|
Θεωρητικά, τα υψηλά
επιτόκια μειώνουν τον
δανεισμό και την
κατανάλωση, έτσι υπάρχει
πτωτική πίεση στον
πληθωρισμό, η οποία
συνήθως εμφανίζεται
μακροπρόθεσμα. Το υψηλό
κόστος ενέργειας, από
την άλλη, αυξάνει το
κόστος παραγωγής, άρα
διατηρεί τις τιμές σε
υψηλά επίπεδα. Συνεπώς,
έχουμε το παράδοξο, τα
υψηλά επιτόκια και η
περιοριστική
δημοσιονομική πολιτική
να πιέζουν τον
πληθωρισμό προς τα κάτω,
ενώ ταυτόχρονα το υψηλό
ενεργειακό κόστος να
διατηρεί τις τιμές
υψηλές. Σε αυτό μπορεί
να προστεθούν τόσο η
χαμηλή ανεργία αλλά και
οι αυξήσεις μισθών που
ενισχύουν την αγοραστική
δύναμη. Όμως, οι
επιχειρήσεις συνήθως
μετακυλούν το υψηλό
κόστος στις τιμές, και
έτσι ενισχύουν την
ακρίβεια. Περαιτέρω, αν
οι φορολογικοί
συντελεστές αυξάνουν το
κόστος παραγωγής, τότε
διατηρούν και υψηλές
τιμές δημιουργώντας
κατάσταση ακρίβειας. Η
ακρίβεια, δηλαδή το
υψηλό επίπεδο τιμών,
μειώνεται όταν αρχίζει
να μειώνεται η συνολική
ζήτηση ή αυξάνεται η
προσφορά.
Επομένως, η ουσιαστική
μείωση της ακρίβειας,
δηλαδή του επιπέδου των
τιμών, αλλά και του
πληθωρισμού, απαιτεί ένα
πακέτο αποτελεσματικών
μέτρων. Τι συμβαίνει
στις μέρες μας και πως
μπορεί να μειωθεί η
ακρίβεια στα προϊόντα;
Γενικά, αυτό θα συμβεί
όταν οι αυξήσεις στο
ενεργειακό κόστος
σταματήσουν και οι
αυξήσεις των μισθών
ακολουθήσουν την
παραγωγικότητα, ώστε να
ενισχυθεί ο ανταγωνισμός
στις αγορές. Στη χώρα
μας, βλέπουμε να
υπάρχουν ταυτόχρονα
υψηλά επιτόκια, χαμηλή
ανεργία και αυξήσεις
μισθών-συντάξεων, ενώ ο
πληθωρισμός δεν είναι
σταθερός λόγω των
διεθνών εξελίξεων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι,
για να πέσουν οι τιμές
των προϊόντων, αυτό
είναι πιο δύσκολο από το
να μειωθεί απλώς ο
πληθωρισμός (εξάλλου
είδαμε ότι μειώθηκε
αισθητά μετά τη περίοδο
Covid).
Οι
τιμές συνήθως δεν
επιστρέφουν στα
προηγούμενα επίπεδα
άμεσα, απλώς σταματούν
να αυξάνονται τόσο
γρήγορα. Οπότε, πως
μπορεί να μειωθεί η
ακρίβεια στην πράξη; Η
απάντηση είναι ότι
χρειάζεται ένας
συνδυασμός μέτρων.
Μείωση του κόστους
ενέργειας, περισσότερος
ανταγωνισμός στην αγορά,
αύξηση της
παραγωγικότητας,
στοχευμένες φορολογικές
παρεμβάσεις αλλά και
επιπλέον προστασία της
κατοικίας. Με απλά
λόγια, με μειωμένες
τιμές του ηλεκτρικού
ρεύματος και των
καυσίμων, μειώνεται το
κόστος πολλών προϊόντων,
οι επιχειρήσεις παράγουν
περισσότερο και έτσι
μπορούν να προσφέρουν
χαμηλότερες τιμές. Έτσι
θα αυξηθεί η
παραγωγικότητα, και θα
σταθεροποιηθεί ο
πληθωρισμός. Αν έχουμε
περισσότερες
επιχειρήσεις σε μια
αγορά, τότε θα ενισχυθεί
ο ανταγωνισμός και θα
πιέσει τις τιμές προς τα
κάτω.
