|
Σχεδόν από την πρώτη στιγμή της έκρηξης της
τεχνητής νοημοσύνης, οι απαισιόδοξοι προειδοποιούν ότι η
αγορά κινείται προς μια νέα φούσκα, ανάλογη με εκείνη του
dotcom πριν από περίπου 25 χρόνια ή της
αγοράς ακινήτων λίγα χρόνια αργότερα.
Ωστόσο, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την
κυκλοφορία του ChatGPT, η ανάπτυξη της
τεχνητής νοημοσύνης παραμένει εκρηκτική και οι επενδυτές
εξακολουθούν να διοχετεύουν τεράστια κεφάλαια στον κλάδο.
Οι ανησυχίες, βέβαια, πολλαπλασιάζονται.
Υπάρχουν ερωτήματα για το αν θα υπάρχει αρκετή
ενέργεια για να τροφοδοτήσει όλα τα data
centers που κατασκευάζονται, αν θα υπάρξει επαρκής
ζήτηση για τις υποδομές αυτές, αλλά και αν η άνοδος των
επιτοκίων μπορεί να καταστήσει υπερβολικά ακριβή τη
χρηματοδότηση των σχετικών επενδύσεων. Παράλληλα, πληθαίνουν
και οι προειδοποιήσεις για τους ευρύτερους κινδύνους από την
ίδια την τεχνολογία.
Και όμως, το χρήμα συνεχίζει να εισρέει στο
λεγόμενο AI trade.
Σύμφωνα
με τη Wall
Street Journal,
ακριβώς εδώ μπορεί να βρίσκεται και η μεγαλύτερη αδυναμία
του σημερινού κύκλου: στην ανάγκη για διαρκή ροή νέων
κεφαλαίων.
Το «κενό
χρηματοδότησης»
Τα επενδυτικά
«μπουμ» αυτού του μεγέθους χρειάζονται συνεχή πρόσβαση σε
κεφάλαια για να διατηρήσουν τη δυναμική τους. Η ιστορία
δείχνει ότι όταν αυτή η πρόσβαση περιοριστεί, μια περίοδος
εκρηκτικής ανάπτυξης μπορεί να μετατραπεί πολύ γρήγορα σε
φούσκα που σκάει.
Το σημείο
καμπής μπορεί να εμφανιστεί απότομα ή να διαμορφωθεί
σταδιακά. Σύμφωνα με τη
WSJ,
πάντως, η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης δεν έχει φτάσει
ακόμη σε αυτό το σημείο.
Ο βασικός δείκτης που πρέπει να
παρακολουθούν οι επενδυτές είναι το λεγόμενο «κενό
χρηματοδότησης» (funding gap).
Ο όρος έγινε
ιδιαίτερα γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν οι
περισσότερες εταιρείες του διαδικτύου κατέγραφαν μεγάλες
ζημιές και «έκαιγαν» μετρητά. Οι επενδυτές παρακολουθούσαν
πόσους μήνες μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί μια
εταιρεία προτού χρειαστεί νέα χρηματοδότηση.
Όσο οι αγορές
ήταν ανοικτές και υπήρχε διαθέσιμο κεφάλαιο, το μοντέλο
μπορούσε να συνεχιστεί. Όταν όμως το παράθυρο χρηματοδότησης
έκλεισε, πολλές από αυτές τις εταιρείες βρέθηκαν χωρίς
επαρκή ρευστότητα και κατέρρευσαν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η
Pets.com. Η εταιρεία προσπαθούσε να κερδίσει
μερίδιο αγοράς, χρηματοδοτώντας τις ζημιές της μέσω συνεχών
αντλήσεων κεφαλαίων. Όσο ο Nasdaq βρισκόταν σε ιστορικά
υψηλά, η πρόσβαση σε νέο χρήμα παρέμενε ανοικτή. Όταν όμως η
αγορά κατέρρευσε, η χρηματοδότηση σταμάτησε και η εταιρεία
έκλεισε τον Νοέμβριο του 2000.
Το προηγούμενο
του 2007
Ένα διαφορετικό
αλλά εξίσου χαρακτηριστικό παράδειγμα εμφανίστηκε το 2007,
στην αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Τότε το πρόβλημα δεν αφορούσε startups του
διαδικτύου αλλά μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τον
Νοέμβριο του 2007, η Freddie Mac περιόρισε
το μέρισμά της και άντλησε 6 δισ. δολάρια μέσω έκδοσης
προνομιούχων μετοχών, καθώς οι ζημιές από τα στεγαστικά
δάνεια αυξάνονταν.
