|
Δηλαδή, στην ανάλυσή
της, μετά τα γνωστά για
«την εντυπωσιακή πρόοδο
τα τελευταία χρόνια στην
οικονομία», η Moody’s
παρουσιάζει,
επικαλούμενη τα ευρήματα
των δημοσκοπήσεων, ως
μορμολύκειο, ως σκιάχτρο
για την «ανθεκτική»
ελληνική οικονομία μόνο
σχεδόν τη μετεκλογική
αβεβαιότητα από το
ενδεχόμενο παρατεταμένων
διαπραγματεύσεων για
σχηματισμό κυβέρνησης ή
ακόμη και
επαναλαμβανόμενων
εκλογικών αναμετρήσεων.
Μάλιστα, για να κάνει
πιο τρομακτική την
προειδοποίηση
επισημαίνει,
αντιφάσκουσα με τις
γνωστές παραπάνω θετικές
διαπιστώσεις, ότι «η
δεκαετής κρίση άφησε
βαθιά σημάδια στην
ελληνική οικονομία»,
όπως ότι το δημόσιο
χρέος εξακολουθεί να
είναι το υψηλότερο στην
Ευρωζώνη, ότι το κατά
κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει
από τα χαμηλότερα στην
Ευρωπαϊκή Ένωση,
εξακολουθεί να βρίσκεται
κάτω από τα επίπεδα προ
κρίσης του 2008, είναι
μόλις οριακά υψηλότερο
από εκείνο της Λετονίας
και της Βουλγαρίας, ενώ
την τελευταία δεκαετία η
Ελλάδα βρέθηκε πίσω από
την Κύπρο, την
Πορτογαλία, τη Λιθουανία
και την Κροατία.
Η
«ωραία ατμόσφαιρα» θα
χαλάσει μετά τις
εκλογές!
Κατά τα άλλα «είμαστε
μια ωραία ατμόσφαιρα»,
όπως έλεγε ο αείμνηστος
ηθοποιός Ντίνος
Ηλιόπουλος και θα
χαλάσει από τις …
εκλογές! Αυτήν «ωραία
ατμόσφαιρα» είχε
παρουσιάσει πριν από
λίγες ημέρες το Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)
στην τελευταία έκθεση
αξιολόγησης (βλέπε
σχετικό άρθρο μου στην
ίδια στήλη στις 18 Μαίου
2026) επαναλαμβάνοντας
το γνωστό αφήγημα (ποιος
είπε ότι δεν κάνουμε …
εξαγωγές!) ότι η
εμπειρία από τη
διαχείριση της παραπάνω
κρίσης προσφέρει
σημαντικά διδάγματα για
την οικονομική πολιτική
με την παράθεση των
τριών προγραμμάτων
οικονομικής προσαρμογής
από το 2010 και έπειτα
που έχει παρουσιάσει σε
συνεντεύξεις στην Ελλάδα
και το εξωτερικό και σε
ομιλίες ο διοικητής της
Τράπεζας της Ελλάδος
Γιάννης Στουρνάρας!
Σκιάχτρο με ενδεχόμενο
επιστροφής του εφιάλτη
της απόδοσης των
ομολόγων κατά την κρίση!
Εντύπωση, λοιπόν,
προκαλεί, όπως
προανέφερα, ότι η
Moody’s, σ΄αντίθεση με
την έως τώρα επί
δεκαετίες ολέθρια
εμπειρία, με τα δύο
πρώτα καλύτερα σενάρια
(εξάντληση της
τετραετίας και πρόωρες,
εντός του 2026, εκλογές
με αιφνιδιαστική
προσφυγή στις κάλπες),
παρουσιάζει τις
αντίστοιχες ήπιες
αρνητικές συνέπειες στην
ελληνική οικονομία, ενώ
με τα άλλα δύο άλλα
(ενδεχόμενο συνεχόμενων
και άκαρπων εκλογικών)
παρουσιάζει τις
εφιαλτικές συνέπειες,
καθώς, όπως
επισημαίνεται, η
πολιτική αβεβαιότητα
επηρεάζει άμεσα την
οικονομία μέσω πολλών
διαύλων, όπως μέσω των
επενδύσεων, μέσω των
αποταμιεύσεων (που δεν
υπάρχουν!), μέσω των
προσλήψεων προσλήψεων
(ήδη προετοιμάζονται με
εξαιρέσεις από το
ΑΣΕΠ!), μέσων τιμών (που
πάνε σύννεφο!), μέσω
πιστωτικής επέκτασης
(που είναι με στο
σταγονόμετρο!) κλπ.
