|
00:01 -
27/03/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Δημογραφικό
Το δημογραφικό
ζήτημα στην Ελλάδα έχει πλέον ξεφύγει από το πεδίο του
μελλοντικού προβλήματος και αποτελεί καθημερινή
πραγματικότητα, επηρεάζοντας τη βιωσιμότητα της χώρας. Δεν
πρόκειται για ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά για ένα σύνθετο
σύστημα αλληλένδετων παραγόντων που οδηγούν σε συρρίκνωση
και γήρανση του πληθυσμού.
Οι δείκτες
γονιμότητας παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με
σημαντική πτώση μετά την οικονομική κρίση. Οι γεννήσεις
συνεχίζουν να υποχωρούν κάτω από το όριο που απαιτείται για
τη διατήρηση του πληθυσμού.
Γεννήσεις κάτω από το όριο αναπλήρωσης
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της
Eurostat,
ο δείκτης γονιμότητας στην ΕΕ κυμαίνεται περίπου σε 1,3–1,4
παιδιά ανά γυναίκα, αρκετά κάτω από το όριο αναπλήρωσης των
2,1 παιδιών. Η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στις τελευταίες
θέσεις, με δείκτη γονιμότητας γύρω στο 1,25 ανά γυναίκα,
πολύ μακριά από το 2,09 των αρχών της δεκαετίας του 1980.
Η πορεία του δείκτη γονιμότητας
Από τα υψηλά
ποσοστά του 20ού αιώνα, η χώρα εισήλθε σε φάση «δημογραφικού
χειμώνα», που επιδεινώθηκε μετά την οικονομική κρίση του
2010. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο δείκτης παρέμενε πάνω
από το επίπεδο αναπλήρωσης, ενώ το 1950 ήταν περίπου 2,5 και
μέχρι το 1970 διατηρήθηκε στο 2,3–2,4. Από τις αρχές της
δεκαετίας του ’80, ο δείκτης έπεσε για πρώτη φορά κάτω από
το 2,1.
Στις αρχές της
δεκαετίας του 2000 καταγράφηκε μικρή ανάκαμψη λόγω
οικονομικής ευφορίας και μεταναστευτικών ροών, φτάνοντας το
1,50 το 2008. Η οικονομική κρίση λειτούργησε καταλυτικά, με
τον δείκτη να υποχωρεί ξανά στο 1,23 το 2017. Σήμερα, το
2026, παραμένει καθηλωμένος μεταξύ 1,24–1,28, καθιστώντας
την Ελλάδα μία από τις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρώπης.
Παρά τα
κρατικά μέτρα στήριξης, τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα
είναι δομικό και δεν αντιμετωπίζεται μόνο με εφάπαξ
οικονομικές ενισχύσεις.
Διαφορές εντός Ευρώπης
Το 2026,
υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Χώρες όπως το Μαυροβούνιο, η Βουλγαρία και η Γεωργία
καταγράφουν δείκτη γονιμότητας γύρω στο 1,7 παιδιά ανά
γυναίκα, παραμένοντας όμως κάτω από το όριο αναπλήρωσης.
Αντίθετα, πολλές χώρες της Νότιας Ευρώπης,
συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, εμφανίζουν ιδιαίτερα χαμηλά
ποσοστά, εντείνοντας τις ανησυχίες για γήρανση του πληθυσμού
και πιέσεις στα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης.
Όπως
επισημαίνει ο ΠΟΥ για την Ευρώπη, η καθυστέρηση στην
απόκτηση του πρώτου παιδιού – κοντά στην ηλικία των 30 ετών
– επηρεάζει συνολικά τη γονιμότητα. Παράλληλα, οι πολιτικές
στήριξης από μόνες τους δεν αρκούν για να ανατρέψουν την
τάση, όπως δείχνουν παραδείγματα χωρών με γενναιόδωρες
οικογενειακές πολιτικές που ωστόσο αντιμετωπίζουν σημαντική
πτώση της γονιμότητας.
