|
Μόνο οι δημοσκοπήσεις
του φιλοκυβερνητικού
Channel 14 δείχνουν το
Λικούντ σταθερά πάνω από
τις 30 έδρες (από τις
120 της βουλής). Όλες οι
υπόλοιπες εταιρίες το
έχουν από 20 μέχρι 29
ενώ σε αρκετές το κόμμα
Γιασάρ του Γκάντι
Αϊζενκοτ συγκεντρώνει
τον ίδιο (22) ή και
παραπάνω αριθμό με το
Λικούντ.
Πέρα όμως από τη φθορά
που προκάλεσε η
διαχείριση της κρίσης
ασφαλείας, ο Νετανιάχου
εξακολουθεί να κουβαλά
το βάρος των πολύχρονων
δικαστικών του
περιπετειών. Οι
υποθέσεις διαφθοράς και
απάτης δεν εξαφανίστηκαν
ποτέ από την πολιτική
ατζέντα. Αντιθέτως, για
ένα σημαντικό τμήμα της
ισραηλινής κοινωνίας
αποτελούν πλέον σύμβολο
ενός πολιτικού
συστήματος που
προσωποποιήθηκε
υπερβολικά στον ίδιο. Οι
αντίπαλοί του επιμένουν
ότι η χώρα χρειάζεται
μια νέα αρχή όχι μόνο σε
επίπεδο πολιτικής, αλλά
και πολιτικής
κουλτούρας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι η αντιπολίτευση
είναι σε (πολύ) καλύτερη
κατάσταση.
Τουναντίον. Το
μεγαλύτερο πλεονέκτημα
του Νετανιάχου είναι η
αδυναμία των αντιπάλων
του να εμφανίσουν μια
ενιαία εναλλακτική
πρόταση εξουσίας.
Ο
πρώην αρχηγός των
Ενόπλων Δυνάμεων Γκάντι
Αϊζενκοτ αναδεικνύεται
σε μία από τις πιο
ισχυρές προσωπικότητες
του αντιπολιτευτικού
χώρου, αξιοποιώντας το
στρατιωτικό του κύρος
αλλά και την εικόνα ενός
μετριοπαθούς ηγέτη.
Δίπλα του βρίσκονται ο
Ναφτάλι Μπένετ, πρώην
πρωθυπουργός που
επιχειρεί την πολιτική
του επιστροφή, ο Γιαΐρ
Λαπίντ, ο οποίος
εξακολουθεί να διαθέτει
ισχυρή κοινοβουλευτική
παρουσία, αλλά και ο
Αβιγκντόρ Λίμπερμαν.
Και
οι τέσσερις συμφωνούν
στην ανάγκη απομάκρυνσης
του Νετανιάχου.
Διαφωνούν όμως σχεδόν σε
όλα τα υπόλοιπα.
Η
εμπειρία του ετερόκλητου
συνασπισμού κομμάτων που
σχημάτισαν κυβέρνηση το
2021 απέδειξε πόσο
δύσκολο είναι να
διατηρηθεί μια τέτοια
συμμαχία. Η συνεργασία
δεξιών, κεντρώων,
αριστερών και αραβικών
κομμάτων κατέρρευσε μέσα
σε λίγους μήνες,
αφήνοντας βαθιά τραύματα
στις μεταξύ τους
σχέσεις.
Σήμερα, οι αριθμοί είναι
ίσως ακόμη πιο δύσκολοι.
Ακόμη και εάν τα κόμματα
της αντιπολίτευσης
προηγηθούν αθροιστικά
του Λικούντ, η
εξασφάλιση σταθερής
κοινοβουλευτικής
πλειοψηφίας δεν είναι
δεδομένη. Η είσοδος νέων
μικρών σχηματισμών, αλλά
και ο κίνδυνος διάσπασης
της αραβικής ψήφου,
μπορεί να στερήσουν
κρίσιμες έδρες από το
αντιπολιτευτικό μπλοκ.
Συνεπώς, οι εκλογές του
Οκτωβρίου δεν αποτελούν
απλώς δημοψήφισμα υπέρ ή
κατά του Νετανιάχου.
Αποτελούν δοκιμασία για
ολόκληρο το ισραηλινό
πολιτικό σύστημα. Ο
σημερινός πρωθυπουργός
μπορεί να εισέρχεται
στην εκλογική μάχη
τραυματισμένος πολιτικά,
όμως παραμένει ο πιο
έμπειρος παίκτης του
ισραηλινού πολιτικού
παιχνιδιού έχοντας
επιβιώσει
χρησιμοποιώντας – 30
χρόνια τώρα – μια σειρά
από μηχανορραφίες που
στο τέλος ευνοούν τον
ίδιο.
Η
αντιπολίτευση, από την
άλλη πλευρά, διαθέτει
μετά από χρόνια για
πρώτη φορά σημαντικές
πιθανότητες να τον
εκτοπίσει. Ωστόσο, για
να συμβεί αυτό
απαιτείται κάτι που
μέχρι σήμερα δεν έχει
επιτύχει: να πείσει ότι
δεν αποτελεί απλώς έναν
συνασπισμό «κατά του
Νετανιάχου», αλλά μια
αξιόπιστη κυβέρνηση για
την επόμενη ημέρα.
Εν
τέλει, το αποτέλεσμα της
27ης Οκτωβρίου ενδέχεται
να μην κριθεί τόσο από
τη δημοτικότητα των
πολιτικών αρχηγών όσο
από την ικανότητά τους
να συνθέσουν τις
αναγκαίες πολιτικές
συμμαχίες. Αυτό ακριβώς
είναι το διαχρονικό
παράδοξο της ισραηλινής
κοινοβουλευτικής
δημοκρατίας: οι εκλογές
ναι μεν ολοκληρώνονται
στην κάλπη αλλά η
πραγματική μάχη αρχίζει
την επομένη, στα
τραπέζια των
διαπραγματεύσεων για τον
σχηματισμό κυβέρνησης.
Πρώτη δημοσίευση στο
Βήμα
|