|
Η
απάντηση δεν μπορεί να
είναι λιγότερες
επενδύσεις. Η Ελλάδα
έχει πετύχει σημαντική
αποκλιμάκωση του
δημόσιου χρέους και η
διατήρηση της
δημοσιονομικής
αξιοπιστίας της αποτελεί
προτεραιότητα. Αυτό,
όμως, δεν σημαίνει
περιορισμό των
παραγωγικών επενδύσεων.
Οι σωστά σχεδιασμένες
επενδύσεις δημιουργούν
υποδομές, αυξάνουν την
παραγωγικότητα, μειώνουν
το κόστος για
επιχειρήσεις και πολίτες
και ενισχύουν την
ανταγωνιστικότητα. Η
ανάπτυξη που δημιουργούν
συμβάλλει στη
μακροπρόθεσμη
βιωσιμότητα των δημόσιων
οικονομικών.
Το
πραγματικό δίλημμα,
όμως, δεν είναι
επενδύσεις ή
δημοσιονομική
σταθερότητα. Είναι πώς
θα εξασφαλίσουμε
περισσότερες παραγωγικές
επενδύσεις, διατηρώντας
τη δημοσιονομική πρόοδο
που έχει κατακτηθεί.
Αυτό απαιτεί αλλαγή
φιλοσοφίας: από την
απορρόφηση πόρων στη
μόχλευσή τους. Δεν αρκεί
να μετράμε πόσους
δημόσιους ή ευρωπαϊκούς
πόρους διαθέτουμε.
Πρέπει να εξετάζουμε
πόσες συνολικές
επενδύσεις μπορούμε να
κινητοποιήσουμε με κάθε
διαθέσιμο ευρώ.
Η
εμπειρία του Ταμείου
Ανάκαμψης δείχνει πώς
μπορεί να λειτουργήσει
αυτό στην πράξη. Η
Ελλάδα εμπιστεύθηκε στην
Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων τη διαχείριση
5 δισ. ευρώ από το
δανειακό σκέλος του ΤΑΑ,
ώστε οι πόροι αυτοί να
συνδυαστούν με
χρηματοδότηση της ΕΤΕπ
και ιδιωτικά κεφάλαια.
Ηδη στην πρώτη φάση, 500
εκατ. ευρώ πόρων του ΤΑΑ
που διαχειρίστηκε η ΕΤΕπ
κινητοποίησαν πάνω από 1
δισ. ευρώ ιδιωτικών
επενδύσεων. Παράλληλα,
400 εκατ. ευρώ μέσω του
Ευρωπαϊκού Ταμείου
Επενδύσεων μπορούν να
κινητοποιήσουν πάνω από
1,5 δισ. ευρώ νέας
χρηματοδότησης.
Αυτή είναι η
σημαντικότερη
παρακαταθήκη για την
επόμενη ημέρα: οι
ευρωπαϊκοί πόροι δεν
πρέπει απλώς να
δαπανώνται, αλλά να
λειτουργούν ως καταλύτες
για μεγαλύτερες
επενδύσεις.
Σε
αυτό το μοντέλο, η ΕΤΕπ
μπορεί να διαδραματίσει
καθοριστικό ρόλο. Οχι ως
υποκατάστατο του Ταμείου
Ανάκαμψης ούτε απλώς ως
ακόμη μία πηγή
χρηματοδότησης. Η
προστιθέμενη αξία της
βρίσκεται στη δυνατότητά
της να συνδυάζει
μακροπρόθεσμη
χρηματοδότηση με τεχνική
τεχνογνωσία και
συμβουλευτική
υποστήριξη,
κινητοποιώντας παράλληλα
πρόσθετα δημόσια και
ιδιωτικά κεφάλαια.
Το
επενδυτικό κενό,
άλλωστε, δεν είναι μόνο
χρηματοδοτικό. Είναι και
ζήτημα ωρίμανσης έργων.
Οι μεγάλες επενδύσεις
απαιτούν μελέτες,
τεχνικό σχεδιασμό,
αδειοδοτήσεις και ισχυρή
ικανότητα υλοποίησης. Η
τεχνική βοήθεια δεν
αποτελεί δευτερεύουσα
υπηρεσία, αλλά συχνά την
προϋπόθεση για να
μετατραπεί μια
χρηματοδοτική δυνατότητα
σε πραγματικό έργο.
Η
συνεργασία Ελλάδας και
ΕΤΕπ έχει αποδείξει την
αξία της και σε
δυσκολότερες συνθήκες.
Στα χρόνια της
οικονομικής κρίσης, όταν
η πρόσβαση της χώρας
στις διεθνείς αγορές
ήταν εξαιρετικά
περιορισμένη, η ΕΤΕπ
παρέμεινε παρούσα. Από
την έναρξη της κρίσης
έως το 2019 διέθεσε
περισσότερα από 20 δισ.
ευρώ για έργα στην
Ελλάδα.
Η
παρουσία της ΕΤΕπ δεν
περιορίστηκε στις
περιόδους ανάπτυξης.
Παρέμεινε σταθερή και
όταν οι οικονομικές
συνθήκες ήταν ιδιαίτερα
δύσκολες.
Η
επόμενη ημέρα δεν
απαιτεί να περιμένουμε
ένα νέο Ταμείο
Ανάκαμψης. Απαιτεί ένα
πιο μόνιμο και ώριμο
επενδυτικό μοντέλο, με
καλύτερα προετοιμασμένα
έργα, έξυπνη αξιοποίηση
των δημόσιων πόρων,
μεγαλύτερη μόχλευση και
στρατηγικούς εταίρους
που μπορούν να
κινητοποιήσουν κεφάλαια
και τεχνογνωσία.
Το
επόμενο στοίχημα είναι
να μετατρέψουμε τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
σε επενδυτική δύναμη και
κάθε διαθέσιμο δημόσιο
ευρώ σε πολλαπλάσια
επένδυση.
Σε
αυτή την προσπάθεια, η
Ελλάδα έχει έναν εταίρο
που έχει ήδη αποδείξει
την αξία του.
Η
ΕΤΕπ ήταν εδώ τότε. Και
είναι εδώ και τώρα.
O
Γιάννης Τσακίρης είναι
αντιπρόεδρος της ΕΤΕπ
Πρώτη δημοσίευση
Τα Νέα
|