|
|
|
|
|
|
|
|
Μη αναστρέψιμη η τάση για την Ελλάδα
Η Ελλάδα
παραμένει μεταξύ των χωρών με χαμηλή γονιμότητα για χρόνια,
και οι προβλέψεις δείχνουν περαιτέρω συρρίκνωση του
πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες εάν δεν ανατραπεί η τάση. Η
χώρα βρίσκεται ήδη στην «πρώτη γραμμή» της νέας δημογραφικής
πραγματικότητας στην Ευρώπη, όπου λιγότερες γεννήσεις και
μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής αναδιαμορφώνουν τη δομή των
κοινωνιών.

|
|
|
 |
|
|
|
|
|
|
|

Ανησυχητικό
Η τελευταία
έκθεση του
Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ),
που δημοσιεύθηκε στις 23 Μαρτίου 2026, καταγράφει νέο ρεκόρ
χρεών προς τον
ΕΦΚΑ,
παράλληλα με μείωση στις ενεργές ρυθμίσεις οφειλών.
Συνολικό χρέος και ληξιπρόθεσμες οφειλές
Οι
ληξιπρόθεσμες οφειλές εργοδοτών, ελεύθερων επαγγελματιών και
αγροτών ξεπέρασαν τα
51,3 δισ. ευρώ
στο δ’ τρίμηνο 2025, αυξημένες κατά 1,2% σε σχέση με το
προηγούμενο τρίμηνο.
Το χρέος
αποτελείται από
30,028 δισ. ευρώ κύρια οφειλή
και
21,287 δισ. ευρώ πρόσθετα τέλη,
με το 3/5 να αφορούν κύρια οφειλή και τα 2/5 πρόσθετα τέλη.
Το τρέχον
υπόλοιπο αυξήθηκε κατά
633 εκατ. ευρώ
μέσα σε τρεις μήνες, κυρίως λόγω αύξησης πρόσθετων τελών
κατά 447 εκατ. ευρώ.
Από το σύνολο
των οφειλών, περίπου
10,55 δισ. ευρώ (20%)
χαρακτηρίζονται πολύ δύσκολα εισπράξιμες, περιλαμβάνοντας
πτωχευμένους εργοδότες, εργοδότες σε εκκαθάριση, οφειλές
προ-ΑΠΔ ή ασφαλισμένους που έχουν αποβιώσει.
Ρυθμίσεις οφειλών
Οι οφειλές που
βρίσκονται σε ενεργή ρύθμιση ανέρχονται σε
4,868 δισ. ευρώ (10%)
του συνόλου.
Εντός του δ’
τριμήνου 2025 εστάλησαν
59.724 Ατομικές Ειδοποιήσεις
προς οφειλέτες.
Πτώση στις ενεργές πάγιες ρυθμίσεις
Οι πάγιες
ρυθμίσεις (24 δόσεων) μειώθηκαν σε
130.194
τον Δεκέμβριο 2025, από 140.707 τον Σεπτέμβριο 2025,
χάνοντας σχεδόν 10.000 ενεργές ρυθμίσεις.
Παράλληλα, οι
ρυθμίσεις του
εξωδικαστικού μηχανισμού
φαίνεται να έχουν φτάσει σε «ταβάνι», με μικρή αύξηση σε
48.986 τον Δεκέμβριο 2025 από 48.142 τον Σεπτέμβριο 2025.
Η δημοφιλής
ρύθμιση των
120 δόσεων,
που στο αποκορύφωμά της είχε φτάσει τις 401.042 το
Σεπτέμβριο 2021, πλέον περιορίζεται σε
84.358 οφειλές.
Η έκθεση
υπογραμμίζει τη σταθερή αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε
συνδυασμό με τη σταδιακή μείωση των ενεργών ρυθμίσεων, τάση
που ξεκίνησε από το 2021 και συνεχίζεται, επισημαίνοντας την
ανάγκη για πιο αποτελεσματικά εργαλεία διαχείρισης οφειλών
και ενίσχυσης της εισπραξιμότητας.
|
|
|
|
|
|
|
|

UBS:
Πώς το ενεργειακό σοκ μπορεί να πυροδοτήσει νέο κύμα
ανατιμήσεων στα τρόφιμα έως 12%
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν επιβαρύνει μόνο τα
καύσιμα και το ρεύμα, αλλά δημιουργεί πλέον ισχυρές πιέσεις
και στην παγκόσμια αγορά τροφίμων. Σύμφωνα με ανάλυση της
UBS,
η βασική αλυσίδα μετάδοσης περνά μέσα από τα λιπάσματα, τα
οποία επηρεάζονται άμεσα από το ενεργειακό κόστος και στη
συνέχεια μεταφέρουν τις ανατιμήσεις στο σύνολο της αγροτικής
παραγωγής.
Καθοριστικός
σε αυτή τη διαδικασία είναι ο ρόλος της Μέσης Ανατολής και
ειδικότερα του Στενού του Ορμούζ. Η Διεθνής Ένωση Λιπασμάτων
εκτιμά ότι η ευρύτερη περιοχή καλύπτει περίπου το 30% των
παγκόσμιων εξαγωγών λιπασμάτων. Ειδικότερα, από εκεί
προέρχεται το 34% του παγκόσμιου εμπορίου ουρίας, περίπου το
23% της αμμωνίας και το 18% των φωσφορικών, δηλαδή βασικών
πρώτων υλών για την παραγωγή λιπασμάτων. Καθώς σημαντικό
μέρος αυτών των ποσοτήτων διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ,
κάθε αναταραχή στην περιοχή ενισχύει τον κίνδυνο νέων
προβλημάτων στην προσφορά.
Την κατάσταση
επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το φυσικό αέριο, το οποίο
αποτελεί το 60% έως 80% του κόστους παραγωγής των
λιπασμάτων. Όταν οι τιμές της ενέργειας ανεβαίνουν, το
πλήγμα στο κόστος παραγωγής μεταφέρεται γρήγορα στα
λιπάσματα και από εκεί στην αγροτική αλυσίδα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας που επικαλείται
η UBS,
η σχέση αυτή είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Μία αύξηση κατά 1
ποσοστιαία μονάδα στις τιμές της ενέργειας συνδέεται με
άνοδο περίπου 70 μονάδων βάσης στις τιμές των λιπασμάτων.
Στη συνέχεια, οι τιμές των λιπασμάτων εξηγούν περίπου το 30%
της μεταβολής των παγκόσμιων τιμών τροφίμων, με μία αύξηση 1
ποσοστιαίας μονάδας να οδηγεί σε άνοδο περίπου 21 μονάδων
βάσης στις τιμές των τροφίμων.
Με βάση τις τελευταίες κινήσεις στην αγορά ενέργειας, η
UBS
υπολογίζει ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στα λιπάσματα μπορεί να
φτάσει το 48%, από περίπου 32% σήμερα. Αν αυτό το σενάριο
επιβεβαιωθεί, οι παγκόσμιες τιμές τροφίμων θα μπορούσαν να
αυξηθούν κατά 12% σε ετήσια βάση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε νέο πληθωριστικό κύμα
διεθνώς. Η UBS
εκτιμά ότι ο αντίκτυπος μπορεί να προσθέσει περίπου 0,5
ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό των ανεπτυγμένων
οικονομιών και έως 2,4 ποσοστιαίες μονάδες στις αναδυόμενες
αγορές. Για σύγκριση, η άμεση επίδραση από την άνοδο της
ενέργειας υπολογίζεται γύρω στις 1,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Το βασικό
συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή κρίση δεν σταματά στην
αντλία ή στους λογαριασμούς ρεύματος. Μέσα από το αυξημένο
κόστος των λιπασμάτων, απειλεί να περάσει και στο ράφι των
τροφίμων, διαμορφώνοντας ένα δεύτερο, πιο διάχυτο κύμα
ανατιμήσεων με ιδιαίτερα ισχυρό αποτύπωμα στις πιο ευάλωτες
οικονομίες.

|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|