Σημαντικό ρόλο παίζουν
οι φορολογικές
παρεμβάσεις που πρέπει
να προσαρμόζονται κάθε
φορά στις ανάγκες της
αγοράς, έτσι η μείωση
έμμεσων φόρων (όπως για
παράδειγμα ο ΦΠΑ) μπορεί
να μειώσει τις τιμές,
αλλά αυτό θα πρέπει να
περάσει πραγματικά στον
καταναλωτή. Επίσης, το
κόστος της στεγαστικής
κάλυψης είναι σημαντικός
παράγοντας, και επομένως
πρέπει να δοθεί
περαιτέρω φορολογική
ελάφρυνση σε ιδιοκτήτες
που διαθέτουν ακίνητα
για μακροχρόνια μίσθωση.
Με
λίγα λόγια, η πιο
βιώσιμη λύση για την
αντιμετώπιση της
ακρίβειας στη χώρα μας
και σε άλλες χώρες της
ΕΕ είναι άμεσα να
μειωθεί το κόστος
παραγωγής και να
ενισχυθεί ο
ανταγωνισμός, ενώ
ταυτόχρονα η
νομισματική πολιτική να
διατηρεί τον πληθωρισμό
σε χαμηλά-σταθερά
επίπεδα. Έτσι αυξάνονται
οι πιθανότητες να
σταθεροποιηθούν ή και να
μειωθούν οι τιμές, χωρίς
να προκαλείται αύξηση
της ανεργίας και του
δημόσιου χρέους.
Στην Ελλάδα, τα
τελευταία χρόνια
εφαρμόστηκαν σημαντικά
οικονομικά μέτρα, όπως
επιδοτήσεις, μειώσεις
φόρων αλλά και αυξήσεις
στον κατώτατο μισθό για
ενίσχυση του
εισοδήματος. Αυτά
βοήθησαν αρκετά, αλλά
πρέπει να οδηγήσουν σε
περαιτέρω πτώση των
τιμών των προϊόντων,
ανεξάρτητα αν οι τιμές
στη χώρα μας είναι
φθηνότερες από τον μέσο
όρο της ΕΕ. Τα μέτρα
είχαν ως στόχευση την
επιβράδυνση του ρυθμού
αύξησης των τιμών, όμως
τα διεθνή γεγονότα το
τελευταίο διάστημα
(αύξηση των τιμών
ενέργειας και άλλων
βασικών πρώτων υλών) δεν
βοηθούν ώστε να λυθεί
μόνιμα το πρόβλημα της
ακρίβειας.
Τι
θα μπορούσε επιπλέον να
γίνει στην Ελλάδα; Ένας
συνδυασμός πολιτικών με
έμφαση σε επενδύσεις σε
ΑΠΕ ώστε να μειωθεί το
ενεργειακό κόστος,
αυστηρότερη εποπτεία
αγορών, στοχευμένη
στήριξη της αγροτικής
παραγωγής και της
μεταποίησης, περαιτέρω
μείωση της
γραφειοκρατίας για τις
επιχειρήσεις, και
χαμηλότερα επιτόκια
δανεισμού με στόχο την
ενίσχυση της ρευστότητας
των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων (ΜμΕ),
είναι κάποια μέτρα που
πρέπει να ληφθούν υπόψη.
Επιπλέον, η μείωση του
πληθωρισμού είναι επίσης
άμεση προτεραιότητα για
πολλούς λόγους.
Χαμηλός-σταθερός
πληθωρισμός 2%
αντιπροσωπεύει ένα
επίπεδο πληθωρισμού που
θα υποστηρίξει την
οικονομική ανάπτυξη. Ο
πληθωρισμός είναι μια
γενική, διαρκής ανοδική
κίνηση στο επίπεδο των
τιμών ή στις συνολικές
τιμές για μια ορισμένη
χρονική περίοδο, αντί
για την τιμή ενός
μεμονωμένου αγαθού. Όταν
τα νοικοκυριά και οι
επιχειρήσεις μπορούν να
αναμένουν ότι ο
πληθωρισμός θα
παραμείνει χαμηλός και
σταθερός, είναι σε θέση
να λαμβάνουν ορθές
αποφάσεις σχετικά με την
αποταμίευση, τον
δανεισμό και τις
επενδύσεις, γεγονός που
συμβάλλει σε μια εύρυθμη
λειτουργία της
οικονομίας.
Τι
συμβαίνει όμως σε
περιόδους υψηλού
πληθωρισμού; Ορισμένοι
οικονομολόγοι λένε ότι η
λύση για τον πληθωρισμό
είναι περισσότερος
πληθωρισμός, αφού τελικά
οι υψηλές τιμές θα
εξαφανίσουν τη ζήτηση.
Από την άλλη, οι
κεντρικές τράπεζες
θεωρούν ότι η ιδανική
λύση για τον πληθωρισμό
είναι τα υψηλότερα
επιτόκια, όμως αυτό δεν
φαίνεται ότι λειτουργεί
πάντα αφού δεν μειώνει
αποτελεσματικά τον
πληθωρισμό. Πρόσφατη
επιστημονική μελέτη για
τις ΗΠΑ δείχνει ότι, η
αποστροφή των ανθρώπων
προς τον πληθωρισμό
είναι γιατί μειώνει την
αγοραστική τους δύναμη,
όταν οι προσωπικές και
οι γενικές αυξήσεις
μισθών δεν συμβαδίζουν
με τον ρυθμό αύξησης των
τιμών. Ο υψηλός
πληθωρισμός προκαλεί
επίσης αίσθημα
ανισότητας, καθώς οι
μισθοί των ατόμων με
υψηλό εισόδημα θεωρείται
ότι αυξάνονται ταχύτερα
εν μέσω πληθωρισμού, ενώ
οι πιθανές θετικές
συσχετίσεις του
πληθωρισμού με τη
μειωμένη ανεργία ή την
ενισχυμένη οικονομική
δραστηριότητα, συνήθως
δεν αναγνωρίζονται από
τους πολίτες. Είναι
γεγονός ότι, ο
πληθωρισμός κατατάσσεται
υψηλά σε προτεραιότητα
μεταξύ διαφόρων
οικονομικών και
κοινωνικών ζητημάτων,
οπότε είναι σημαντικό
στις μέρες μας να
αντιμετωπισθεί με
αποτελεσματικά μέτρα που
θα μειώνουν τις τιμές.
Συνεπώς στην πράξη, η
μείωση της ακρίβειας
δηλαδή το υψηλό επίπεδο
των τιμών, δεν
επιτυγχάνεται συνήθως με
ένα μόνο μέτρο, αλλά με
συνδυασμό μέτρων όπως
είναι η αύξηση της
παραγωγικότητας, το
χαμηλό κόστος ενέργειας
και ο αποτελεσματικός
ανταγωνισμός των
επιχειρήσεων που θα
σταθεροποιήσουν τον
πληθωρισμό. Η
οικονομική ενίσχυση για
την κάλυψη του κόστους
καυσίμων, η επιστροφή
ενοικίου και άλλα
επιδόματα είναι
σημαντικά μέτρα και
γίνονται αποδεκτά, αλλά
χρειάζονται επιπλέον
εργαλεία για να μειώσουν
σημαντικά τις τιμές των
προϊόντων στη χώρα μας.
