|
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα
προήλθε από fund
της
Cliffwater,
συνολικού ύψους 33 δισ. δολαρίων. Οι
επενδυτές ζήτησαν να αποσύρουν
περίπου το 14% των κεφαλαίων τους
μέσα σε ένα τρίμηνο, όμως το
fund
κατάφερε να καλύψει μόλις το μισό
των αιτημάτων. Οι υπόλοιποι
επενδυτές θα πρέπει να περιμένουν
τον επόμενο κύκλο εξαγορών για να
λάβουν τα χρήματά τους.
Η δυσκολία αυτή σχετίζεται με το
γεγονός ότι τα περισσότερα
private
credit
funds επιτρέπουν περιορισμένες εξαγορές — συνήθως έως περίπου 5% των κεφαλαίων
ανά τρίμηνο — λόγω της χαμηλής
ρευστότητας των επενδύσεών τους.
Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν και
σε άλλα μεγάλα επενδυτικά σχήματα.
Ένα fund
της
Blackstone
κατέγραψε για πρώτη φορά καθαρές
εκροές, ενώ ένα fund
της
Blue
Owl
Capital
επέτρεψε εξαγορές έως και 15%,
ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το
συνηθισμένο όριο. Αντίθετα, μεγάλοι
όμιλοι όπως η
BlackRock
και η
Morgan
Stanley
διατήρησαν το όριο εξαγορών στο 5%.
Ορισμένοι αναλυτές παρομοιάζουν τη
σημερινή κατάσταση με μια αργή
«διαρροή» κεφαλαίων, παρόμοια με τις
πιέσεις που είχαν εμφανιστεί στα
επενδυτικά κεφάλαια ακινήτων το
2022.
Η στροφή προς τους μικροεπενδυτές
Για πολλά χρόνια η χρηματοδότηση των
private
credit
funds προερχόταν κυρίως από θεσμικούς επενδυτές. Τα τελευταία χρόνια όμως ο
κλάδος στράφηκε όλο και περισσότερο
προς ιδιώτες επενδυτές.
Το ποσοστό συμμετοχής μικροεπενδυτών
στα συγκεκριμένα funds αυξήθηκε από 5,5% το 2020 σε 16,6% το 2024. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε
σημαντικά στην ανάπτυξη της αγοράς,
αλλά ενδέχεται πλέον να δημιουργεί
νέους κινδύνους.
Οι ιδιώτες επενδυτές τείνουν να
αντιδρούν ταχύτερα σε αρνητικές
ειδήσεις και είναι πιο πιθανό να
ζητήσουν την επιστροφή των κεφαλαίων
τους. Η ανησυχία εντάθηκε μετά από
ορισμένες πτωχεύσεις επιχειρήσεων
που είχαν χρηματοδοτηθεί μέσω
private
credit, αλλά και λόγω αμφιβολιών για την πραγματική αποτίμηση αρκετών δανείων.
Παράλληλα, οι μετοχές εταιρειών του
κλάδου έχουν υποχωρήσει έως και 40%
από την αρχή του έτους, ενώ οι
αποδόσεις σε
Collateralized
Loan
Obligations
— που βασίζονται σε εταιρικά δάνεια
— παρουσιάζουν πτωτική τάση. Την
ίδια στιγμή, μεγάλες τράπεζες
επανεξετάζουν την έκθεσή τους στον
συγκεκριμένο τομέα.
Τα δάνεια που έχουν χορηγήσει
αμερικανικές τράπεζες προς μη
τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
— στα οποία περιλαμβάνονται και τα
private
credit
funds — ανέρχονται πλέον σε περίπου 1,2 τρισ. δολάρια, σχεδόν τριπλάσια σε σχέση
με πριν από μία δεκαετία.
Συγκρίσεις με την περίοδο πριν από
την κρίση του 2008
Ορισμένοι επενδυτές εντοπίζουν
ομοιότητες με τα πρώτα
προειδοποιητικά σημάδια πριν από τη
χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το
βασικό πρόβλημα είναι ότι μεγάλο
μέρος της αγοράς private
credit χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαφάνεια και χαμηλή ρευστότητα, γεγονός
που καθιστά δύσκολη την ακριβή
αποτίμηση των δανείων.
Το μοτίβο θυμίζει — αν και σε
μικρότερη κλίμακα — την περίοδο πριν
από την κρίση των στεγαστικών
δανείων υψηλού κινδύνου το 2007,
όταν ορισμένα funds
άρχισαν να περιορίζουν τις εξαγορές
επενδυτών.
Ωστόσο, η αγορά private
credit είναι σημαντικά μικρότερη. Υπολογίζεται περίπου στα 2 τρισ. δολάρια, ενώ
πριν από την κρίση του 2008 τα
Mortgage-Backed
Securities
είχαν φθάσει περίπου τα 7,2 τρισ.
δολάρια.
Ένας κίνδυνος που μπορεί να
εξελίσσεται σταδιακά
Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν
ότι ο κλάδος του private
credit
δεν είναι αρκετά μεγάλος ώστε να
προκαλέσει μόνος του μια νέα
παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Ωστόσο, οι πιέσεις μπορεί να
ενταθούν σταδιακά. Αν οι εκροές
επενδυτών συνεχιστούν και αυξηθούν
τα προβληματικά δάνεια, η αγορά αυτή
θα μπορούσε να μετατραπεί από έναν
σχετικά «αθέατο» τομέα
χρηματοδότησης σε έναν από τους
επόμενους σημαντικούς παράγοντες
κινδύνου για το διεθνές
χρηματοπιστωτικό σύστημα.
|