|
Το
πρόβλημα έγκειται στο
LNG που προέρχεται εκτός
Κατάρ: για τις ποσότητες
αυτές η Ευρώπη
ανταγωνίζεται με Ασιάτες
αγοραστές στην υποβολή
προσφορών. Συνεπώς, η ΕΕ
έχει πληρώσει
επιπρόσθετα €24 δις για
εισαγωγή ορυκτών
καυσίμων.
Στοχεύοντας στη
διαχείριση της κρίσης, η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κυκλοφόρησε το πακέτο
AccelerateEU στις 22
Απριλίου. Το πακέτο
στόχευε στην
«αντιμετώπιση της
αύξησης των τιμών
ενέργειας και στη μείωση
της εξάρτησης από τις
ευμετάβλητες αγορές
ορυκτών καυσίμων». Η
μείωση της εξάρτησης
αποτελεί βέβαια πάγιο
και διαχρονικό στόχο της
ΕΕ: το πώς θα
πραγματοποιηθεί, παρά
ταύτα, δε φαίνεται να
είναι πολύ σαφές. Ενώ το
πρόγραμμα αναφέρεται σε
επέκταση του
εξηλεκτρισμού μέσω της
λεγόμενης καθαρής
εγχώριας ενέργειας
(homegrown clean energy)
και υπόσχεται νέες
νομοθετικές πρωτοβουλίες
για τις υποδομές και τα
δίκτυα, ούτε ένα μέτρο
από τα ανακοινωθέντα ως
στιγμής δεν αφορά στον
μετριασμό της εισαγωγής
LNG από τις ΗΠΑ.
Τουναντίον, πρέπει
κανείς να λάβει υπόψη
του τρεις παράγοντες:
(α) ότι κάποια από τα
συμβόλαια προμήθειας LNG
αυτή τη στιγμή αφορούν
σε διάρκεια ολόκληρων
δεκαετιών, (β) ότι,
σύμφωνα με την ίδια την
Επιτροπή, το διόλου
ευκαταφρόνητο ποσοστό
του 57% της
καταναλισκόμενης
ενέργειας στην ΕΕ
παράγεται από εισαγόμενο
ορυκτό καύσιμο και (γ)
ότι στις 20 Μαΐου το
Ευρωκοινοβούλιο και η
Προεδρία του Συμβουλίου
έφτασαν σε προσωρινή
συμφωνία για τις
περίφημες δεσμεύσεις ΕΕ
& ΗΠΑ για αμοιβαίες,
δίκαιες και
ισορροπημένες εμπορικές
συναλλαγές (“reciprocal,
fair and balanced
trade”). Τα μέρη
σκοπεύουν η συμφωνία να
επέχει θέση πλατφόρμας:
επ’ αυτής θα συνεχιστούν
οι διεργασίες για
χαμηλότερες ταρίφες στην
«μεγαλύτερη και πιο
συνεκτική οικονομική
σχέση του κόσμου», όπως
περιέγραψε ο εκπρόσωπος
της Κύπρου στο Συμβούλιο
Μιχάλης Δαμιανός την
συναλλακτική
πραγματικότητα μεταξύ ΕΕ
και ΗΠΑ.
Την
ίδια στιγμή, ο Andrew
Puzder, ο Αμερικανός
πρέσβης στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, μετά την παρουσία
του στο Οικονομικό
Φόρουμ των Δελφών δήλωσε
στο Χ ότι «η Ευρώπη δεν
χρειάζεται μία
ενεργειακή μετάβαση,
αλλά μάλλον μία
ενεργειακή άθροιση»
(“energy addition,
rather than energy
transition”).
Διευκρίνισε τη θέση του
λέγοντας ότι η Ευρώπη
έχει ανάγκη «πιο
πολλά ορυκτά καύσιμα,
τελεία και παύλα» για να
συμπληρώσει- κάπως
δηκτικά – ότι «μία
μοντέρνα οικονομία δεν
μπορεί να βασίζεται στον
καιρό για να ακμάσει».
