| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 

 
 

"Μας ακούνε..."

Καθημερινά παρά-χρηματιστηριακά σχόλια & πολλά άλλα...

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

                                 

 

00:01 - 17/03/26

 

"Μας ακούνε..."

Δύο φορές μέσα στις τελευταίες δύο εβδομάδες του πολέμου οι βασικοί δείκτες δοκίμασαν, σχεδόν με ακρίβεια χιλιοστού, τις πλέον κρίσιμες στηρίξεις που έχουμε επανειλημμένα επισημάνει. Μετά από αυτές τις δύο δοκιμασίες, οι δείκτες εξακολουθούν να κινούνται οριακά υψηλότερα από τα συγκεκριμένα επίπεδα. Σε καμία περίπτωση δεν θα θέλαμε να δούμε μια τρίτη δοκιμή τους, καθώς το σενάριο απώλειάς τους θα ήταν το χειρότερο δυνατό που θα μπορούσε να προκύψει για την αγορά.

Δίνοντας πιθανότητες περίπου 70-30% να έχουμε δει τα χειρότερα, αξίζει να θυμηθούμε ποια είναι αυτά τα κρίσιμα τεχνικά επίπεδα. Στην περίπτωση του Γενικός Δείκτης Χρηματιστηρίου Αθηνών, οι καθοριστικές στηρίξεις εντοπίζονται στις 2.050 – 2.040 μονάδες. Αντίστοιχα, για τον Τραπεζικός Δείκτης Χρηματιστηρίου Αθηνών οι κρίσιμες στηρίξεις βρίσκονται στις 2.270 – 2.250 μονάδες.

Η απώλεια αυτών των επιπέδων θα μπορούσε να οδηγήσει την αγορά σε σημαντικές περιπέτειες, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν νέο κύκλο πτώσης, ο οποίος δεν αποκλείεται να εξελιχθεί ακόμη και με βίαιο τρόπο.

 

Από τις πιο ενδιαφέρουσες αλλά ταυτόχρονα και ανησυχητικές αναλύσεις - δηλώσεις της προηγούμενης εβδομάδας ήταν εκείνες που προήλθαν από τον στρατηγικό αναλυτή της Bank of America, Μάικλ Χάρτνετ, ο οποίος επισήμανε πως η τρέχουσα κατάσταση στην αγορά θυμίζει την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Τονίζει πως τότε η τιμή του πετρελαίου διπλασιάστηκε, φτάνοντας τα 140 δολάρια ανά βαρέλι τον Αύγουστο του 2008, από τα 70 δολάρια τον Ιούλιο του 2007, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν οι πρώτες αναταράξεις στην αγορά στεγαστικών δανείων, με την κατάρρευση τραπεζών όπως οι Northern Rock και Bear Stearns.

Η τρέχουσα σύγκρουση στο Ιράν από τις 28 Φεβρουαρίου έχει οδηγήσει σε αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά πάνω από 60% φέτος, προκαλώντας ανησυχίες για υψηλότερο πληθωρισμό και τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, όπου η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται ενώ οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να αυξήσουν τα επιτόκια.

Οι φόβοι γύρω από την έκθεση των τραπεζών στον ιδιωτικό δανεισμό εντείνονται, λόγω εκροών κεφαλαίων, αβεβαιοτήτων για τα πρότυπα χορήγησης δανείων και πιθανών επιπτώσεων της τεχνητής νοημοσύνης στους δανειολήπτες. Επιπλέον, η άνοδος των τιμών ενέργειας ενισχύει τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, όπως συνέβη το 2008, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια στην κορύφωση της τιμής του πετρελαίου, κάτι που θεωρείται «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη πολιτικής όλων των εποχών».