Το κρίσιμο
ζήτημα ήταν ότι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί χρειάζονταν
συνεχώς νέα κεφάλαια για να αποκαταστήσουν τα αποθέματα που
απορροφούσαν τις ζημιές τους.
Όταν ακόμη και
οργανισμοί με ισχυρή κρατική στήριξη άρχισαν να
δυσκολεύονται να αντλήσουν κεφάλαια, έγινε εμφανές ότι το
χρηματοδοτικό σύστημα είχε φτάσει στα όριά του. Λιγότερο από
έναν χρόνο αργότερα, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να
προχωρήσουν σε μαζικές διασώσεις τραπεζών.
Τα πρώτα σημάδια
νευρικότητας
Σήμερα το
AI trade εξακολουθεί να έχει ισχυρή
δυναμική. Ωστόσο, η
WSJ
εντοπίζει ορισμένες πρώτες ενδείξεις ότι η αγορά αρχίζει να
γίνεται πιο επιλεκτική.
Η OpenAI έχει αποκλείσει το
ενδεχόμενο δημόσιας εγγραφής μέσα στο 2026. Η Holtec
Nuclear, η οποία φιλοδοξεί να προμηθεύσει τους
hyperscalers με μικρούς αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες,
ανέστειλε τα σχέδιά της για IPO. Και η Anthropic,
η εταιρεία πίσω από το Claude, μετέθεσε το χρονοδιάγραμμα
της σχεδιαζόμενης εισαγωγής της από τον Οκτώβριο στον
Νοέμβριο.
Ωστόσο, καμία
από αυτές τις εξελίξεις δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη
ότι το παράθυρο χρηματοδότησης έχει κλείσει.
Οι εταιρείες που
δεν εισάγονται στο χρηματιστήριο εξακολουθούν να έχουν
πρόσβαση στις ιδιωτικές αγορές. Η Holtec, για παράδειγμα,
είναι ήδη κερδοφόρα και διαθέτει εδραιωμένες δραστηριότητες
στον πυρηνικό τομέα.
Πολύ διαφορετική είναι η εικόνα για
εταιρείες όπως η OpenAI και η
Anthropic, των οποίων τα οικονομικά στοιχεία
παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός δημόσιας θέασης. Το κοινό
στοιχείο είναι ότι πρόκειται για εταιρείες που δαπανούν
τεράστια ποσά για την ανάπτυξη υποδομών και μοντέλων
τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα
αντίστοιχα σαφές μονοπάτι προς την κερδοφορία.
Το πραγματικό
τεστ για την AI
Γι' αυτό και το
κρίσιμο ερώτημα για την αγορά δεν είναι απαραίτητα αν οι
επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη είναι υπερβολικές.
Είναι αν οι
εταιρείες που βρίσκονται στην καρδιά της επενδυτικής έκρηξης
θα μπορούν να συνεχίσουν να βρίσκουν τα κεφάλαια που
χρειάζονται.
Όσο οι ιδιωτικές
αγορές, οι τράπεζες και οι επενδυτές είναι πρόθυμοι να
χρηματοδοτούν τις τεράστιες ανάγκες του κλάδου, το μοντέλο
μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται.
Αν όμως οι συνθήκες χρηματοδότησης αλλάξουν,
οι αποτιμήσεις υποχωρήσουν και οι επενδυτές αρχίσουν να
ζητούν πιο άμεσα αποτελέσματα και κερδοφορία, τότε το
funding gap μπορεί να γίνει ο παράγοντας
που θα αποκαλύψει ποιες εταιρείες διαθέτουν πραγματικά
βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο και ποιες εξαρτώνται από τη
συνεχή εισροή νέων κεφαλαίων.
Και τότε,
σύμφωνα με τη
Wall Street Journal,
το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς η επιβράδυνση των επενδύσεων
στην τεχνητή νοημοσύνη. Θα είναι το ενδεχόμενο ολόκληρη η
αλυσίδα του AI trade να βρεθεί αντιμέτωπη
με ένα κενό χρηματοδότησης που δεν μπορεί πλέον να καλυφθεί.
Αυτό θα μπορούσε
να αποτελέσει το πραγματικό σημείο καμπή για την αγορά.
|