|
Οι συνέπειες δεν είναι
αμελητέες. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις του ΔΝΤ, τα
εμπόδια που εξακολουθούν
να υφίστανται εντός της
Ευρώπης ενδέχεται να
αντιστοιχούν σε
δασμολογικό ισοδύναμο
περίπου 110% στις
υπηρεσίες και 44% στα
αγαθά. Τα μεγέθη αυτά
δείχνουν ότι ο
εσωτερικός
κατακερματισμός της
αγοράς δεν αποτελεί
τεχνική λεπτομέρεια,
αλλά κρίσιμο παράγοντα
για την αναπτυξιακή
δυναμική της ΕΕ.
Σε αυτό το πλαίσιο
αποκτά σημασία ένα
ερώτημα που μέχρι
πρόσφατα θεωρούνταν
μάλλον νομοτεχνικό:
πρέπει η ΕΕ να βασίζεται
περισσότερο σε
Κανονισμούς και λιγότερο
σε Οδηγίες;
Οι Οδηγίες δεσμεύουν τα
κράτη-μέλη στα οποία
απευθύνονται ως προς το
επιδιωκόμενο αποτέλεσμα,
αφήνοντάς τους περιθώριο
ως προς τον τρόπο
ενσωμάτωσης στο εθνικό
δίκαιο. Η ευελιξία αυτή
υπήρξε ιστορικά χρήσιμη.
Επέτρεψε την προσαρμογή
των ενωσιακών κανόνων
στις διαφορετικές
εθνικές έννομες τάξεις
και διατήρησε έναν ρόλο
για τα εθνικά
κοινοβούλια. Το ίδιο
χαρακτηριστικό, όμως,
μπορεί να λειτουργήσει
ως πηγή κατακερματισμού,
ιδίως όταν η ενσωμάτωση
είναι εκπρόθεσμη ή
πλημμελής.
Γι’
αυτό, σε ορισμένους
τομείς ενισχύεται η
προτίμηση προς τους
Κανονισμούς, οι οποίοι
έχουν γενική ισχύ,
δεσμεύουν ως προς όλα τα
μέρη τους και
εφαρμόζονται άμεσα στα
κράτη-μέλη. Η επιλογή
αυτή υπόσχεται
μεγαλύτερη ομοιομορφία.
Δεν αποτελεί όμως
πανάκεια. Ακόμη και οι
άμεσα εφαρμοστέοι
κανόνες εξαρτώνται από
τις εθνικές διοικήσεις
και τις εποπτικές αρχές.
Το
ουσιώδες, συνεπώς, δεν
είναι μόνο η επιλογή
μεταξύ Οδηγιών και
Κανονισμών. Είναι η
ποιότητα της εφαρμογής.
Η ενιαία αγορά
χρειάζεται διοικητική
σύγκλιση, συνεπέστερη
εποπτεία και
αποτελεσματικότερη
επιβολή των κοινών
κανόνων. Χρειάζεται,
τελικά, ισορροπία:
αρκετή ευελιξία για τις
εθνικές ιδιαιτερότητες,
αλλά και περισσότερη
ομοιομορφία ώστε να
λειτουργεί πράγματι ως
ενιαία.
*Ο
κ. Απόστολος Σαμαράς
είναι διδάκτωρ
Ευρωπαϊκού Δικαίου
Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ,
δικηγόρος, ερευνητής στο
ΕΛΙΑΜΕΠ
|