 

 

Ο Χάρτνετ υπογραμμίζει ότι η μεγαλύτερη απειλή για τις μετοχές προέρχεται από τα κέρδη των εταιρειών, όχι από τον πληθωρισμό. Προτείνει πώληση σε περίπτωση που:

Η τιμή του πετρελαίου υπερβεί τα 100 δολάρια/βαρέλι

Η απόδοση των 30ετών αμερικανικών ομολόγων ξεπεράσει το 5%

Ο δείκτης του δολαρίου είναι πάνω από 100

Σημειώνεται ότι η απόδοση των 30ετών ομολόγων ήταν στο 4,89% την προηγούμενη Παρασκευή, ο δείκτης του δολαρίου στο 100,18 (υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο) και ο δείκτης S&P 500 Index έκλεισε στις 6.673 μονάδες.

Παράλληλα, ο Σεμπάστιαν Ρέντλερ της Bank of America δήλωσε στο Bloomberg Television ότι παρατηρεί «πολλές ενδείξεις αναταραχής στον τομέα του δανεισμού», με ορισμένες ομοιότητες με την κατάσταση του 2007.

 

 

Σε σχέση με τα παραπάνω, υπάρχει μια εξέλιξη στις παγκόσμιες αγορές που υπό διαφορετικές συνθήκες πιθανότατα θα κυριαρχούσε στα οικονομικά πρωτοσέλιδα διεθνώς: η αγορά του Private Credit Market, η οποία πλέον ξεπερνά τα 2 τρισ. δολάρια, εμφανίζει τα πρώτα – σημαντικά - σημάδια κόπωσης. Παρόλα αυτά, η προσοχή των αγορών έχει στραφεί κυρίως στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα οι ενδείξεις έντασης σε αυτόν τον ταχύτατα αναπτυσσόμενο τομέα χρηματοδότησης να περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Το private credit αφορά άμεσο δανεισμό επιχειρήσεων από επενδυτικά κεφάλαια, χωρίς τη διαμεσολάβηση τραπεζών. Τα funds αντλούν κεφάλαια από επενδυτές — παραδοσιακά κυρίως θεσμικούς, όπως ασφαλιστικά ταμεία — και τα διοχετεύουν σε εταιρείες που συχνά θεωρούνται μικρότερες ή πιο ριψοκίνδυνες για να χρηματοδοτηθούν μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Η αγορά γνώρισε εντυπωσιακή ανάπτυξη μετά την Global Financial Crisis, όταν οι αυστηρότεροι κανονισμοί περιόρισαν τη δυνατότητα των τραπεζών να χορηγούν δάνεια υψηλότερου κινδύνου. Μεγάλοι επενδυτικοί όμιλοι αξιοποίησαν το κενό αυτό, δημιουργώντας έναν νέο και ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα χρηματοδότησης.

Μέχρι πρόσφατα το private credit θεωρούνταν από τις πιο σταθερές και αποδοτικές δραστηριότητες στη Wall Street. Πλέον όμως εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια πίεσης.

 

 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προήλθε από fund της Cliffwater, συνολικού ύψους 33 δισ. δολαρίων. Οι επενδυτές ζήτησαν να αποσύρουν περίπου το 14% των κεφαλαίων τους μέσα σε ένα τρίμηνο, όμως το fund κατάφερε να καλύψει μόλις το μισό των αιτημάτων. Οι υπόλοιποι επενδυτές θα πρέπει να περιμένουν τον επόμενο κύκλο εξαγορών για να λάβουν τα χρήματά τους.

Η δυσκολία αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι τα περισσότερα private credit funds επιτρέπουν περιορισμένες εξαγορές — συνήθως έως περίπου 5% των κεφαλαίων ανά τρίμηνο — λόγω της χαμηλής ρευστότητας των επενδύσεών τους.

Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν και σε άλλα μεγάλα επενδυτικά σχήματα. Ένα fund της Blackstone κατέγραψε για πρώτη φορά καθαρές εκροές, ενώ ένα fund της Blue Owl Capital επέτρεψε εξαγορές έως και 15%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το συνηθισμένο όριο. Αντίθετα, μεγάλοι όμιλοι όπως η BlackRock και η Morgan Stanley διατήρησαν το όριο εξαγορών στο 5%.

Ορισμένοι αναλυτές παρομοιάζουν τη σημερινή κατάσταση με μια αργή «διαρροή» κεφαλαίων, παρόμοια με τις πιέσεις που είχαν εμφανιστεί στα επενδυτικά κεφάλαια ακινήτων το 2022.

Η στροφή προς τους μικροεπενδυτές

Για πολλά χρόνια η χρηματοδότηση των private credit funds προερχόταν κυρίως από θεσμικούς επενδυτές. Τα τελευταία χρόνια όμως ο κλάδος στράφηκε όλο και περισσότερο προς ιδιώτες επενδυτές.

Το ποσοστό συμμετοχής μικροεπενδυτών στα συγκεκριμένα funds αυξήθηκε από 5,5% το 2020 σε 16,6% το 2024. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της αγοράς, αλλά ενδέχεται πλέον να δημιουργεί νέους κινδύνους.

Οι ιδιώτες επενδυτές τείνουν να αντιδρούν ταχύτερα σε αρνητικές ειδήσεις και είναι πιο πιθανό να ζητήσουν την επιστροφή των κεφαλαίων τους. Η ανησυχία εντάθηκε μετά από ορισμένες πτωχεύσεις επιχειρήσεων που είχαν χρηματοδοτηθεί μέσω private credit, αλλά και λόγω αμφιβολιών για την πραγματική αποτίμηση αρκετών δανείων.

Παράλληλα, οι μετοχές εταιρειών του κλάδου έχουν υποχωρήσει έως και 40% από την αρχή του έτους, ενώ οι αποδόσεις σε Collateralized Loan Obligations — που βασίζονται σε εταιρικά δάνεια — παρουσιάζουν πτωτική τάση. Την ίδια στιγμή, μεγάλες τράπεζες επανεξετάζουν την έκθεσή τους στον συγκεκριμένο τομέα.

Τα δάνεια που έχουν χορηγήσει αμερικανικές τράπεζες προς μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα — στα οποία περιλαμβάνονται και τα private credit funds — ανέρχονται πλέον σε περίπου 1,2 τρισ. δολάρια, σχεδόν τριπλάσια σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.

Συγκρίσεις με την περίοδο πριν από την κρίση του 2008

Ορισμένοι επενδυτές εντοπίζουν ομοιότητες με τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος της αγοράς private credit χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαφάνεια και χαμηλή ρευστότητα, γεγονός που καθιστά δύσκολη την ακριβή αποτίμηση των δανείων.

Το μοτίβο θυμίζει — αν και σε μικρότερη κλίμακα — την περίοδο πριν από την κρίση των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου το 2007, όταν ορισμένα funds άρχισαν να περιορίζουν τις εξαγορές επενδυτών.

Ωστόσο, η αγορά private credit είναι σημαντικά μικρότερη. Υπολογίζεται περίπου στα 2 τρισ. δολάρια, ενώ πριν από την κρίση του 2008 τα Mortgage-Backed Securities είχαν φθάσει περίπου τα 7,2 τρισ. δολάρια.

Ένας κίνδυνος που μπορεί να εξελίσσεται σταδιακά

Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι ο κλάδος του private credit δεν είναι αρκετά μεγάλος ώστε να προκαλέσει μόνος του μια νέα παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Ωστόσο, οι πιέσεις μπορεί να ενταθούν σταδιακά. Αν οι εκροές επενδυτών συνεχιστούν και αυξηθούν τα προβληματικά δάνεια, η αγορά αυτή θα μπορούσε να μετατραπεί από έναν σχετικά «αθέατο» τομέα χρηματοδότησης σε έναν από τους επόμενους σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

 

 

Οι "ατάκες" της εβδομάδας

                                                                            
    
 
 

 
                                    
 

Τα όσα αναγράφονται σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν σύσταση για αγορά/πώληση ή διακράτηση μετοχών ή άλλων σύνθετων προϊόντων (πχ. CFD) που συνδέονται με τους συγκεκριμένους τίτλους που αναφέρονται.

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

 

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum