|
Το AfD έχει αποδειχθεί
ιδιαίτερα αποτελεσματικό
στην πολιτική
κινητοποίηση αυτών των
συναισθημάτων. Υπόσχεται
να ανατρέψει εξελίξεις
και να επιστρέψει σε ένα
υποτιθέμενα καλύτερο
παρελθόν. Το ότι αυτή η
επιστροφή αποτελεί
ψευδαίσθηση – και ότι οι
«παλιές καλές εποχές»
δεν ήταν στην
πραγματικότητα τόσο
καλές όσο παρουσιάζονται
– ελάχιστα φαίνεται να
μειώνει την
ελκυστικότητα αυτών των
αντιδραστικών μηνυμάτων.
Ωστόσο, το αίσθημα της
απώλειας δεν αρκεί για
να εξηγήσει τη
φαινομενικά ασταμάτητη
άνοδο του AfD. Η
Γερμανία βιώνει εδώ και
χρόνια οικονομική
αδυναμία. Η χαμηλή
ανάπτυξη και ο βαθύς
μετασχηματισμός της
βιομηχανίας τροφοδοτούν
φόβους για σταδιακή
αποβιομηχάνιση, η οποία
σε ορισμένες περιοχές
έχει ήδη αρχίσει. Η
ανασφάλεια για την
εργασία, η ακρίβεια, οι
υπαρξιακές αγωνίες και
οι αμφιβολίες για το
μέλλον του κοινωνικού
κράτους κλονίζουν την
πίστη στο γερμανικό
μοντέλο επιτυχίας και
εξηγούν τη βαθιά κρίση
εμπιστοσύνης.
Υπάρχει, βεβαίως, και το
Μεταναστευτικό. Το AfD
ιδρύθηκε το 2013 ως
κόμμα διαμαρτυρίας κατά
της γερμανικής πολιτικής
στην κρίση του ευρώ. Η
προσφυγική κρίση και η
φιλελεύθερη
μεταναστευτική πολιτική
της Ανγκελα Μέρκελ το
μετέτρεψαν σε πολιτική
δύναμη με πολύ
μεγαλύτερη δυνατότητα
κινητοποίησης.
Μετανάστευση, εσωτερική
ασφάλεια και εθνική
ταυτότητα παραμένουν
βασικά του θέματα.
Θα
ήταν, όμως,
παραπλανητικό να
χαρακτηρίζεται το AfD
απλώς κόμμα
διαμαρτυρίας. Σημαντικό
μέρος των ψηφοφόρων του
το στηρίζει από πολιτική
πεποίθηση. Το εκλογικό
του σώμα είναι
ετερογενές: η
πλειονότητα είναι
σκληροί συντηρητικοί,
ενώ πολλοί προέρχονται
από την εργατική τάξη,
άλλοτε προπύργιο της
Σοσιαλδημοκρατίας.
Υπάρχει παράλληλα ένας
σκληρός ακροδεξιός και
αντιδημοκρατικός
πυρήνας. Το γερμανικό
κομματικό σύστημα
μετασχηματίζεται ριζικά.
Το AfD είναι ο μεγάλος
κερδισμένος, το ιστορικό
Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα
ο μεγάλος χαμένος.
Στη Σαξονία-Ανχαλτ οι
εξελίξεις αυτές
εμφανίζονται
μεγεθυμένες. Το AfD
ξεπερνά στις
δημοσκοπήσεις το 40%,
έναντι περίπου 20% του
CDU, ενώ οι
Σοσιαλδημοκράτες
βρίσκονται κάτω από 10%.
Οι Χριστιανοδημοκράτες
κυβερνούν το κρατίδιο
επί δύο και πλέον
δεκαετίες. Μετά την
αποχώρηση του δημοφιλούς
πρωθυπουργού τους και εν
μέσω γενικευμένης
δυσαρέσκειας με την
ομοσπονδιακή κυβέρνηση
στο Βερολίνο, έχει
διαμορφωθεί ισχυρό κλίμα
πολιτικής αλλαγής.
Η
ψήφος των περίπου 1,7
εκατ. εκλογέων της
Σαξονίας-Ανχαλτ την
ερχόμενη Κυριακή έχει
σημασία πολύ πέρα από τα
όρια αυτού του
ανατολικογερμανικού
κρατιδίου. Το AfD στη
Σαξονία-Ανχαλτ έχει
επισήμως χαρακτηριστεί
από την Υπηρεσία
Προστασίας του
Συντάγματος ως
αποδεδειγμένα ακροδεξιά
εξτρεμιστική οργάνωση. Η
ανάληψη της εξουσίας θα
αποτελούσε ιστορική
εξέλιξη και, για πολλούς
δημοκράτες και
φιλελεύθερους,
κατάρρευση ενός
πολιτικού ταμπού: για
πρώτη φορά στη Γερμανία,
ένα κόμμα της Ακροδεξιάς
θα αναλάμβανε την
εξουσία σε ομόσπονδο
κρατίδιο.
Οι
ιστορικές
προειδοποιήσεις είναι
προφανείς. Ομως το
Βερολίνο δεν είναι
Βαϊμάρη και το AfD δεν
είναι το ναζιστικό
κόμμα. Η Ομοσπονδιακή
Δημοκρατία διαθέτει
σταθερούς θεσμούς και
ένα Σύνταγμα
διαμορφωμένο από τα
διδάγματα της γερμανικής
καταστροφής των
δεκαετιών του 1930 και
1940. Οι ιστορικοί
παραλληλισμοί και οι
συγκρίσεις με τους Ναζί
δεν λύνουν το πρόβλημα –
πόσο μάλλον όταν δύσκολα
θα μεταπείσουν έστω και
έναν ψηφοφόρο του AfD.
Το
κρίσιμο είναι το εδώ και
τώρα. Η άνοδος του AfD
θα ανακοπεί μόνο όταν τα
δημοκρατικά κόμματα
δώσουν πειστικές
απαντήσεις στους φόβους
απώλειας τόσων ανθρώπων:
αποτελεσματική
μεταναστευτική πολιτική,
οικονομικές προοπτικές,
κοινωνική ασφάλεια και,
πάνω απ’ όλα,
αποκατάσταση της
εμπιστοσύνης στην
πολιτική.
Δυστυχώς, γρήγορες
λύσεις δεν διαφαίνονται.
Ο
δρ Ρόναλντ Μάιναρντους
είναι κύριος ερευνητής
στο Ελληνικό Ιδρυμα
Ευρωπαϊκής και
Εξωτερικής Πολιτικής
(ΕΛΙΑΜΕΠ)
Πρώτη δημοσίευση στα Νέα
|