|
Η επιδίωξη ενίσχυσης της
θέσης κάθε χώρας σε
αυτόν τον εντεινόμενο
ανταγωνισμό συνδέεται με
την προσπάθεια
περιορισμού της
εξάρτησης από τρίτες
χώρες και από
εφοδιαστικές αλυσίδες
που ενδέχεται να
αποδειχθούν ευάλωτες ή
δύσκολα ελέγξιμες. Στο
πλαίσιο αυτό, η μεταφορά
της παραγωγής στο
εξωτερικό (offshoring)
περιορίζεται και οι
εφοδιαστικές αλυσίδες
αναδιοργανώνονται. Σε
ορισμένους στρατηγικούς
κλάδους παρατηρείται
επαναπατρισμός της
παραγωγής (reshoring),
ενώ σε άλλους ενισχύεται
η μεταφορά της σε
γεωγραφικά εγγύτερες ή
φιλικές χώρες (nearshoring
και friend-shoring).
Οι εξελίξεις αυτές
σηματοδοτούν την
αυξανόμενη επίδραση των
κρατικών παρεμβάσεων και
των γεωπολιτικών
προτεραιοτήτων, με το
κράτος να αναλαμβάνει
ολοένα και πιο
παρεμβατικό ρόλο.
Η ενισχυμένη κρατική
παρέμβαση, μέσω της
αύξησης των δημόσιων
δαπανών, διευρύνει τις
χρηματοδοτικές ανάγκες
του κράτους,
διογκώνοντας τα
δημοσιονομικά ελλείμματα
και οδηγώντας σε
περαιτέρω αύξηση του
δημόσιου χρέους. Στις
ΗΠΑ, το συνολικό
ομοσπονδιακό χρέος έχει
πλέον ξεπεράσει το
αντίστοιχο επίπεδο της
περιόδου του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου,
προσεγγίζοντας το 123%
του ΑΕΠ, έναντι 119% το
1946. Ταυτόχρονα, η
αμερικανική ηγεσία
επιδιώκει επίμονα τη
μείωση των επιτοκίων,
προσδοκώντας
ευνοϊκότερες
χρηματοδοτικές συνθήκες
και χαμηλότερο κόστος
εξυπηρέτησης του
δημόσιου χρέους. Στο
πλαίσιο αυτό, προχώρησε
και σε αλλαγή της
ηγεσίας της Fed,
χωρίς ωστόσο να επιτύχει
τον στόχο της, καθώς η
αντίθετη πορεία των
επιτοκίων επιβεβαίωσε
ότι οι «οικονομικοί
νόμοι» όχι μόνο
υπάρχουν, αλλά
λειτουργούν και
«ανεξάρτητα από τη
βούληση των ανθρώπων».
Πράγματι, οι αυξημένες
χρηματοδοτικές ανάγκες
του κράτους, σε
συνδυασμό με τις
πληθωριστικές πιέσεις
και την αβεβαιότητα στις
χρηματοπιστωτικές
αγορές, διατηρούν υψηλό
το κόστος δανεισμού και
ενισχύουν τις ανοδικές
πιέσεις στις αποδόσεις
των μακροπρόθεσμων
(δεκαετών) κρατικών
ομολόγων.
Οι νέες τεχνολογίες,
όπως συμβαίνει συνήθως
στα πρώτα στάδια της
ανάπτυξής τους,
καλλιεργούν υψηλές
προσδοκίες για
μελλοντική κερδοφορία.
Οι προσδοκίες αυτές
ενισχύουν τη ζήτηση για
μετοχές στο
χρηματιστήριο της Νέας
Υόρκης, ωθώντας ανοδικά
τις τιμές των μετοχών
του δείκτη S&P
500, τις οποίες
συμβολίζουμε με
p.
Αντίθετα, τα εταιρικά
κέρδη, που συμβολίζουμε
με e,
δεν αυξάνονται με
ανάλογο ρυθμό. Ως
αποτέλεσμα, ο λόγος των
εταιρικών κερδών προς
τις χρηματιστηριακές
τιμές (e/p),
γνωστός ως δείκτης
αποδοτικότητας των
μετοχών (earnings
yield),
υποχωρεί και έχει πλέον
διαμορφωθεί σε επίπεδα
χαμηλότερα από το
δεκαετές επιτόκιο. Στο
Σχήμα παρουσιάζουμε
μηνιαία στοιχεία από το
2018 μέχρι τον Οκτώβριο
του 2026. Ιστορικά, οι
μετοχές προσφέρουν
απόδοση υψηλότερη του
επιτοκίου (i)
λόγω του αναλαμβανόμενου
ρίσκου. Η ανοχή όμως στο
αναλαμβανόμενο ρίσκο
έχει ημερομηνία λήξης.

Η διερευνώμενη αυτή
απόκλιση συνιστά μια
«ανωμαλία» που δύσκολα
μπορεί να διατηρηθεί επί
μακρόν, καθώς
προϋποθέτει είτε μια
αλματώδη αύξηση των
εταιρικών κερδών (e)
είτε μια σημαντική
μείωση των επιτοκίων. Η
τελευταία, ωστόσο, δεν
φαίνεται πιθανή στο
άμεσο μέλλον, καθώς οι
παράγοντες που
τροφοδοτούν την άνοδό
τους όχι μόνο παραμένουν
ενεργοί, αλλά
ενισχύονται περαιτέρω.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
η οικονομική λογική και
η ιστορική εμπειρία
υποδεικνύουν αυξημένη
πιθανότητα
χρηματιστηριακής
διόρθωσης, δηλαδή
υποχώρησης του δείκτη
S&P
500 (p),
χωρίς να αποκλείεται
αυτή να είναι απότομη
και ευρείας κλίμακας.
Η
χρηματιστηριακή ιστορία
προσφέρει αρκετά
παραδείγματα σημαντικών
αναταράξεων: το κραχ του
Οκτωβρίου του 1929, τη
διορθωτική πτώση του
1966, τη χρηματιστηριακή
κατάρρευση του Οκτωβρίου
του 1987 (Black Monday),
την κατάρρευση των
μετοχών υψηλής
τεχνολογίας και την
παρατεταμένη πτώση του
Nasdaq την περίοδο
2000-2002, καθώς και την
παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008-2009. Το
γεγονός ότι σε όλες
αυτές τις περιπτώσεις η
απόδοση του δεκαετούς
κρατικού ομολόγου (i)
υπερέβαινε την
αποδοτικότητα των
μετοχών (e/p) ενισχύει
περαιτέρω την
επιχειρηματολογία αυτή.
Συνεπώς, οι σημερινές
συνθήκες αυξάνουν την
πιθανότητα μιας
χρηματιστηριακής
διόρθωσης, το μέγεθος
και η διάρκεια της
οποίας δεν μπορούν να
προσδιοριστούν εκ των
προτέρων.
* O
Λευτέρης Τσουλφίδης
είναι Αφ. Καθηγητής
ΠΑ.ΜΑΚ.
Πρώτη δημοσίευση στο
Money Review
|