Φυσικά, η πρόταση
κατέληγε στη διαβεβαίωση
«οι ΗΠΑ μπορούν να
παράσχουν αυτήν την
απαραίτητη ενέργεια». Οι
διαπιστώσεις του πρέσβη
συνεχίστηκαν δύο ημέρες
μετά, στην επιφυλλίδα
του στους FT. Η
παρέμβαση ξεκινούσε με
την αποστροφή «η Ευρώπη
δεν μπορεί να
εξασφαλίσει οικονομική
και αξιόπιστη ενέργεια
με το να επιβαρύνει τους
προμηθευτές της με
κανόνες που αυξάνουν το
κόστος, μειώνουν την
προμήθεια και
δημιουργούν ανασφάλεια».
Καταλήγοντας, αναφέρθηκε
συγκεκριμένα στον
Κανονισμό 2024/1787
λέγοντας ότι «θα
μπορούσε να επισπεύσει
μία ακόμη ενεργειακή
κρίση στην Ευρώπη».
(β)
Προστασία του
περιβάλλοντος
Γιατί όμως η ευθεία
στοχοποίηση αυτού του
νομοθετήματος από τον
Μόνιμο Αντιπρόσωπο των
ΗΠΑ στην Ένωση; Ο
Κανονισμός 2024/1787 για
το Μεθάνιο έθεσε ως
κύριο στόχο του να
σταματήσει η (καθ’ όλα
αποτρεπτή) απελευθέρωση
μεθανίου που
προέρχεται τόσο από την
παραγωγή, όσο και από
την κατανάλωση
ενέργειας. Εκτός από τις
εκπομπές μεθανίου εντός
ΕΕ, ρυθμίζει επίσης για
τις εκπομπές εκτός ΕΕ –
εκείνες που προκύπτουν
από τις παγκόσμιες
αλυσίδες εφοδιασμού και
φτάνουν μέχρι το απώτατο
γεωγραφικό σημείο
προμήθειας της ορυκτής
ενέργειας (“upstream
chain emissions”).
Δεν
μπορεί, λοιπόν, παρά να
θεωρηθούν ανησυχητικά τα
όσα αποκάλυψε το Reuters
πρόσφατα: η ηγεσία της
φον ντερ Λάιεν
προτίθεται να επιτρέψει
παρεκκλίσεις από τον
Κανονισμό, με απώτατο
στόχο να μην μειωθεί η
εισαγωγή καυσίμων. Όπως
αποτυπώνεται στο
ανεπίσημο προσχέδιο
κατευθυντήριων γραμμών
για τις εθνικές αρχές, η
Επιτροπή προβλέπει ότι η
εκάστοτε χώρα έχει το
ελεύθερο να μην επιβάλει
ποινές για παραβίαση των
κανόνων, αν η τελευταία
έγινε σε διάρκεια
ενεργειακής κρίσης.
Συγκεκριμένα, το
προσχέδιο αναφέρει ότι
«η επιβολή ποινών πρέπει
να καθυστερήσει μέχρι η
κατάσταση
σταθεροποιηθεί, και να
εφαρμοστεί κανονικά εάν
η παραβίαση επιμείνει
ενόσω ο κίνδυνος
προμήθειας έχει
αποσοβηθεί». Στην
πραγματικότητα, το
προσχέδιο δεν τροποποιεί
το νόμο, αλλά δίνει
μεγαλύτερο περιθώριο
στις εθνικές αρχές στο
πώς να τον εφαρμόσουν.
Παρά ταύτα, πρόκειται
για μία σημαντική αλλαγή
στάσης που προέκυψε μετά
από σειρά πιέσεων:
συντεταγμένες πιέσεις
από τη βιομηχανία
πετρελαίου και αερίου
για αναστολή του νόμου,
αλλά και από αιτήματα
των ΗΠΑ να εξαιρεθεί από
τους κανόνες το
αμερικανικό αέριο και
πετρέλαιο. Από τη στιγμή
που η ΕΕ εισηγήθηκε τη
Στρατηγική της για το
Μεθάνιο το 2020 (η οποία
και οδήγησε στην
υιοθέτηση του
Κανονισμού), οι
Αμερικανοί είχαν
αντισταθεί σθεναρά. Εν
τέλει, η Πρόεδρος φον
ντερ Λάιεν φαίνεται να
υποχωρεί μπροστά στις
πιέσεις των λόμπι και να
εισηγείται μία εξαίρεση
που φέρει όλα τα νομικά
χαρακτηριστικά του
«επικίνδυνου»: δεν
προβλέπει χρονικά όρια ή
συγκεκριμένες απαιτήσεις
για την αναθεώρησή της,
δημιουργώντας μία
λεγόμενη «επ’ αόριστον
επέκταση των απαλλαγών»,
η οποία μάλιστα
βασίζεται σε μία
αυθαίρετη πρόβλεψη ότι η
ασφυξία στον εφοδιασμό
θα διαρκέσει μέχρι την
επόμενη χρονιά.
Η
ρυθμιστική κατάπτωση
φαίνεται να
συνταιριάζεται με την
ανάλογη πρωτοβουλία που
έλαβε η Προεδρία Τραμπ
στην άλλη πλευρά του
Ατλαντικού, τον Μάρτιο
του 2025, όταν και
ανακοίνωσε ότι δεν
επρόκειτο να εφαρμόζει
πια τις ρυθμίσεις για
τις εκπομπές μεθανίου
από τη βιομηχανία
πετρελαίου και αερίου.
H
διαρροή μεθανίου
λαμβάνει χώρα κατά τη
διαδικασία εξόρυξης του
φυσικού αερίου. Σε αυτήν
την περίπτωση η
καταστροφή δεν είναι
μόνο περιβαλλοντική,
αλλά και οικονομική:
δισεκατομμύρια δολαρίων
χάνονται επειδή μία πηγή
ενέργειας
απλώς εξαερώνεται – μία
σπατάλη που δεν μπορεί
να είναι ανεκτή σε
καιρούς ενεργειακής
κρίσης.
H
μεγαλύτερη ειρωνεία
είναι ότι ο Διεθνής
Οργανισμός Ενέργειας
(IEA) δημοσίευσε
στοιχεία που
αποδεικνύουν ότι
περισσότερο από το
διπλάσιο του συνολικού
όγκου αερίου που χάθηκε
από τον αποκλεισμό του
Ορμούζ ξοδεύεται κάθε
χρόνο λόγω αχρείαστης
διαρροής ή ανάφλεξης που
θα μπορούσε να είχε
εύκολα αποτραπεί. Η
διαχείριση του μεθανίου
είναι εν τέλει πολιτική
ενεργειακής ασφάλειας –
γιατί η Επιτροπή να
θέτει αυτήν την ασφάλεια
σε κίνδυνο;
Κατά την τελευταία
δεκαετία, τα κέντρα
αποφάσεων της Ευρώπης
έχουν εστιάσει στη
μείωση της ενεργειακής
εξάρτησης από το ρωσικό
αέριο, σε μία προσπάθεια
διαφοροποίησης των
ενεργειακών πηγών της
(diversification). Παρά
ταύτα, η τωρινή κρίση
μας δείχνει και κάτι
άλλο: αν η Ευρώπη δε
σταματήσει να υποσκάπτει
τις ίδιες της τις
πρωτοβουλίες, ο δίδυμος
στόχος της πράσινης
μετάβασης και της
ενεργειακής δημοκρατίας
δεν πρόκειται να
επιτευχθεί. Κατ’ αυτόν
τον τρόπο, ο πόλεμος του
Ιράν αποκαλύπτει μία
ευρύτερη στρατηγική
αλήθεια: η
«διαφοροποίηση» των
πηγών ως πολιτική της
Ευρώπης μπορεί να
μειώσει τη μακροπρόθεσμη
έκθεση στα διάφορα
γεωπολιτικά ενεργειακά
σοκ, αλλά δεν μπορεί να
την προφυλάξει από τον
κακό της εαυτό.
*
Η Λυδία Κρίκη είναι
Δικηγόρος, ΜΔΕ, Υποψήφια
Διδάκτωρ στο Δίκαιο
Περιβάλλοντος στο
Πανεπιστήμιο
Paris-Panthéon-Assas
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|