|
Η
συνολική ικανοποίηση από
τη ζωή στην Ελλάδα
αυξήθηκε από 6,2 το 2013
σε 6,9 το 2025.
Παράλληλα, η απόσταση
από τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
μειώθηκε από 0,8 σε 0,3
μονάδες. Η εξέλιξη
δείχνει ουσιαστική
βελτίωση της
αντιλαμβανόμενης
ποιότητας ζωής, παρότι η
Ελλάδα εξακολουθεί να
υπολείπεται του
ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η
πορεία δεν υπήρξε
γραμμική. Ο δείκτης
μειώθηκε (κρίση Covid
και ενεργειακές κρίσεις)
από 6,9 το 2023 σε 6,7
το 2024 και επανήλθε στο
6,9 το 2025. Ωστόσο, η
μακροχρόνια μεταβολή από
το 2013 παραμένει θετική
και το χάσμα από την ΕΕ
είναι σήμερα αισθητά
μικρότερο.
Ο
δείκτης υποκειμενικής
φτώχειας αποτυπώνει το
ποσοστό του πληθυσμού
που ζει σε νοικοκυριά τα
οποία δηλώνουν ότι τα
βγάζουν πέρα με δυσκολία
ή με μεγάλη δυσκολία.
Για την Ελλάδα η
ισοδύναμη σειρά αρχίζει
το 2003. Για τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο η
παλαιότερη διαθέσιμη
συγκρίσιμη παρατήρηση
αρχίζει το 2007.
Στην Ελλάδα ο δείκτης
ήταν 48,0% το 2003,
υποχώρησε προσωρινά στο
45,4% το 2004 και στη
συνέχεια αυξήθηκε έως το
ανώτατο 78,3% το 2013.
Το 2025 διαμορφώθηκε στο
67,2%. Είναι 11,1
ποσοστιαίες μονάδες
χαμηλότερος από την
κορύφωση της μνημονιακής
κρίσης. Το μνημονιακό
τραύμα επικάθεται βαριά
επάνω μας.
Η
ευρωπαϊκή εικόνα είναι
διαφορετική. Ο μέσος
όρος της ΕΕ μειώθηκε από
23,8% το 2007 σε 17,6%
το 2025. Η απόκλιση της
Ελλάδας έφθασε τις 55,1
ποσοστιαίες μονάδες το
2017, υποχώρησε στις
47,9 μονάδες το 2023 και
αυξήθηκε ξανά στις 49,6
μονάδες το 2025. Δεν
προκύπτει επομένως
σταθερή μακροχρόνια
σύγκλιση.
Οι
αυξομειώσεις και στην
Ελλάδα και την Ευρώπη
οφείλονται στις κρίσεις
Covid, πληθωρισμό,
Ουκρανία και Hormuz.
Γιατί οι δύο εικόνες
μπορούν να συνυπάρχουν
Το
2025 οι Έλληνες
αξιολογούν τη ζωή τους
με 6,9 στα 10, αλλά το
67,2% δηλώνει ότι το
νοικοκυριό του τα βγάζει
πέρα με δυσκολία ή
μεγάλη δυσκολία. Η
συνύπαρξη αυτών των δύο
ευρημάτων δεν αποτελεί
αναγκαστικά αντίφαση.
Η
συνολική ικανοποίηση από
τη ζωή περιλαμβάνει
περισσότερα από την
οικονομική κατάσταση.
Υγεία, οικογενειακές
σχέσεις, κοινωνικοί
δεσμοί, απασχόληση,
ελεύθερος χρόνος,
ασφάλεια και προσδοκίες
για το μέλλον επηρεάζουν
την τελική αξιολόγηση.
Ένας πολίτης μπορεί να
δηλώνει σχετικά
ικανοποιημένος από τη
ζωή του και ταυτόχρονα
να αντιμετωπίζει στενό
μηνιαίο προϋπολογισμό.
Η
ερώτηση για το αν το
νοικοκυριό τα βγάζει
πέρα είναι πολύ πιο
συγκεκριμένη.
Ενσωματώνει το ύψος και
τη σταθερότητα του
εισοδήματος, το ενοίκιο
ή τη δόση του
στεγαστικού δανείου, το
κόστος ενέργειας, τις
δαπάνες υγείας, τις
οφειλές και την
ικανότητα κάλυψης
έκτακτων αναγκών. Για
τον λόγο αυτό ο δείκτης
αντιδρά εντονότερα στην
καθημερινή οικονομική
πίεση.
Η
βελτίωση της συνολικής
ικανοποίησης δείχνει ότι
η ελληνική κοινωνία έχει
απομακρυνθεί από τη
βαθύτερη φάση της κρίσης
και προοδευτικά
βελτιώνει την θέση τους.
Η επίμονη υποκειμενική
φτώχεια δείχνει ότι η
ανάκαμψη δεν έχει ακόμη
μετατραπεί σε επαρκές
περιθώριο οικονομικής
ασφάλειας για μεγάλο
τμήμα του πληθυσμού.
Οι
Έλληνες αξιολογούν τη
ζωή τους καλύτερα από
ό,τι στην κορύφωση της
κρίσης, αλλά
εξακολουθούν να δηλώνουν
πολύ συχνότερα από τους
υπόλοιπους Ευρωπαίους
ότι δυσκολεύονται να τα
βγάλουν πέρα. Οι δύο
απαντήσεις δεν είναι
αντιφατικές. Μετρούν
διαφορετικές πλευρές της
ευημερίας.
Στο
επόμενο και τελευταίο
σημείωμα με τίτλο «Γιατί
αποκλίνουν η
αντικειμενική και
υποκειμενική φτώχεια»
εξηγείται γιατί η
αντικειμενική και η
υποκειμενική φτώχεια
αποκλίνουν τόσο έντονα
και τι αποκαλύπτει αυτή
η απόκλιση για την
ελληνική κοινωνία.
*Ο Π.Ε. Πετράκης
είναι Ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ
Οι απόψεις που
διατυπώνονται δεν
αποτελούν απόψεις του
ΚΕΠΕ
|