Αν
ο άμεσος στόχος είναι
ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα
για τη μείωση της
ακρίβειας, θα πρέπει να
περιλαμβάνει μέτρα που
να αντιμετωπίζουν το
υψηλό κόστος παραγωγής
και τις υψηλές τιμές
καθώς και να ενισχύουν
την αγοραστική δύναμη
των πολιτών λαμβάνοντας
υπόψη ότι οι
γεωπολιτικοί κίνδυνοι
και οι εντάσεις φαίνεται
ότι δεν θα τερματίσουν
εύκολα. Έτσι προτείνεται
ένα ισορροπημένο πακέτο
μέτρων με διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις που
ενισχύουν τις επενδύσεις
και τον ανταγωνισμό,
ώστε να αυξάνονται οι
πιθανότητες να
περιοριστεί η ακρίβεια
και το επίπεδο του
πληθωρισμού άμεσα και με
τρόπο που να έχει
διάρκεια.
Εξετάζοντας το επίπεδο
του πληθωρισμού στις
χώρες του Ευρωπαϊκού
Νότου (Πορτογαλία,
Ιταλία, Ιρλανδία,
Ελλάδα, Ισπανία) τον
Ιούλιο 2026, βλέπουμε
ότι οι τέσσερις πρώτες
χώρες έχουν πληθωρισμό
περίπου 3% (3,1%, 2,9%,
3,1%, 2,7%, αντίστοιχα),
ενώ η Ισπανία
παρουσιάζει πληθωρισμό
3,8%, σύμφωνα με τα
τελευταία στοιχεία της
Eurostat. Οι χώρες αυτές
αναπτύσσονται με ρυθμούς
ταχύτερους από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης και
παρουσιάζουν σημαντικά
οικονομικά μεγέθη.
Συγκεκριμένα, η
Πορτογαλία παρουσιάζει
χαμηλή ανεργία,
δημοσιονομική πειθαρχία
και σημαντικές ξένες
επενδύσεις. Η Ισπανία
παρουσιάζει ισχυρή
ανάπτυξη με άνοδο του
ΑΕΠ και της απασχόλησης,
ενώ η Ιρλανδία
παρουσιάζει σημαντική
οικονομική ανάκαμψη με
ένα από τα υψηλότερα
επίπεδα απασχόλησης στην
ΕΕ.
Ειδικότερα το μοντέλο
της Ιρλανδικής
οικονομίας με υψηλούς
ρυθμούς ανάπτυξης,
χαμηλό δημόσιο χρέος,
χαμηλή φορολογία
επιχειρήσεων και
πληθωρισμό στα επίπεδα
του μέσου όρου της
Ευρωζώνης, είναι ένα
σημαντικό παράδειγμα. Η
Ιρλανδία, με πληθυσμό
σχεδόν στο μισό της
Ελλάδας, παρουσιάζει τα
τελευταία χρόνια υψηλό
ΑΕΠ που βασίζεται κυρίως
σε πολυεθνικές εταιρείες
με έμφαση στην έρευνα,
τη τεχνολογία και την
ανάπτυξη (R&D) και
ενισχύουν σημαντικά την
εγχώρια οικονομία. Η
ανάπτυξη των εταιρειών
αυτών, αυξάνει την
παραγωγικότητα και τους
μισθούς, μειώνει την
ανεργία, ενώ ελέγχει τα
επίπεδα του πληθωρισμού.
Παρατηρείται ότι η
ισχυρή μακροοικονομική
ανάπτυξη στην Ιρλανδία
καλύπτει σε πολλές
περιπτώσεις το αυξημένο
κόστος ζωής, παρόλο τη
μείωση του ΑΕΠ το
τελευταίο τρίμηνο.
Επομένως, το μοντέλο της
Ιρλανδίας, που δίνει
έμφαση στην ενίσχυση των
επιχειρήσεων, είναι ένα
παράδειγμα ανάπτυξης.
