| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 28/01/26

 

                              

Ανάπτυξη χωρίς εισόδημα

 

Τα τελευταία χρόνια, η άνοδος του ΑΕΠ και η ενίσχυση της απασχόλησης στην Ελλάδα προέρχονται κυρίως από κλάδους με χαμηλή παραγωγικότητα και περιορισμένες αμοιβές, όπως ο τουρισμός, η εστίαση, το λιανεμπόριο και ευρύτερα οι υπηρεσίες. Το παράδοξο είναι ότι, παρότι οι μακροοικονομικοί δείκτες εμφανίζουν βελτίωση, αυτή η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, πάνω από το 60% της αύξησης της απασχόλησης την περίοδο 2023–2025 σημειώθηκε σε δραστηριότητες χαμηλής και μεσαίας προστιθέμενης αξίας. Ο τουρισμός, η εστίαση και το λιανεμπόριο εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα της οικονομικής δραστηριότητας, την ώρα που η μεταποίηση, η τεχνολογία και οι εξαγωγικές υπηρεσίες αναπτύσσονται με αισθητά πιο αργούς ρυθμούς. Ενδεικτικά, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα παραμένει περίπου 35–40% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με τη μεγαλύτερη απόκλιση να εντοπίζεται ακριβώς στους κλάδους όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης.

 

Σε αυτούς τους τομείς, η παραγόμενη αξία ανά εργαζόμενο είναι περιορισμένη. Τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ένας εργαζόμενος στον κλάδο της φιλοξενίας και της εστίασης στην Ελλάδα παράγει σχεδόν τη μισή προστιθέμενη αξία σε σχέση με έναν εργαζόμενο στη βιομηχανία ή στις εξειδικευμένες επαγγελματικές υπηρεσίες. Όταν η ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στην αύξηση των ωρών εργασίας και όχι στην άνοδο της αξίας που παράγεται ανά ώρα, οι δυνατότητες για γενναίες αυξήσεις μισθών είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένες. Έτσι, ακόμη και με αυξανόμενο ΑΕΠ και υποχώρηση της ανεργίας, οι πραγματικοί μισθοί δυσκολεύονται να συμβαδίσουν, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ζωής – και ειδικά η στέγαση και οι υπηρεσίες – απορροφά μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων.

 

Η δομή της ανάπτυξης

 

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το είδος των κλάδων, αλλά και τη δομή της επιχειρηματικότητας. Η ελληνική οικονομία συγκαταλέγεται στις πιο κατακερματισμένες της Ευρώπης. Με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, πάνω από το 95% των επιχειρήσεων απασχολούν λιγότερους από δέκα εργαζομένους. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος της απασχόλησης, αλλά παράγουν δυσανάλογα μικρό τμήμα της συνολικής προστιθέμενης αξίας. Με άλλα λόγια, πολλοί εργαζόμενοι μοιράζονται ένα σχετικά μικρό οικονομικό αποτέλεσμα.

 

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διαπραγματευτική ισχύς παραμένει περιορισμένη. Οι μικρές επιχειρήσεις έχουν μικρό περιθώριο να αυξήσουν τιμές, να επενδύσουν σε τεχνολογική αναβάθμιση ή να απορροφήσουν αυξήσεις κόστους χωρίς να πιεστούν τα περιθώριά τους. Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη βελτίωση της απασχόλησης, οι μέσες αμοιβές αυξάνονται αργά και συχνά υπολείπονται του πληθωρισμού.

 
 

                           

Η απόσταση από την Ευρωζώνη

 

Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες αναδεικνύει το πρόβλημα. Στη Γερμανία, τη Γαλλία και τις σκανδιναβικές χώρες, οι επιχειρήσεις μεσαίου και μεγάλου μεγέθους συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και των εξαγωγών, επιτρέποντας στην αύξηση του ΑΕΠ να περνά πιο άμεσα στους μισθούς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ανάπτυξη διαχέεται σε πλήθος μικρών επιχειρήσεων, με χαμηλή παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο και περιορισμένες δυνατότητες συλλογικής ή ατομικής διαπραγμάτευσης αμοιβών.

