30,7 έτη – σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όπως τονίζει ο ίδιος, η μόνη βιώσιμη λύση σε βάθος χρόνου είναι η ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών, καθώς τα μέτρα που ενίσχυσαν αποκλειστικά τη ζήτηση απλώς ανέβασαν ακόμη περισσότερο τις τιμές.

 

 

                                       

Αθήνα και Θεσσαλονίκη: πόλεις εκτός εμβέλειας

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκληρή στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στο κέντρο της Αθήνας, οι τιμές ενοικίασης έχουν αυξηθεί κατά 70%-75% από το 2017, μετατρέποντας ακόμη και τα μικρά διαμερίσματα σε άπιαστο όνειρο. Σχεδόν το σύνολο των κατοικιών έως 50 τ.μ. ζητά πλέον πάνω από 400 ευρώ, ενώ η πλειονότητα ξεπερνά τα 500 και πολλές αγγίζουν ή υπερβαίνουν τα 600 και 700 ευρώ, ανεξάρτητα από την κατάστασή τους.

 

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι αυξήσεις από το 2017 φτάνουν το 50%-60%. Στο κέντρο της πόλης, τα περισσότερα μικρά διαμερίσματα κοστίζουν πάνω από 400 ευρώ, με σημαντικό ποσοστό να ξεπερνά τα 500. Για έναν νέο εργαζόμενο, ακόμη και η αναζήτηση ενός μικρού, τυπικού σπιτιού μετατρέπεται σε πραγματικό άθλο.

 

«Σαν να πάτησε pause η ζωή»

 

Οι αριθμοί αποκτούν πρόσωπο μέσα από προσωπικές ιστορίες. Ο Αλέξανδρος, 31 ετών, καθηγητής αγγλικών σε φροντιστήριο στο κέντρο της Αθήνας, βλέπει το εισόδημά του να κινείται γύρω στα 700 ευρώ τον χειμώνα και να μειώνεται αισθητά το καλοκαίρι. Η αναζήτηση ενός προσιτού σπιτιού αποδείχθηκε αδιέξοδη, ενώ ακόμη και η συγκατοίκηση δεν στάθηκε λύση. Τελικά, επέστρεψε στο πατρικό του. «Στα 30 περίμενα να έχω τον δικό μου χώρο. Αντί γι’ αυτό, γύρισα στο παιδικό μου δωμάτιο», λέει με πικρό χιούμορ.

 

Η Μαρία, 29 ετών, εργάζεται στην εστίαση στα νότια προάστια. Όταν το ενοίκιό της αυξήθηκε από τα 430 στα 490 ευρώ, η κατάσταση έγινε μη διαχειρίσιμη. Μετά από μήνες άγχους, επέστρεψε στο σπίτι των γονιών της. «Δεν το θεωρώ αποτυχία, αλλά σίγουρα δεν είναι και επιτυχία. Νιώθω ότι η ζωή μου μπήκε σε παύση», παραδέχεται.

 

Η Δανάη, 30 ετών, διδακτορική φοιτήτρια με ασταθές εισόδημα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ένα υγρό ημιυπόγειο στα Πατήσια και να επιστρέψει στο πατρικό της. «Δεν είναι εύκολο να λες στα 30 ότι γύρισες πίσω. Αλλά η αξιοπρέπεια έχει όρια», λέει.

 

Ιστορίες διαφορετικές, με κοινό παρονομαστή μια γενιά που μεγάλωσε, μορφώθηκε και εργάζεται, αλλά δυσκολεύεται να κάνει το πιο αυτονόητο βήμα προς την ανεξαρτησία.

 

 
 
 
  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum