|
Για
παράδειγμα, ας υποτεθεί
ότι εξετάζονται δύο
περιοχές που
αντιμετωπίζουν τον ίδιο
κλιματικό κίνδυνο
δασικής πυρκαγιάς. Η
πρώτη περιλαμβάνει ένα
καλά διαχειριζόμενο
δάσος, ενώ η δεύτερη
είναι στη ζώνη επαφής
δάσους – οικισμού και
έχει πυκνή και ξηρή
βλάστηση. Παρότι ο
κλιματικός κίνδυνος
είναι ίδιος, η κλιματική
διακινδύνευση είναι
υψηλότερη στη δεύτερη
περιοχή, καθώς είναι
περισσότερο εκτεθειμένη
και ευάλωτη. Αυτό δεν
σημαίνει ότι η πρώτη
περιοχή εγκαταλείπεται
υπέρ της δεύτερης, αλλά
ότι τα μέτρα πρόληψης
που λαμβάνονται πρέπει
να είναι διαφοροποιημένα
ανάλογα με το επίπεδο
διακινδύνευσης.
Η
ενσωμάτωση της
κλιματικής
διακινδύνευσης – όπως
αυτή τακτικά
επαναπροσδιορίζεται – σε
τρέχοντα εργαλεία
μακροπρόθεσμου
σχεδιασμού, εκτιμάται
ότι θα βελτιώσει τη
χρησιμότητά τους καθώς
λαμβάνονται επίσης υπόψη
οι μελλοντικές
κλιματικές συνθήκες, η
δομή και η κατάσταση της
βλάστησης, η τοπογραφία,
οι χρήσεις γης, η
εγγύτητα σε οικισμούς
και κρίσιμες υποδομές
και η ικανότητα του
τοπίου και των κοινωνιών
να αντέξουν, να
προσαρμοστούν και να
ανακάμψουν (λ.χ. ύπαρξη
και πυκνότητα
αντιπυρικών ζωνών,
δεξαμενών νερού και
πυροσβεστικών σταθμών,
συστημάτων έγκαιρης
προειδοποίησης και
καθαρισμού της καύσιμης
ύλης, θεσμική οργάνωση
κρατικών και εθελοντικών
μηχανισμών, κ.ά.).
Ουσιαστικά – όπως
διακρίνεται και στον
χάρτη που συνοδεύει το
κείμενο – εντοπίζονται
και κωδικοποιούνται οι
περιοχές ανάλογα με το
επίπεδο της κλιματικής
διακινδύνευσης ως προς
τις δασικές πυρκαγιές.
Πολλές από τις περιοχές
που δοκιμάσθηκαν από
δασικές πυρκαγιές κατά
το τελευταίο διάστημα,
καταγράφονται ως υψηλής
διακινδύνευσης.
Σημαντική αλλαγή
απαιτείται και στη
χωρική κλίμακα
αξιολόγησης καθώς τα
υφιστάμενα συστήματα
εκτίμησης και αποτύπωσης
του δασικού κινδύνου
βασίζονται συχνά σε
διοικητικές ενότητες,
όπως δήμοι και
περιφερειακές ενότητες,
ή στα όρια των
δασαρχείων. Ωστόσο, κάτι
τέτοιο δεν αντανακλά τις
πραγματικές
διαφοροποιήσεις του
χώρου καθώς ο κλιματικός
κίνδυνος, η κατάσταση
της βλάστησης, η
υγρασία, η μορφολογία,
οι χρήσεις γης, οι
υποδομές και η
ευαισθησία των
οικοσυστημάτων
μεταβάλλονται σε πολύ
μικρότερες κλίμακες.
Ενα
σύγχρονο σύστημα
αξιολόγησης της
κλιματικής
διακινδύνευσης πρέπει
συνεπώς να βασίζεται σε
χωρικά μοντέλα υψηλής
ανάλυσης, με κλίμακα της
τάξης του ενός τετρ.
χιλιομέτρου, ώστε να
αποτυπώνονται οι
διαφοροποιήσεις μεταξύ
περιοχών και να
υποστηρίζεται η
στοχευμένη ιεράρχηση
παρεμβάσεων πρόληψης. Η
ανάπτυξη τέτοιων
εργαλείων υποστηρίζεται
πλέον μέσω της
αξιοποίησης μεγάλων
δεδομένων, τεχνητής
νοημοσύνης και σύγχρονων
τεχνικών υποκλιμάκωσης
κλιματικών μοντέλων.
Αντίστοιχες προσεγγίσεις
αναπτύσσονται διεθνώς σε
χώρες και περιοχές με
υψηλή έκθεση σε
πυρκαγιές, όπως η
Ισπανία ή η Καλιφόρνια.
Καταληκτικά, κανένα
σύστημα, ακόμη και το
πλέον προηγμένο, δεν
μπορεί να εγγυηθεί πλήρη
εξάλειψη των δασικών
πυρκαγιών. Ο στόχος ενός
σύγχρονου μοντέλου
διαχείρισης κινδύνου δεν
είναι η υπόσχεση
«μηδενικών πυρκαγιών»,
αλλά η ουσιαστική μείωση
των επιπτώσεών τους μέσω
της ενσωμάτωσης της
κλιματικής
διακινδύνευσης, στα
σχέδια προσαρμογής στην
κλιματική αλλαγή, στον
χωροταξικό και
πολεοδομικό σχεδιασμό –
ειδικότερα στα Τοπικά
Πολεοδομικά Σχέδια –,
στη διαχείριση φυσικών
καταστροφών και στην
πολιτική προστασία εν
γένει.
Ο
κ. Κωνσταντίνος
Καρτάλης είναι καθηγητής
Φυσικής Περιβάλλοντος
και Κλίματος στο ΕΚΠΑ
και μέλος της
Επιστημονικής Επιτροπής
της ΕΕ για την Κλιματική
Αλλαγή.
• Το άρθρο έχει βασισθεί
στο ερευνητικό έργο
CLIMASPIN που
υλοποιήθηκε στο πλαίσιο
του Προγράμματος
«Συμπράξεις Ερευνητικής
Αριστείας» του
υπουργείου Παιδείας, υπό
τον συντονισμό του ΕΚΠΑ
και με τη συμμετοχή του
Πανεπιστημίου Θεσσαλίας,
του Γραφείου Μελετών
Θύμιος Παπαγιάννης και
Συνεργάτες και της
εταιρείας
γεωπληροφορικής GET.
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|