 

Ο ρόλος των επενδύσεων

 

Καθοριστικό ρόλο παίζει και η κατεύθυνση των επενδύσεων. Παρότι τα συνολικά μεγέθη έχουν βελτιωθεί, ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παραμένει χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ακόμη πιο σημαντική είναι η σύνθεση των επενδύσεων, καθώς μεγάλο μέρος τους κατευθύνεται σε κατασκευές, ακίνητα και τουριστικές υποδομές. Οι τομείς αυτοί ενισχύουν βραχυπρόθεσμα το ΑΕΠ, αλλά δεν αυξάνουν με διατηρήσιμο τρόπο την παραγωγικότητα της εργασίας. Όταν οι επενδύσεις δεν ανεβάζουν το προϊόν ανά εργαζόμενο, δεν δημιουργείται και ο απαραίτητος χώρος για ουσιαστικές μισθολογικές αυξήσεις.

 

Η συγκεκριμένη κατανομή των κεφαλαίων δεν είναι τυχαία. Σε μια οικονομία με πολλές μικρές επιχειρήσεις, περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση και υψηλό κόστος κεφαλαίου, οι επενδύσεις κατευθύνονται προς δραστηριότητες με χαμηλότερο ρίσκο και πιο προβλέψιμες αποδόσεις. Τα ακίνητα και ο τουρισμός προσφέρουν αυτή την ασφάλεια, σε αντίθεση με τη βιομηχανία, την τεχνολογία ή την εξαγωγική μεταποίηση, που απαιτούν μεγαλύτερη κλίμακα, χρόνο και ανάληψη κινδύνου. Έτσι, ακόμη και όταν υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον, σπάνια κατευθύνεται σε τομείς που θα μπορούσαν να μετασχηματίσουν τη δομή της οικονομίας και να αυξήσουν συνολικά την παραγωγικότητα.

 

Το αποτέλεσμα είναι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος. Η ανάπτυξη στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, οι επιχειρήσεις παραμένουν μικρές, οι επενδύσεις αποφεύγουν την τεχνολογική αναβάθμιση, οι μισθοί δεν ενισχύονται ουσιαστικά και η κατανάλωση επιστρέφει στους ίδιους τομείς. Έτσι εξηγείται γιατί η άνοδος του ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση των εισοδημάτων, αλλά ανακυκλώνεται μέσα στο ίδιο παραγωγικό μοντέλο.

 

Η κατεύθυνση της ανάπτυξης μπορεί να αλλάξει μόνο αν αλλάξει και η ροή των επενδύσεων. Στην Ελλάδα, αυτό δεν έχει συμβεί σε επαρκή βαθμό, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι – δημόσιοι και ιδιωτικοί – δεν διοχετεύονται συστηματικά σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, εξαγωγικού χαρακτήρα και με δυνατότητα κλίμακας. Χωρίς αυτή τη μετατόπιση, η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει αριθμητικά, αλλά όσο δεν «βαθαίνει», οι μισθοί θα συνεχίσουν να αυξάνονται πιο αργά από το κόστος ζωής.

 

 

                        

Όταν οι κοινωνικές τάσεις ανεβάζουν τα ακίνητα

 

Οι κοινωνικές μεταβολές δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητα των ανθρώπων, αλλά αναδιαμορφώνουν και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά κατοικίας, επηρεάζοντας άμεσα τη στεγαστική γεωγραφία και τις τιμές των ακινήτων.

 

Τα διαζύγια αποτελούν ένα μόνο κομμάτι της εξίσωσης. Τα τελευταία χρόνια, η σύνθεση και οι ανάγκες των ελληνικών νοικοκυριών αλλάζουν με ταχείς ρυθμούς, την ώρα που η αγορά ακινήτων αδυνατεί να προσαρμοστεί. Η προσφορά παραμένει περιορισμένη, ενώ η ζήτηση ενισχύεται από πολλαπλούς παράγοντες: σπουδές, εργασία, επιθυμία για ανεξαρτησία και αλλαγές στον τρόπο ζωής.

 

Όλο και περισσότεροι νέοι επιλέγουν να αποχωρούν νωρίτερα από το οικογενειακό σπίτι, χωρίς να προχωρούν άμεσα σε γάμο, συγκατοίκηση ή δημιουργία οικογένειας. Την ίδια στιγμή, η αύξηση των διαζυγίων οδηγεί σε κατακερματισμό των νοικοκυριών, δημιουργώντας πρόσθετες ανάγκες για στέγαση.