Πώς
μπορεί να προσαρμοστεί η
ελληνική οικονομία σε
ένα νέο μοντέλο
ανάπτυξης και
δημοσιονομικής
σταθερότητας με
δεδομένες τις διεθνείς
εξελίξεις; Η Ελλάδα
μπορεί να ακολουθήσει το
Ιρλανδικό παράδειγμα,
δηλαδή να προσελκύσει
περισσότερες ξένες
άμεσες επενδύσεις με
προτεραιότητα στην
καινοτομία με ανάλογο
φορολογικό περιβάλλον,
δίνοντας έμφαση στη
ποιοτική σύνδεση
πανεπιστημίων με την
αγορά εργασίας αλλά και
με αλλαγή του
οικονομικού υποδείγματος
με προτεραιότητα στις
εξαγωγές. Επιπλέον,
ακολουθώντας άλλα
παραδείγματα όπως, τη
δημοσιονομική πειθαρχία
και την ενίσχυση των ΜμΕ
της Πορτογαλίας, το
σταθερό ρυθμό
απασχόλησης της Ιταλίας,
και τη πολιτική
αναβάθμισης των υποδομών
και του τουριστικού
μοντέλου της Ισπανίας, η
Ελλάδα μπορεί να
διαμορφώσει ένα υβριδικό
μοντέλο ανάπτυξης με
γνώμονα τη διατήρηση της
πολιτικής και
δημοσιονομικής
σταθερότητας.
Με
μια περαιτέρω φορολογική
μεταρρύθμιση
(φορολογικές ελαφρύνσεις
με ενίσχυση της
οικονομικής
δραστηριότητας-παραγωγικότητας)
και παραγωγικό
μετασχηματισμό με ένα
σταθερό πλαίσιο για
επενδύσεις, μπορούμε να
μιλάμε για οικονομική
αποτελεσματικότητα για
το σύνολο της οικονομίας
δίνοντας έμφαση σε
τομείς ανάπτυξης όπως η
ενέργεια, η τεχνολογία
(data centers), η
εφοδιαστική αλυσίδα, η
φαρμακοβιομηχανία, η
αγροτοδιατροφή και ο
θεματικός τουρισμός. Με
απλά λόγια, επενδύοντας
σε τομείς που ενισχύουν
την παραγωγικότητα
(τεχνολογία, φάρμακα,
τρόφιμα, τουρισμός) και
μειώνουν τα κόστη
(ενέργεια, μεταφορές),
τότε η οικονομία παράγει
περισσότερο
πετυχαίνοντας ισχυρή
ανάπτυξη με σταθερές
τιμές. Συμπερασματικά, η
πολιτική ανάπτυξης της
ελληνικής οικονομίας με
χαμηλό πληθωρισμό και
χαμηλά επίπεδα τιμών
είναι μια δύσκολη
εξίσωση. Σε μια εποχή
έντονης αστάθειας και
αβεβαιότητας που
προκαλεί ο πόλεμος στη
Μέση Ανατολή, που όμως
οι ξένες επενδύσεις στην
Ελλάδα έφτασαν σε
ιστορικά υψηλά επίπεδα,
αναμφισβήτητα η χώρα μας
έχει σημειώσει σημαντική
πρόοδο στη μείωση του
χρέους και των
ελλειμμάτων, ενώ έχουν
διοχετευθεί σημαντικοί
πόροι στην οικονομία μας
και όλοι μιλάνε για το
οικονομικό θαύμα της
Ελλάδας. Έτσι, είναι
πλέον προτεραιότητα η
άμεση αντιμετώπιση της
ακρίβειας με ένα νέο
πακέτο μέτρων, όπου η
ανάπτυξη θα επιστρέφει
στη κοινωνία προς όφελος
της οικονομικής
ευημερίας των πολιτών.
* Ο Χρήστος Φλώρος είναι
Μέλος του Συμβουλίου
Διοίκησης του Ελληνικού
Μεσογειακού
Πανεπιστημίου (ΕΛΜΕΠΑ),
Καθηγητής
Χρηματοοικονομικής στο
Τμήμα Λογιστικής και
Χρηματοοικονομικής του
ΕΛΜΕΠΑ, τ. Αντιπρύτανης
ΕΛΜΕΠΑ.
Πρώτη δημοσίευση στο
Money Review
|