|
00:01 -
26/03/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Καύσιμα και φόροι
Ανάχωμα στις
εισαγόμενες αυξήσεις, αλλά ταυτόχρονα και εργαλείο μείωσης
των τιμών σε περιόδους κρίσης αποτελεί η υψηλή φορολογία στα
καύσιμα, με την κυβέρνηση πάντως να παρεμβαίνει σε αυτόν τον
κρίσιμο για τα δημόσια έσοδα συντελεστή μόνο υπό την
προϋπόθεση απόφασης σε επίπεδο Ε.Ε. για «ρήτρα διαφυγής».
Αυτό το έκανε ξεκάθαρο ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος
Μητσοτάκης, μόλις δύο 24ωρα πριν από τη Σύνοδο Κορυφής των
Βρυξελλών σήμερα –την πρώτη μετά την έναρξη των πολεμικών
συγκρούσεων στο Ιράν–, με ατζέντα την αντιμετώπιση των
πληθωριστικών πιέσεων από το νέο ράλι τιμών των ενεργειακών
προϊόντων.

Όπως έγραφε σε ένα πρόσφατο άρθρο της η Καθημερινή, τα
καύσιμα αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων για τα κρατικά
ταμεία των εξαρτημένων ενεργειακά χωρών της Ε.Ε., με τους
συντελεστές φορολογίας να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και τις
αποκλίσεις στις τιμές της αντλίας. Για παράδειγμα η Ελλάδα
με βάση την τιμή της αμόλυβδης πριν από φόρους βρίσκεται στη
13η θέση των αγορών της Ε.Ε., ενώ μετά τους φόρους (ΕΦΚ και
ΦΠΑ) περνάει στην τέταρτη και είναι με βάση τα πιο πρόσφατα
στοιχεία της Eurostat
(16/3/2026) μία από τις ακριβότερες αγορές της Ευρώπης. Η
τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις 16 Μαρτίου
στο 1,924 ευρώ/λίτρο (σήμερα κινείται στο 1,940), πίσω από
τη Φινλανδία (1,959), τη Γερμανία (2,085) και τη Δανία
(2,179). Αντίστοιχα, στο ντίζελ η τιμή προ φόρων (1,109
ευρώ/λίτρο) κατατάσσει την Ελλάδα στις ακριβές αγορές και
συγκεκριμένα στην 7η θέση, ενώ η μετά φόρων (1,902
ευρώ/λίτρο) τη φέρνει στη 14η θέση.
Η Ελλάδα
εφαρμόζει τον τέταρτο υψηλότερο ειδικό φόρο κατανάλωσης στις
βενζίνες (700 ευρώ/ χιλιόλιτρο) και σχεδόν διπλάσιο του
κατώτατου ορίου των 359 ευρώ/χιλιόλιτρο που έχει θεσπίσει η
Ε.Ε. Ελάχιστα υψηλότερο ΕΦΚ εφαρμόζουν η Δανία (710,5 ευρώ)
και η Φινλανδία (722,41 ευρώ/χιλιόλιτρο) και αρκετά
υψηλότερο οι Κάτω Χώρες (840 ευρώ/χιλιόλιτρο). Σε αντίθεση
με τη βενζίνη, ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο κίνησης στην Ελλάδα
διαμορφώνεται στα 400 ευρώ/χιλιόλιτρο, αρκετά κοντά στο
κατώτατο ευρωπαϊκό όριο των 330 ευρώ/χιλιόλιτρο και κάτω από
τα επίπεδα 14 χωρών της Ε.Ε., στο πλαίσιο μιας πολιτικής
επιλογής που αξιολόγησε τις πληθωριστικές πιέσεις του
συγκεκριμένου καυσίμου λόγω της χρήσης του στη μεταποίηση
και στις μεταφορές.
|
|
|
|
|
|
|
 |
|
|
|
Καύσιμα και φόροι
(2)
Ο ειδικός
φόρος είναι σταθερός και τα έσοδα για το κράτος εξαρτώνται
από τους όγκους κατανάλωσης. Αντίθετα, ο ΦΠΑ μεταβάλλεται με
βάση την εξέλιξη των τιμών, μεταβάλλοντας αντίστοιχα και τα
δημόσια έσοδα. Η Ελλάδα εφαρμόζει έναν από τους υψηλότερους
συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρώπη και στα δύο προϊόντα (24%), με
εξαίρεση τη Δανία (25%), τη Φινλανδία (25,5%), την Κροατία
(25%) και την Ουγγαρία με τον υψηλότερο ΦΠΑ στην Ευρώπη
(27%).
Συνολικά η
φορολογία (ΕΦΚ και ΦΠΑ) αντιπροσωπεύει περίπου το 65% της
τιμής των καυσίμων στην αντλία. Αυτό σε περιόδους
ενεργειακής κρίσης, όπως η τρέχουσα, λειτουργεί και ως
ανάχωμα στις πιέσεις από τις υψηλές διεθνείς τιμές, αφού
επηρεάζει μόνο το 35% της τελικής τιμής.
Επί του
παρόντος οι κυβερνητικές παρεμβάσεις έχουν περιοριστεί σε
μέτρα αποτροπής κερδοσκοπίας. Μελετώνται ωστόσο και
αναμένονται πρόσθετα μέτρα στο πλαίσιο και των αποφάσεων που
θα ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και των δημοσιονομικών
δυνατοτήτων της χώρας. Tα
καύσιμα αποτελούν βασικό πυλώνα, καλύπτοντας το 42% των
συνολικών εσόδων του κράτους. Σε περιόδους όπως αυτή τα
έσοδα του κράτους αυξάνονται λόγω της αύξησης των εισπράξεων
από τον ΦΠΑ που ακολουθεί την πορεία των τιμών. Ο ΦΠΑ στα
πετρελαιοειδή, σύμφωνα με τις προβλέψεις του κρατικού
προϋπολογισμού, αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή εσόδων, με 2,124
δισ. ευρώ. Ακολουθούν ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στις
βενζίνες με 2,095 δισ. ευρώ και οι ΕΦΚ στο ντίζελ κίνησης με
1,515 δισ. ευρώ.
Ακριβώς λόγω αυτής της τεράστιας συμμετοχής των ενεργειακών
φόρων στα δημόσια έσοδα, η κυβέρνηση θέτει εκτός συζήτησης
γενικευμένες μειώσεις στη φορολογία των καυσίμων. Ο
πρωθυπουργός δήλωσε ότι θα τις εξέταζε μόνο υπό την
προϋπόθεση μιας απόφασης ευρωπαϊκού επιπέδου περιορισμένης
«ρήτρας διαφυγής». Ενα πρόσθετο επιχείρημα για το αρμόδιο
οικονομικό επιτελείο είναι ότι οι γενικές μειώσεις
φορολογικών συντελεστών οδηγούν σε οριζόντια ελάφρυνση και
όχι στη στήριξη ευάλωτων ομάδων με στοχευμένα μέτρα
ελεγχόμενου δημοσιονομικού κόστους, όπως για παράδειγμα το
fuel
pass
που εφαρμόστηκε στην κρίση του 2022.
Ο αντίλογος
από την πλευρά της αγοράς είναι ότι πραγματική μείωση τιμών
μπορεί να υπάρξει μόνο όταν παρέμβεις στο 65% της τιμής των
καυσίμων, δηλαδή στη φορολογία. Αντίθετα χαρακτηρίζει «άδικο
και αναποτελεσματικό» το μέτρο του πλαφόν στα περιθώρια
κέρδους εταιρειών εμπορίας και πρατηρίων. Η Ομοσπονδία
Βενζινοπωλών Ελλάδος σε έκτακτη γενική συνέλευση πήρε
απόφαση χθες για κινητοποιήσεις, η έναρξη των οποίων θα
εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα της σημερινής συνάντησης με
τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ανισότητες στην κατανάλωση
Μέσα σε αυτό
το περιβάλλον, ο δείκτης ανισότητας που συγκρίνει την
κατανάλωση του πλουσιότερου 10% με εκείνη του φτωχότερου 50%
μειώθηκε αισθητά την τελευταία δεκαετία.
Συγκεκριμένα,
ο λόγος αυτός υποχώρησε από
6,4 το 2015 σε 5,2 το 2025,
καταγράφοντας βελτίωση περίπου
20%.
Η εξέλιξη αυτή
αποδίδεται σε μια σειρά παραγόντων, όπως:
η αύξηση της
απασχόλησης μετά την οικονομική κρίση,
οι αυξήσεις
στον κατώτατο μισθό από το 2019 και μετά,
οι στοχευμένες
κοινωνικές μεταβιβάσεις, όπως το ελάχιστο εγγυημένο
εισόδημα,
και οι
φορολογικές ελαφρύνσεις στο εισόδημα.
Παρά τη
βελτίωση, οι ανισότητες παραμένουν σημαντικές. Σήμερα, το
πλουσιότερο 10% των Ελλήνων δαπανά περίπου
πέντε φορές περισσότερα
από το φτωχότερο 50% του πληθυσμού. Με βάση αυτόν τον
δείκτη, η Ελλάδα κατατάσσεται
πέμπτη μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επίπεδο
ανισότητας.
Η εικόνα
παγκοσμίως
Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα δεδομένα του
World
Data Lab
–που καλύπτουν 194 χώρες– δείχνουν μια
διαφορετική τάση από τη διαδεδομένη αντίληψη ότι οι
ανισότητες αυξάνονται συνεχώς.
Η αναλογία
μεταξύ των καταναλωτικών δαπανών του πλουσιότερου 10% και
του φτωχότερου 50% έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες
δεκαετίες. Το 2000 οι εύποροι κατανάλωναν περίπου
40 φορές περισσότερα
από τα χαμηλά εισοδήματα. Σήμερα η αναλογία αυτή έχει
υποχωρήσει περίπου στο
18.
Η μεταβολή
αυτή οφείλεται κυρίως στην ταχύτερη ανάπτυξη οικονομιών
χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Οι φτωχότερες χώρες
αυξάνουν τα εισοδήματα και την κατανάλωσή τους με ταχύτερους
ρυθμούς σε σχέση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η σύγκριση των δαπανών μεταξύ Ηνωμένων
Πολιτειών και Ινδίας: η αναλογία έχει μειωθεί σχεδόν κατά
50% τα τελευταία 25 χρόνια,
από περίπου 16 σε λιγότερο από 8.
Αντίθετα, σε
ορισμένες ανεπτυγμένες οικονομίες –όπως η Ιαπωνία, η Δανία,
η Σουηδία και η Ισλανδία– οι εσωτερικές ανισότητες αυξήθηκαν
προς τα τέλη του 20ού αιώνα, παρά τη συνολική μείωση της
παγκόσμιας ανισότητας.

|
|
|
|
|
|
|
|

Ακίνητα
Η απόκτηση
κατοικίας γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική για τα ελληνικά
νοικοκυριά, καθώς η συνεχής αύξηση των τιμών σε συνδυασμό με
τη χαμηλή διαθεσιμότητα ακινήτων δημιουργούν ένα ιδιαίτερα
δύσκολο περιβάλλον στην αγορά κατοικίας. Η ισχυρή ζήτηση, το
υψηλό κόστος κατασκευής, η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα
αλλά και η περιορισμένη παραγωγή νέων κατοικιών συνθέτουν
μια αγορά στην οποία η πρόσβαση στη στέγη γίνεται όλο και
πιο δύσκολη.
Παρότι η
δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων παραμένει αισθητή, η αγορά
κατοικίας εξακολουθεί να είναι επιλογή που τελικά υλοποιεί
μικρό ποσοστό των πολιτών. Σύμφωνα με έρευνα του
Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του
Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, περίπου
ένας στους δέκα πολίτες
προχώρησε σε αγορά κατοικίας τα τελευταία πέντε χρόνια. Η
μελέτη καταγράφει τόσο τις τάσεις στην αγορά όσο και τις
εμπειρίες των πολιτών από τις συναλλαγές ακινήτων, αλλά και
τους βασικούς παράγοντες που έχουν οδηγήσει στην άνοδο των
τιμών.
Σχεδόν καθολική
η εκτίμηση για αύξηση τιμών
Τα ευρήματα της
έρευνας δείχνουν ότι η άνοδος των τιμών στην αγορά ακινήτων
θεωρείται σχεδόν καθολική. Συγκεκριμένα,
το 93,7% των ερωτηθέντων
εκτιμά ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία
πενταετία, γεγονός που επιβεβαιώνει την έντονη ανοδική
πορεία που καταγράφεται τόσο στις αγοραπωλησίες όσο και στην
αγορά ενοικίων.
Όσον αφορά τις
αγοραπωλησίες, οι πολίτες αποδίδουν κυρίως την αύξηση των
τιμών στην αγορά ακινήτων από ξένους επενδυτές, παράγοντα
που αναφέρει το
34,2%
των συμμετεχόντων. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η έλλειψη
αποτελεσματικής κρατικής πολιτικής για την προσιτή κατοικία
ή τα περιορισμένα κίνητρα για νέα οικοδομική δραστηριότητα,
που επισημαίνεται από το
28,9%. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η άνοδος του κόστους κατασκευής και
των πρώτων υλών, που αναφέρεται από το
23%.
Οι βραχυχρόνιες
μισθώσεις πιέζουν την αγορά ενοικίων
Η πίεση στην
αγορά είναι ακόμη πιο έντονη στον τομέα των ενοικίων. Οι
συμμετέχοντες στην έρευνα θεωρούν ότι βασικός παράγοντας για
την αύξηση των ενοικίων είναι η εξάπλωση των βραχυχρόνιων
μισθώσεων μέσω πλατφορμών όπως το
Airbnb,
που συγκεντρώνει ποσοστό
33,8%
στις απαντήσεις.
Ακολουθεί η
απουσία αποτελεσματικής πολιτικής για την προσιτή κατοικία ή
κινήτρων για νέες κατασκευές, με
32,9%,
ενώ η ζήτηση από ξένους αγοραστές αναφέρεται επίσης ως
σημαντικός παράγοντας από το
26,9%
των ερωτηθέντων.
Οι ενοικιάσεις
αποτελούν την πλειονότητα των συναλλαγών
Παρά τις
δυσκολίες που χαρακτηρίζουν την αγορά, η δραστηριότητα
παραμένει σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία
της έρευνας,
το 49,4% των ερωτηθέντων
δήλωσε ότι συμμετείχε σε κάποια συναλλαγή ακινήτου την
τελευταία πενταετία, είτε ως ιδιοκτήτης είτε ως ενοικιαστής.
Μεγαλύτερη κινητικότητα εμφανίζουν οι νεότερες ηλικίες και
τα άτομα με υψηλότερα εισοδήματα.
Ωστόσο, το
μεγαλύτερο μέρος αυτών των συναλλαγών αφορά τις ενοικιάσεις.
Μεταξύ όσων πραγματοποίησαν συναλλαγή,
το 45,9% ενοικίασε κατοικία ως
μισθωτής,
ενώ
το 32,4% λειτούργησε ως ιδιοκτήτης που εκμισθώνει ακίνητο.
Αντίθετα, οι αγοραπωλησίες αποτελούν μικρότερο ποσοστό,
καθώς
το 21,6% δήλωσε ότι αγόρασε
κατοικία
και
το 19,4% ότι προχώρησε σε πώληση.
Μεγάλες
καθυστερήσεις στις αγοραπωλησίες
Η ολοκλήρωση
μιας αγοραπωλησίας ακινήτου εξακολουθεί να είναι μια
διαδικασία που απαιτεί σημαντικό χρόνο. Σύμφωνα με τα
στοιχεία της έρευνας,
μόλις το 18,9%
των συναλλαγών ολοκληρώθηκε μέσα σε διάστημα τριών μηνών.
Αντίθετα,
περισσότεροι από ένας στους τέσσερις (27,4%)
χρειάστηκαν πάνω από έξι μήνες για να ολοκληρώσουν τη
διαδικασία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η διάρκεια ξεπέρασε
ακόμη και τον έναν χρόνο.
Παράλληλα, για
σημαντικό ποσοστό πολιτών η μεγαλύτερη δυσκολία στη
διαδικασία αγοράς ή ενοικίασης ήταν η εύρεση κατάλληλου
ακινήτου. Συγκεκριμένα,
το 43,7%
των ερωτηθέντων δηλώνει ότι αυτό ήταν το πιο απαιτητικό
στάδιο της διαδικασίας.
|
|
|
|
|
|
|
|

Περιορισμένη χρήση στεγαστικών δανείων
Σε ό,τι αφορά
τη χρηματοδότηση των αγορών, τα στοιχεία δείχνουν
περιορισμένη χρήση τραπεζικού δανεισμού. Συγκεκριμένα,
το 54,1% όσων αγόρασαν ακίνητο
δήλωσε ότι δεν χρειάστηκε να λάβει τραπεζικό δάνειο.
Από όσους
κατέφυγαν σε τραπεζική χρηματοδότηση, βασικά εμπόδια
θεωρούνται οι σύνθετες διαδικασίες έγκρισης δανείων, που
αναφέρει το
24%,
καθώς και τα υψηλά επιτόκια ή οι τραπεζικές χρεώσεις, που
επισημαίνει το
13%.
Οι υψηλές τιμές
κρατούν πολλούς εκτός αγοράς
Η άνοδος των
τιμών φαίνεται να αποθαρρύνει σημαντικό μέρος των πολιτών
από το να προχωρήσει σε αγορά ή ενοικίαση κατοικίας. Μεταξύ
όσων δεν πραγματοποίησαν καμία συναλλαγή την τελευταία
πενταετία,
το 36,8%
δηλώνει ότι βασικός λόγος είναι το υψηλό επίπεδο τιμών, ενώ
το 26% αναφέρει ότι δεν υπήρχε σχετική ανάγκη.
Παρά τις
δυσκολίες, οι προσδοκίες για μελλοντική δραστηριότητα
παραμένουν. Σύμφωνα με την έρευνα,
το 41,1% των ερωτηθέντων θεωρεί πιθανό να αγοράσει ακίνητο την επόμενη πενταετία,
το 34%
εκτιμά ότι θα προχωρήσει σε πώληση, ενώ
το 46,3%
θεωρεί πιθανή τη συμμετοχή του σε κάποια συναλλαγή
ενοικίασης κατοικίας.
|
|
|
|
|
|