 

Κάθε χωρισμός πρακτικά μετατρέπει μία κατοικία σε δύο, εντείνοντας μια ήδη πιεσμένη ζήτηση, η οποία ενισχύετα και από τις νεότερες γενιές που διεκδικούν νωρίτερα την αυτονομία τους.

 

Η διόγκωση των νοικοκυριών αποτελεί έναν από τους παράγοντες που εξηγούν τη συνεχή άνοδο των τιμών ακινήτων τα τελευταία χρόνια. Η αγορά κινείται με χαμηλές ταχύτητες, η προσφορά παραμένει περιορισμένη — ιδίως σε μικρές και ποιοτικές κατοικίες στα μεγάλα αστικά κέντρα — και οι τιμές ακολουθούν ανοδική τροχιά με αυξανόμενη ένταση.

 

Γιατί η ζήτηση κατοικίας αυξάνεται διαρκώς

 

Όπως επισήμανε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, κατά την παρουσίαση πρόσφατης μελέτης της διαΝΕΟσις, η δημογραφική συρρίκνωση της χώρας δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει το σοβαρό έλλειμμα προσφοράς κατοικιών που προέκυψε από το κατασκευαστικό «πάγωμα» της περιόδου 2010–2018.

 

Σημαντικό μέρος του πληθυσμού εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου το στεγαστικό πρόβλημα είναι εντονότερο, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο αριθμός των ανεξάρτητων νοικοκυριών.

 

Οι αλλαγές στην κουλτούρα των νέων είναι εμφανείς: η αποχώρηση από το πατρικό σπίτι γίνεται σε μικρότερη ηλικία, χωρίς να συνοδεύεται απαραίτητα από γάμο ή δημιουργία οικογένειας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών.

 

Στο σκηνικό αυτό προστίθεται και η άνοδος των διαζυγίων, η οποία δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση για κατοικίες, αλλά και η αυξημένη ανάγκη στέγασης φοιτητών στις πανεπιστημιακές πόλεις, όπου το απόθεμα φοιτητικής κατοικίας παραμένει ανεπαρκές.

 

Έτσι, οι μικρές και σύγχρονες κατοικίες βρίσκονται στο επίκεντρο της ακρίβειας, καθώς συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη ζήτηση.

 

Περιορισμένο και γηρασμένο οικιστικό απόθεμα

 

Η βαθιά οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 άφησε ισχυρό αποτύπωμα και στον τομέα της στέγασης. Το 2007 οι επενδύσεις στις κατασκευές είχαν φτάσει τα 60 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα δύο τρίτα αφορούσαν την κατοικία.

 

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, όμως, οι επενδύσεις περιορίστηκαν δραστικά, σχεδόν μηδενίστηκαν, δημιουργώντας ένα κατασκευαστικό κενό που εξακολουθεί να επηρεάζει την αγορά μέχρι σήμερα.

 

Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν το πρόβλημα: στην Ελλάδα κατασκευάζεται μόλις μία νέα κατοικία ανά 1.000 κατοίκους — το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, για χρόνια απουσίαζε ουσιαστική πολιτική κοινωνικής κατοικίας, κατάσταση που επιχειρείται να αλλάξει με την εισαγωγή της Κοινωνικής Αντιπαροχής.

 

Μελέτη της Prosperty δείχνει ότι το αποτέλεσμα είναι ένα γερασμένο οικιστικό απόθεμα: πάνω από το 60% των κτιρίων είναι άνω των 30 ετών, ενώ περίπου το 40% έχει κατασκευαστεί τις δεκαετίες του 1970 και 1980 χωρίς ουσιαστικές ανακαινίσεις. Αντίθετα, μόλις το 22,7% των κατοικιών έχει ανεγερθεί από το 2020 και μετά.

 

Το πρόβλημα των κλειστών κατοικιών

 

Ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει έντονα τις τιμές είναι ο μεγάλος αριθμός κενών ακινήτων, που εκτιμάται κοντά στις 700.000 σε ολόκληρη τη χώρα. Πολλά από αυτά εμφανίζονται αποσπασματικά σε διαφορετικά μητρώα ή δεν διαθέτουν σαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς.

 

Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου παραμένει ακαταχώριστο, ανενεργό και χωρίς δυνατότητα αξιοποίησης.

 

Την εικόνα επιβαρύνουν και τα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια. Χιλιάδες κατοικίες πέρασαν κατά τη διάρκεια της κρίσης στις τράπεζες και στη συνέχεια στους servicers, παραμένοντας εκτός αγοράς.

 

Σύμφωνα με τη διαΝΕΟσις, μια πιο αποτελεσματική και κοινωνικά ισορροπημένη διαχείριση των «κόκκινων» ακινήτων — είτε μέσω ρυθμίσεων είτε μέσω πλειστηριασμών — θα μπορούσε να αυξήσει την προσφορά κατοικιών, προστατεύοντας παράλληλα την πρώτη κατοικία ευάλωτων δανειοληπτών.

 

Η επίδραση της βραχυχρόνιας μίσθωσης

 

Τέλος, σημαντική πίεση ασκεί και η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Η μετατροπή κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα αφαιρεί ακίνητα από τη μακροχρόνια αγορά, ιδίως σε περιοχές με υψηλή τουριστική ζήτηση.

 

Η μείωση της διαθέσιμης προσφοράς ανεβάζει τόσο τα ενοίκια — λόγω αυξημένου κόστους ευκαιρίας για τους ιδιοκτήτες — όσο και τις τιμές πώλησης, καθώς η κατοικία αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως επενδυτικό προϊόν.

 

 

                                    

Πίεση στο εισόδημα και τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνουν την εργασία

 

Η αυξανόμενη οικονομική στενότητα και η ταχεία διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν τους δύο βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν το μέλλον της εργασίας, σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα Workmonitor 2026 της Randstad. Η μελέτη αποτυπώνει ένα εργασιακό περιβάλλον σε φάση βαθιάς μετάβασης, όπου το κεντρικό ζητούμενο είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα σε εργαζόμενους και εργοδότες.

 

Η Randstad, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες ανθρώπινου δυναμικού παγκοσμίως με παρουσία σε δεκάδες χώρες, διεξάγει κάθε χρόνο το Workmonitor, το οποίο λειτουργεί ως βαρόμετρο για τις διεθνείς τάσεις στην απασχόληση, τους μισθούς και τις εργασιακές σχέσεις. Η φετινή, 23η κατά σειρά έκθεση, βασίστηκε σε περισσότερες από 27.000 συνεντεύξεις εργαζομένων, 1.225 εργοδοτών σε 35 αγορές και ανάλυση άνω των τριών εκατομμυρίων αγγελιών εργασίας. Το κεντρικό μήνυμα συνοψίζεται στον όρο «Μεγάλη Προσαρμογή του Εργασιακού Δυναμικού».

 

Δύο κόσμοι με διαφορετικές προσδοκίες

 

Τα αποτελέσματα της έρευνας αποκαλύπτουν ένα έντονο χάσμα αντιλήψεων. Από τη μία πλευρά, το 95% των διοικητικών στελεχών δηλώνει αισιόδοξο για την πορεία και την ανάπτυξη των επιχειρήσεών του. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι εμφανίζονται πολύ πιο συγκρατημένοι: μόλις το 51% πιστεύει ότι το επόμενο διάστημα θα είναι καλύτερο. Σύμφωνα με τη Randstad, αυτή η αναντιστοιχία θέτει σε κίνδυνο τη μετουσίωση της επιχειρηματικής αισιοδοξίας σε πραγματική ανάπτυξη, ειδικά αν το ανθρώπινο δυναμικό δεν νιώθει ευθυγραμμισμένο, παραγωγικό και έτοιμο να υιοθετήσει την τεχνητή νοημοσύνη.

 

Η εικόνα στην Ελλάδα

 

Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι εμφανίζονται ακόμη πιο επιφυλακτικοί σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο ως προς τις προοπτικές ανάπτυξης των εταιρειών τους. Την ίδια στιγμή, δηλώνουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη χρήση νέων τεχνολογιών, αλλά χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης τόσο προς τη διοίκηση όσο και προς τους συναδέλφους τους. Παράλληλα, δείχνουν μεγαλύτερη ετοιμότητα να αποχωρήσουν από θέσεις εργασίας που δεν ανταποκρίνονται στις προσωπικές τους ανάγκες.

 

Το χάσμα μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων στη χώρα είναι ιδιαίτερα έντονο: ενώ το σύνολο των στελεχών διοίκησης δηλώνει αισιόδοξο για την ανάπτυξη της επιχείρησής του, μόλις το 38% των εργαζομένων συμμερίζεται αυτή την άποψη.

 

Δεύτερη δουλειά για να βγει ο μήνας

 

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το εύρημα ότι πάνω από τους μισούς εργαζόμενους ή ανέργους στην Ελλάδα (51%) έχουν ήδη ή σκοπεύουν να αναλάβουν δεύτερη εργασία. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (40%) και συνδέεται άμεσα με τις χαμηλές αποδοχές και το αυξημένο κόστος ζωής.

 

 

                                

Τεχνητή νοημοσύνη: ευκαιρία ή απειλή;

 

Σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, το 57% των Ελλήνων εργαζομένων εκτιμά ότι συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους, έναντι 62% παγκοσμίως. Αντίστοιχα, το 60% των Ελλήνων εργοδοτών θεωρεί ότι η ΑΙ ενισχύει την απόδοση, ποσοστό υψηλότερο από τον διεθνή μέσο όρο.

 

Εντυπωσιακό είναι ότι το 75% των εργαζομένων στην Ελλάδα δηλώνει σίγουρο πως μπορεί να χρησιμοποιήσει σύγχρονες τεχνολογίες, ποσοστό από τα υψηλότερα διεθνώς. Ωστόσο, το εύρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με άλλες μετρήσεις που κατατάσσουν τη χώρα χαμηλότερα ως προς τις ψηφιακές δεξιότητες.

 

Οι απόψεις για το ποιος τελικά θα ωφεληθεί από την τεχνητή νοημοσύνη παραμένουν διχασμένες: το 50% των Ελλήνων εργαζομένων πιστεύει ότι το όφελος θα κατευθυνθεί κυρίως προς τις επιχειρήσεις και όχι προς τους ίδιους.

 

Έλλειμμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας

 

Η έρευνα καταγράφει σαφές έλλειμμα εμπιστοσύνης στην Ελλάδα. Μόλις το 63% των εργαζομένων δηλώνει ότι εμπιστεύεται τη διοίκηση της εταιρείας του, έναντι 72% διεθνώς. Αντίστοιχα χαμηλότερη είναι και η εμπιστοσύνη μεταξύ συναδέλφων, καθώς και η αίσθηση στενής σχέσης με τους προϊσταμένους.

 

Σχεδόν εννέα στους δέκα εργοδότες θεωρούν ότι η τηλεργασία και τα υβριδικά μοντέλα έχουν δυσκολέψει τη συνεργασία, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζουν ότι η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών γενεών και η επένδυση στην ομαδικότητα μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα.

 

Το τέλος της «σίγουρης δουλειάς»

 

Η παραδοσιακή γραμμική καριέρα φαίνεται να χάνει έδαφος. Στην Ελλάδα, μόλις το 39% των εργαζομένων δηλώνει ότι επιθυμεί μια μόνιμη, σταθερή επαγγελματική πορεία, ενώ το 34% προτιμά μια πιο ευέλικτη διαδρομή με αλλαγές ρόλων και κλάδων κατά τη διάρκεια της καριέρας του.

 

Μισθός, ευελιξία και ποιότητα ζωής

 

Ο μισθός παραμένει το βασικό κίνητρο επιλογής εργασίας για το 81% των εργαζομένων στην Ελλάδα. Ωστόσο, για το 44% ο σημαντικότερος λόγος παραμονής σε μια θέση είναι η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, ξεπερνώντας την εργασιακή ασφάλεια και τις αποδοχές.

 

Παράλληλα, μεγάλα ποσοστά δηλώνουν ότι έχουν παραιτηθεί από θέσεις που δεν ταίριαζαν με την προσωπική τους ζωή ή δεν τους παρείχαν επαρκή αυτονομία. Η ευελιξία σε τόπο και χρόνο εργασίας αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα αποδοχής ή απόρριψης μιας νέας επαγγελματικής πρότασης.

 

Συνολικά, το Workmonitor 2026 σκιαγραφεί ένα εργασιακό τοπίο σε έντονη μετάβαση, όπου η οικονομική πίεση, η τεχνητή νοημοσύνη και το έλλειμμα εμπιστοσύνης αναδιατάσσουν τις προτεραιότητες εργαζομένων και εργοδοτών, με την Ελλάδα να αντικατοπτρίζει σε έντονο βαθμό αυτές τις παγκόσμιες προκλήσεις.

  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum