|
O
Κρούγκμαν είχε φυσικά
δίκιο· αυτό που προέχει
είναι η βελτίωση της
παραγωγικότητας.
Δικαιώθηκε μάλιστα για
την κριτική του, καθώς η
βελτίωση της
παραγωγικότητας της
αμερικάνικης οικονομίας
τη δεκαετία του 1990,
μέσω της ενσωμάτωσης
νέων τεχνολογιών,
οδήγησε σε θεαματική
οικονομική ανάπτυξη. Η
αδυναμία της Ευρώπης να
ακολουθήσει, αποτέλεσε
την αφορμή για σειρά
ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών,
ξεκινώντας από την
περίφημη Στρατηγική της
Λισσαβόνας το 2000, η
οποία στόχευε να
καταστήσει την ΕΕ την
«πιο ανταγωνιστική και
δυναμική οικονομία της
γνώσης στον κόσμο […]
έως το 2010». Η
συγκεκριμένη στρατηγική
απέτυχε βέβαια, όπως σε
μεγάλο βαθμό και αυτές
που ακολούθησαν.
Ωστόσο, η εποχή μας δεν
έχει τα ίδια
χαρακτηριστικά με εκείνα
της δεκαετίας του 1990 ή
έστω του 2000. Η άνοδος
της Κίνας, με το
οικονομικό της μέγεθος
αλλά και με τη χρήση
αντισυμβατικών και συχνά
αθέμιτων πολιτικών -από
τη χειραγώγηση του
νομίσματος, έως την
απευθείας επιδότηση
εξαγωγικών επιχειρήσεων
και κλάδων- οδήγησε στο
περίφημο «Κινεζικό Σοκ»
στην οικονομία των ΗΠΑ.
Η αμερικανική οικονομία
και ιδίως η αγορά
εργασίας, δεν κατάφερε
να προσαρμοστεί στην
πλημμύρα των κινεζικών
εισαγωγών όπως θα
ανέμενε η οικονομική
θεωρία. Παραδοσιακές
βιομηχανικές περιοχές
πλήγηκαν δυσανάλογα, δεν
κατάφεραν να
επανακάμψουν και
τροφοδότησαν την άνοδο
του λαϊκισμού στις ΗΠΑ
(και σε άλλα μέρη του
κόσμου). Η Κίνα διέψευσε
σε ένα βαθμό την
επιχειρηματολογία του
Κρούγκμαν που προϋπέθετε
μια αποτελεσματική
διεθνή αγορά που
λειτουργούσε επί ίσοις
όροις. Ο ίδιος ο
Κρούγκμαν μάλιστα ήδη
από τα τέλη της
δεκαετίας του 2000
άρχισε να τάσσεται υπέρ
μέτρων για την
αντιμετώπιση των
παράτυπων πρακτικών της
Κίνας.
Εάν
στην άνοδο της Κίνας
-και την αντίδραση των
ΗΠΑ- προσθέσουμε και τις
γεωπολιτικές αναταράξεις
και μετασχηματισμούς των
τελευταίων ετών, είναι
προφανές ότι βρισκόμαστε
σε μια εποχή όπου η ιδέα
μιας απελευθερωμένης,
αποτελεσματικής διεθνούς
αγοράς έχει τρωθεί
ανεπανόρθωτα. Αυτό δεν
σημαίνει βέβαια ότι η ΕΕ
πρέπει να πέσει στην
παγίδα μιας ρητορικής
που προάγει τη λογική
του παιγνίου του
μηδενικού αθροίσματος.
Ευτυχώς, η έκθεση
Ντράγκι, η οποία έχει
υιοθετηθεί ως οδηγός του
σχεδιασμού της ΕΕ στο
πεδίο αυτό, ακολουθεί
μια μέση οδό, που
εστιάζει στα σημαντικά
χωρίς να είναι αφελής.
Παρότι ο τίτλος της
έκθεσης αναφέρεται στην
ανταγωνιστικότητα, η
εστίαση των προτάσεων
του Ντράγκι είναι σαφής:
«Ο βασικός στόχος μιας
ατζέντας για την
ανταγωνιστικότητα θα
πρέπει να είναι η αύξηση
της παραγωγικότητας, η
οποία είναι η
σημαντικότερη κινητήρια
δύναμη της
μακροπρόθεσμης ανάπτυξης
[…]. Η προώθηση της
ανταγωνιστικότητας δεν
πρέπει να
αντιμετωπίζεται με τη
στενή έννοια ενός
παιγνίου μηδενικού
αθροίσματος που
επικεντρώνεται στην
κατάκτηση μεριδίων της
παγκόσμιας αγοράς και
στην αύξηση των
εμπορικών πλεονασμάτων.
Δεν θα πρέπει επίσης να
οδηγήσει σε πολιτικές
υπεράσπισης «εθνικών
πρωταθλητών» που μπορούν
να καταπνίξουν τον
ανταγωνισμό και την
καινοτομία…».
Είναι σαφές ότι ο
Ντράγκι υιοθετεί τη
βασική επιχειρηματολογία
του Κρούγκμαν, και
προειδοποιεί για τους
κινδύνους του κλασικού,
συγκρουσιακού αφηγήματος
της ανταγωνιστικότητας.
Από την άλλη πλευρά, σε
άλλα σημεία της έκθεσης
αναγνωρίζεται ρητά το
γεγονός ότι το διεθνές
εμπορικό σύστημα
βρίσκεται σε κρίση, και
ότι συχνά οι ευρωπαϊκές
εταιρείες αντιμετωπίζουν
αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ
αναδεικνύει ως σημαντική
πρόκληση και το νέο
πλαίσιο (αν)ασφάλειας
της Ευρώπης. Γι’ αυτό
προτείνει μια Ευρωπαϊκή
βιομηχανική στρατηγική,
η οποία δίνει έμφαση σε
δράσεις βελτίωσης της
παραγωγικότητας, αλλά
ταυτόχρονα προκρίνει και
αντίμετρα έναντι
αθέμιτων πρακτικών της
Κίνας, ή επιδοτήσεις σε
στρατηγικούς τομείς.
Δυστυχώς, συχνά τα μέτρα
που προτείνονται από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ή
αυτά που προκρίνονται
από τα κράτη μέλη, από
τις προτάσεις της
Επιτροπής, αφορούν
περισσότερο τη λογική
-και ρητορική- της
ανταγωνιστικότητας και
λιγότερο εκείνη της
παραγωγικότητας.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι η
κριτική που ασκείται στη
νέα νομοθεσία για τις
κρίσιμες πρώτες ύλες,
την οποία παρουσίασε σε
ομιλία της η καθηγήτρια
Simmona Iammarino, σε
πρόσφατη ομιλία της στην
Αθήνα. Όπως περιέγραψε η
γνωστή καθηγήτρια, η νέα
ευρωπαϊκή νομοθεσία
περιλαμβάνει πολύ
φιλόδοξους στόχους ώστε
να περιοριστεί η
εξάρτηση της ΕΕ σε
κρίσιμες πρώτες ύλες από
την Κίνα έως το 2030. Οι
στόχοι ωστόσο,
διατυπώνονται χωρίς να
αναγνωρίζεται η έλλειψη
ορυχείων στην Ευρώπη,
για την εξαγωγή σπάνιων
γαιών, η ανάπτυξη των
οποίων χρειάζεται 10-15
χρόνια, αλλά και η
έλλειψη τεχνογνωσίας για
την επεξεργασία των υλών
αυτών, ως αποτέλεσμα
αποφάσεων του
παρελθόντος που ήθελαν
την Ευρώπη χωρίς
εξορυκτικές
δραστηριότητες για
περιβαλλοντικούς λόγους.
Προφανώς, η αποτυχία
επίτευξης των στόχων
είναι προδιαγεγραμμένη,
ενώ η συζήτηση για τις
εξορυκτικές
δραστηριότητες, τις
μαζικές επενδύσεις που
απαιτούνται και τις
απαιτούμενες δεξιότητες
και τεχνογνωσία
παραμένει περιορισμένη.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Στο άρθρο του, ο
Κρούγκμαν δίνει τη δική
του εξήγηση· οι
πολιτικοί ηγέτες
βρίσκουν το αφήγημα της
ανταγωνιστικότητας
χρήσιμο ως εργαλείο
πολιτικής επικοινωνίας.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί
για να δικαιολογήσουν
δύσκολες αποφάσεις ή για
να τις αποφύγουν
δημιουργώντας
εξωτερικούς
αποδιοπομπαίους τράγους
για τα οικονομικά
προβλήματα της χώρας. Το
πρώτο σενάριο θα
μπορούσε να είναι
θετικό, εφόσον η
ανταγωνιστικότητα
χρησιμοποιείται για την
προώθηση των αναγκαίων
μεταρρυθμίσεων και
επενδύσεων για τη
βελτίωση της
παραγωγικότητας.
Δυστυχώς, προς το παρόν
τουλάχιστον, βλέπουμε
περισσότερο διακηρύξεις
για φιλόδοξα σχέδια
αντιμετώπισης των
εξωτερικών «εχθρών» και
λιγότερο φιλόδοξα μέτρα
αντιμετώπισης των
εσωτερικών αδυναμιών της
ΕΕ.
* Ο
Δημήτρης Χ. Κατσίκας
είναι Αναπληρωτής
Καθηγητής ΕΚΠΑ, Κύριος
Ερευνητής ΕΛΙΑΜΕΠ και
Πρόεδρος του ΣΔ, ΕΔΕΠΟ.
Πρώτη δημοσίευση στο
Money Review
|