|
Το
νέο εξοπλιστικό
πρόγραμμα
Οι
αριθμοί αποτυπώνουν το
μέγεθος αυτής της
στροφής. Ο
προϋπολογισμός του
γερμανικού υπουργείου
Άμυνας ανέρχεται σε 82,7
δισ. ευρώ το 2026, ενώ
άλλα 25,5 δισ.
προέρχονται από το
ειδικό ταμείο των
γερμανικών Ενόπλων
Δυνάμεων, περίπου 2,5%
του ΑΕΠ. Στο κυβερνητικό
σχέδιο για το 2027, ο
τακτικός αμυντικός
προϋπολογισμός
εκτοξεύεται στα 109,7
δισ. ευρώ και
προβλέπεται να φθάσει τα
183,7 δισ. το 2030. Η
Γερμανία σχεδιάζει να
διαθέτει για την καθαυτό
άμυνα το 3,5% του ΑΕΠ
έως το 2029, έξι χρόνια
νωρίτερα από τον νέο
ορίζοντα του ΝΑΤΟ.
Πρόκειται για
μεταμόρφωση ιστορικών
διαστάσεων. Η μεγαλύτερη
οικονομία της Ευρώπης
δεν αγοράζει απλώς
περισσότερα άρματα,
αεροσκάφη, πυρομαχικά
και συστήματα αεράμυνας.
Ανασυγκροτεί την
αμυντική της βιομηχανία,
διευρύνει τη στρατιωτική
της υποδομή, αυξάνει το
προσωπικό και επιχειρεί
να αποκτήσει τον
κεντρικό ρόλο στη
συμβατική αποτροπή της
ηπείρου. Η παρουσία
γερμανικής ταξιαρχίας
στη Λιθουανία και η
φιλοδοξία για την
ισχυρότερη συμβατική
δύναμη στην Ευρώπη
δείχνουν ότι το μοντέλο
της Ομοσπονδιακής
Δημοκρατίας που
επιδιώκει την στρατηγική
αυτοσυγκράτηση υποχωρεί.
Η
αλλαγή είναι αναγκαία
λόγω της ρωσικής
εισβολής στην Ουκρανία.
Η αβεβαιότητα για τη
διάρκεια και το βάθος
της αμερικανικής
δέσμευσης υποχρεώνει
τους Ευρωπαίους να
αναλάβουν μεγαλύτερο
μέρος της άμυνας τους.
Και οι γερμανικές
Ένοπλες Δυνάμεις, παρά
τις βελτιώσεις,
εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν κενά σε
προσωπικό, αποθέματα,
υποδομές και στην
ταχύτητα κάλυψης της
επιμελητείας. Η Ευρώπη
δεν κινδυνεύει επειδή η
δημοκρατική Γερμανία
εξοπλίζεται. Κινδυνεύει
αν η Γερμανία παραμείνει
στρατιωτικά αδύναμη
απέναντι σε μια
αναθεωρητική Ρωσία.
Ο
παράγοντας AfD
Ωστόσο, η στρατιωτική
ισχύς δεν υφίσταται σε
πολιτικό κενό.
Δημιουργείται σήμερα,
αλλά θα διοικείται από
τις κυβερνήσεις του
αύριο. Και εδώ
εμφανίζεται το δύσκολο
ερώτημα που αναδυεται
για το Βερολίνο: τι θα
συμβεί αν ένα σημαντικό
τμήμα αυτής της ισχύος
περιέλθει κάποτε υπό την
πολιτική διεύθυνση της
AfD;
Στις ομοσπονδιακές
εκλογές του 2025, η AfD
διπλασίασε σχεδόν το
ποσοστό της, έλαβε 20,8%
και εξέλεξε 152
βουλευτές,
αναδεικνυόμενη σε
δεύτερη δύναμη. Τον
Απρίλιο του 2026, σε
μέτρηση του ινστιτούτου
INSA για λογαριασμό της
Bild, έφθασε σε
δημοσκοπικό υψηλό 28%,
τέσσερις μονάδες μπροστά
από τη Χριστιανική
Ένωση. Όσο ενισχύεται,
τόσο δυσκολότερη γίνεται
η συγκρότηση πλειοψηφιών
χωρίς αυτήν. Η πίεση
προς το CDU θα αυξηθεί,
ιδιαίτερα αν η AfD
κατακτήσει κυβερνητική
ισχύ σε κρατίδιο.
Ο
κίνδυνος δεν πρέπει να
περιγραφεί με εύκολες
ιστορικές αναλογίες. Οι
γερμανικές Ένοπλες
Δυνάμεις του σήμερα δεν
έχουν καμία σχέση με
αυτές του Μεσοπολέμου.
Είναι ένας
«κοινοβουλευτικός
στρατός», ενταγμένος σε
ένα πυκνό σύστημα
δημοκρατικού ελέγχου. Οι
ένοπλες αποστολές στο
εξωτερικό απαιτούν τη
συγκατάθεση της
Ομοσπονδιακού
Κοινοβουλίου, η Επιτροπή
Άμυνας διαθέτει ισχυρές
αρμοδιότητες, ο
κοινοβουλευτικός
επίτροπος εποπτεύει τα
δικαιώματα των
στρατιωτικών και η αρχή
του Innere Führung αντιμετωπίζει
τον στρατιώτη ως «πολίτη
με στολή». Η
ομοσπονδιακή δομή, τα
δικαστήρια, το Σύνταγμα,
η συμμετοχή στην ΕΕ και
η ένταξη στο ΝΑΤΟ
αποτελούν πρόσθετα
αναχώματα.
