|
Ωστόσο, το βασικό
γεγονός για τις
παγκόσμιες αγορές,
επιχειρήσεις και
καταναλωτές προήλθε από
την εναρκτήρια
συνεδρίαση του νέου
Προέδρου της Fed,
Kevin
Warsh,
ο οποίος υιοθέτησε έναν
ελαφρώς πιο επιθετικό
τόνο επιτοκιακής
πολιτικής από ό,τι
αναμενόταν. Οι
προβλέψεις για αυξήσεις
επιτοκίων στις ΗΠΑ
μετατοπίστηκαν αισθητά
προς τα πάνω, με εννέα
από τα δεκαοκτώ μέλη της
Fed
να προβλέπουν
τουλάχιστον μία αύξηση
το 2026, ενώ οι αγορές
αποτιμούν πλέον σχεδόν
δύο κινήσεις.
Παράλληλα, οι προβλέψεις
για τον βασικό
πληθωρισμό (Personal
Consumer
Expenditure)
αναθεωρήθηκαν ανοδικά
στο 3,6%, ενώ η ανάπτυξη
του ΑΕΠ υποχώρησε στο
2,2%. Η forward
guidance,
η πρόωρη ενημέρωση των
αγορών για τις επόμενες
κινήσεις, που
λειτουργούσε από το 2008
ως εργαλείο
σταθεροποίησης
προσδοκιών και
καθησύχασης των αγορών,
αφαιρέθηκε πλήρως από
μια σημαντικά
συντομευμένη ανακοίνωση
πολιτικής, ενισχύοντας
την αίσθηση μιας πιο
«λιτής» αλλά όχι
απαραίτητα πιο χαλαρής
Fed.
Παρά την αρχικά θετική
αντίδραση των αγορών, η
εβδομάδα ξεκίνησε με
αρνητικό τόνο, καθώς οι
μετοχές υψηλής
κεφαλαιοποίησης στις ΗΠΑ
υποχώρησαν περίπου 2%,
ενώ ο τεχνολογικά βαρύς
δείκτης NASDAQ
κατέγραψε απώλειες της
τάξης του 3,3%, με την
πίεση να συγκεντρώνεται
κυρίως σε τίτλους που
είχαν οδηγήσει το
προηγούμενο ράλι.
Η ερμηνεία αυτής της
κίνησης δεν είναι
μονοσήμαντη. Η αντίδραση
της αγοράς θα μπορούσε
να εκληφθεί ως ένδειξη
ότι οι επενδυτές
εισέρχονται σε μια
περίοδο όπου η στήριξη
της Federal
Reserve
δεν θεωρείται δεδομένη
στον ίδιο βαθμό όπως στο
παρελθόν. Ωστόσο, τα
δεδομένα δεν
υποστηρίζουν ακόμη μια
τέτοια δομική αλλαγή. Η
εταιρική Αμερική
παραμένει σε σχετικά
ισχυρή θέση, με σταθερές
ταμειακές ροές και
περιορισμένα σημάδια
υπερβολικής μόχλευσης,
ενώ η στήριξη της
Fed
είχε ήδη κορυφωθεί κατά
την περίοδο της
πανδημίας Covid-19
και έκτοτε ακολουθεί
σταδιακή αποκλιμάκωση.
Η ρητορική του κ.
Warsh,
ωστόσο, ήταν σαφώς
λιγότερο υποστηρικτική
από το αναμενόμενο. Η
αναφορά σε
«αδιαμφισβήτητη και
ομόφωνη» δέσμευση για
την καταπολέμηση του
πληθωρισμού, σε
συνδυασμό με τον
χαρακτηρισμό της ανοχής
σε πληθωρισμό άνω του 2%
ως «μοιραίο σφάλμα
πολιτικής», σηματοδοτεί
μια σαφή μετατόπιση από
προηγούμενα πλαίσια
σκέψης της Fed.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η
πάγια θέση του για
σημαντική μείωση του
ισολογισμού της
Fed
κατά περίπου 6,5
τρισεκατομμύρια δολάρια,
κάτι που συνεπάγεται
ουσιαστική αφαίρεση
ρευστότητας από τις
αγορές. Η συγκρότηση
ομάδων εργασίας για τον
ισολογισμό, την
επικοινωνιακή
στρατηγική, τις πηγές
δεδομένων και τις
επιπτώσεις της τεχνητής
νοημοσύνης στην
οικονομία ενισχύει την
εικόνα ενός πιο
δομημένου αλλά δυνητικά
πιο περιοριστικού
πλαισίου πολιτικής.
Ωστόσο, μια δεύτερη
ανάγνωση υποδεικνύει ότι
η στροφή προς μια πιο
επιθετική επιτοκιακή
πολιτική δεν είναι ακόμη
καθοριστική. Η ιστορική
εμπειρία δείχνει ότι η
Fed έχει ήδη μειώσει τον
ισολογισμό της κατά
περίπου ένα τρίτο από το
2022, χωρίς αυτό να
ανακόψει την άνοδο των
μετοχών ή την ανάπτυξη
της οικονομίας, η οποία
παραμένει κοντά στο 2,6%
ετησίως.
Με απλά λόγια, η Fed δεν
αποτελεί πλέον τον
μοναδικό καθοριστικό
παράγοντα των αγορών.
Μια ελαφρώς πιο
επιθετική επιτοκιακή
πολιτική μπορεί να
αυξήσει τους τακτικούς
κινδύνους και να
προκαλέσει
βραχυπρόθεσμες
διορθώσεις, αλλά δεν
φαίνεται ικανή από μόνη
της να ανατρέψει τον
κύκλο ή να προκαλέσει
ύφεση.
Γιώργος Λαγαρίας (Ο.Τ.)
|