Αυτά τα αναχώματα, όμως,
δεν καθιστούν την
πολιτική ηγεσία χωρίς
ρόλο. Σε καιρό ειρήνης,
την εξουσία διοίκησης
γερμανικών Ε.Δ. ασκεί ο
υπουργός Άμυνας και σε
καιρό πολέμου ο ίδιος ο
Καγκελάριος. Μια
κυβέρνηση στην οποία θα
συμμετείχε η AfD θα
μπορούσε να επηρεάσει
τις κρίσεις ανωτάτων
αξιωματικών, τις
εξοπλιστικές
προτεραιότητες, την
στρατηγική κουλτούρα, τη
συνεργασία των υπηρεσιών
ασφαλείας και, κυρίως,
τη στάση της Γερμανίας
έναντι της Ρωσίας και
της Ουκρανίας. Δεν
χρειάζεται να
«καταλάβει» τον στρατό
για να τον αλλάξει.
Αρκεί να μεταβάλει τον
πολιτικό σκοπό στον
οποίο αυτός υπηρετεί.
Το
εκλογικό πρόγραμμα της
AfD ζητούσε τον
τερματισμό της
στρατιωτικής βοήθειας
προς την Ουκρανία, την
άρση των κυρώσεων κατά
της Ρωσίας και μια
ουδέτερη Ουκρανία εκτός
ΝΑΤΟ και ΕΕ. Το κόμμα
δεν είναι απλώς
αντιμιλιταριστικό –
αντιθέτως, υποστηρίζει
μια ισχυρή εθνική άμυνα
και την επαναφορά της
στρατιωτικής θητείας. Η
αντίφαση είναι
φαινομενική. Η AfD δεν
απορρίπτει τη γερμανική
ισχύ. Θέλει να την
αποσυνδέσει από τη
σημερινή ευρωπαϊκή και
ατλαντική στρατηγική και
να την υποτάξει σε μια
εθνικιστική αντίληψη
«κυριαρχίας».
Το
διακύβευμα
Αυτό ακριβώς είναι και
το κεντρικό δίλημμα. Η
Γερμανία οικοδομεί
τεράστια στρατιωτική
ικανότητα για να
προστατεύσει την
ευρωπαϊκή τάξη από τον
ρωσικό αναθεωρητισμό,
ενώ στο εσωτερικό της
ισχυροποιείται μια
πολιτική δύναμη που
επιδιώκει προσέγγιση με
τη Μόσχα. Την ίδια
στιγμή, οι γερμανικές
υπηρεσίες ασφαλείας
προειδοποιούν για
ρωσικές επιχειρήσεις
παραπληροφόρησης που
πλήττουν τους αντιπάλους
της AfD ενόψει των
περιφερειακών εκλογών. Η
Μόσχα δεν χρειάζεται να
νικήσει το Βερολίνο στο
πεδίο, αν μπορεί να
επηρεάσει τον πολιτικό
προσανατολισμό της χώρας
που αυτό διοικεί.
Η
αναβολή του
επανεξοπλισμού δεν είναι
αποδεκτή λύση. Θα ήταν
στρατηγικά
αυτοκαταστροφικό να
μείνει η Ευρώπη
απροστάτευτη από τον
φόβο του τι θα γίνει
μετεκλογικά στην
Γερμανία. Η προσέγγιση
πρέπει να είναι μια
παράλληλη θωράκιση της
δημοκρατικής
νομιμοποίησης της νέας
γερμανικής ισχύος:
ισχυρότερος
κοινοβουλευτικός
έλεγχος, διαφάνεια στις
προμήθειες, αυστηρός
έλεγχος όσων
αναλαμβάνουν κρίσιμες
θέσεις, προστασία των
ενόπλων δυνάμεων από
κομματικά δίκτυα και μια
σταθερή ένταξη των νέων
δυνατοτήτων σε
ευρωπαϊκές δομές
διοίκησης, αμυντικής
παραγωγής και
σχεδιασμού.
Χρειάζεται επίσης
κοινωνική συναίνεση. Αν
τα εκατοντάδες
δισεκατομμύρια για την
άμυνα ταυτιστούν στη
συνείδηση των πολιτών με
κοινωνικές περικοπές,
αδιαφανή συμβόλαια ή
οφέλη μόνο για τις
αμυντικές εταιρίες, η
AfD θα βρει πρόσφορο
έδαφος για να μετατρέψει
τη δυσαρέσκεια σε
πολιτική ισχύ. Η
«ασφάλεια» ως έννοια δεν
αφορά μόνο τα πόσα
άρματα και πυραύλους
έχει μια χώρα. Αφορά και
την εμπιστοσύνη ότι το
κράτος προστατεύει την
ίδια στιγμή τα σύνορα,
τους θεσμούς και την
κοινωνική συνοχή.
Για
δεκαετίες, η Ευρώπη
φοβόταν μια υπτερβολικά
ισχυρή Γερμανία. Μετά το
2022 άρχισε να φοβάται
μια υπερβολικά αδύναμη
Γερμανία. Σήμερα πρέπει
να προετοιμαστεί για ένα
τρίτο και πιο σύνθετο
ενδεχόμενο: μια
στρατιωτικά ισχυρή
Γερμανία με ασταθή
πολιτικό προσανατολισμό.
Το κρίσιμο ερώτημα,
επομένως, δεν είναι μόνο
πόσα θα δαπανήσει το
Βερολίνο ούτε πόσο
γρήγορα θα εξοπλιστεί.
Είναι ποιος θα κρατά
αύριο τα κλειδιά της
ισχύος που δημιουργείται
σήμερα — και ποιοι
θεσμοί θα μπορούν να τον
εμποδίσουν να τα στρέψει
εναντίον της Ευρώπης που
αυτή η ισχύς υποτίθεται
ότι οικοδομείται για να
προστατεύσει.
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|