Μάλιστα,)για να κάνει
πιο τρομακτικά τα
σενάρια αυτά από τα
«κύματα πολιτικής
έντασης» επικαλείται
τώρα την άνοδο της
ανεργίας από 7,9% (το
ορθόν είναι 7,5%) τον
περασμένο Δεκέμβριο στο
9% τον περασμένο Μάρτιο
και του πληθωρισμού από
1,6% (το ορθόν είναι
2,0%) τον περασμένο
Οκτώβριο στο 4,6% (το
ορθόν είναι 5,4%) τον
περασμένο Απρίλιο, «λόγω
των αυξημένων
ενεργειακών και
εισαγόμενων τιμών», όπως
διευκρινίζει για την
περίπτωση αυτή κι όχι
λόγω της μόνιμης
απουσίας των αλήστου
μνήμης πραγματικών
διαρθρωτικών
μεταρρυθμίσεων. Το
μορμολύκειο της
παρατεταμένης πολιτικής
κρίσης γίνεται πιο
συγκεκριμένο με την
επισήμανση οι επενδύσεις
θα μπορούσαν να
υποχωρήσουν κατά 8,2%, η
ανεργία να ξεπεράσει
ξανά το 9%. Για να κάνει
τρομακτικότερο το
σκιάχτρο αυτό δεν
παραλείπει να
υπενθυμίζει τον εφιάλτη
των αποδόσεων των
ελληνικών ομολόγων, για
τα οποία τονίζει ότι θα
μπορούσαν να επιστρέψουν
σε επίπεδα που είχαν
καταγραφεί μόνο κατά την
κρίση χρέους και το
2015.

Στην Ελλάδα κατά κανόνα
οι προεκλογικοί κύκλοι
ήταν ολέθριοι
Αλλά, με εξαίρεση τη
γνωστή μετεκλογική
περιπέτεια των
αλλεπάλληλων εκλογικών
αναμετρήσεων του 1989
και 1990, που είχαν ως
αποτέλεσμα την
οικονομική διάλυση με
την κυβέρνηση ενότητας
και την οικουμενική
κυβέρνηση, και του
πρώτου εξαμήνου του
2015, η κατάρα της
ελληνικής οικονομίας
ήταν οι προεκλογικοί
κύκλοι με τον όργιο των
ψηφοθηρικών παροχών από
τις κυβερνήσεις και
άλλες κομματικές
αθλιότητες, τις οποίες
δεν θέλω να θυμάμαι.
Απλώς, προς ενημέρωση
των νεώτερων αναφέρω
μερικές κορυφαίες χωρίς
να σημαίνει ότι οι άλλες
ήταν «αθώες»: Η
πρώτη, μετεκλογικά,
έγινε προεκλογικά το
1981 με τον άφρονα
μακροοικονομικό λαϊκισμό
του Γεωργίου Ράλλη ως
ανάχωμα στο κύμα της
«Αλλαγής» που υποσχόταν
προεκλογικά ο Ανδρέας
Παπανδρέου.
Η
δεύτερη είναι γνωστή από
την ιαχή του Ανδρέα
Παπανδρέου «Τσοβόλα
δώστ΄όλα» στο Περιστέρι
τον Ιούνιο του 1989 με
σοβαρή αύξηση του
ελλείμματος και του
χρέους.
Η
άγρια νύχτα των 100
προεκλογικών
ρουσφετολογικών
τροπολογιών στη Βουλή το
1990 από τα τρία
κόμματα!
Η
τρίτη έγινε στη Βουλή τη
νύχτα στις 7 Μαρτίου του
1990 κατά συζήτηση
νομοσχεδίου, το οποίο
έφερε, κατ΄ ευφημισμόν,
τον τίτλο «Μέτρα για την
περιστολή της
φοροδιαφυγής κλπ»,
γνωστή από την
αρθρογραφία του
«Οικονομικού Ταχυδρόμου»
ως «άγρια νύχτα των
χαμένων ρουσφετιών» ή ως
«νύχτα ντροπής για τον
κοινοβουλευτικό θεσμό»,
καθώς σε ένα βράδυ
κατατέθηκαν 100
«οικουμενικές»
ρουσφετολογικές
τροπολογίες από διάφορες
ομάδες πίεσης που ήταν …
ίδιες και απαράλλακτες
από βουλευτές και των
τριών κομμάτων! Όλες
αυτές δημοσιεύτηκαν στον
«Οικονομικό Ταχυδρόμο»
(15 Μαρτίου 1990) υπό
τον τίτλο «Η άγρια νύχτα
των χαμένων ρουσφετιών»!
-Η
τέταρτη και μοιραία για
τον «Οικονομικό
Ταχυδρόμο» ήταν το όργιο
προεκλογικών παροχών της
τότε κυβέρνησης του
Κώστα Σημίτη, το οποίο
παρουσιάστηκε αναλυτικά
(με τις αντίστοιχες
ψηφοθηρικές τροπολογίες)
σε έρευνα που
δημοσιεύτηκε στον
«Οικονομικό Ταχυδρόμο»
στις 22 Αυγούστου του
1996 με… με ακούσιο
πρωταγωνιστή την
ταπεινότητά μου ως
αρχισυντάκτη (ο
διευθυντής μου Γιάννης
Μαρίνος έλειπε σε άδεια,
αλλά είχε ενημερωθεί)
των συνεπειών της
(αποκεφαλισμός του
Γιάννη Μαρίνου ύστερα
από … 40 σαράντα χρόνια
από τη διεύθυνση και στο
«ψυγείο» η ταπεινότητά
μου ύστερα από … 30
χρόνια!).
Οι
προεκλογικοί κύκλοι δεν
επηρέαζαν αρνητικά την
πραγματική οικονομία
Ωστόσο, οι βλαβερές
συνέπειες των
προεκλογικών κύκλων,
όπως προκύπτει από τον
παρατιθέμενο πίνακα,
περιορίζονταν σχεδόν
μόνο στη δυσμενή εξέλιξη
των δημοσιονομικών
στοιχείων κι όχι στην
πραγματική οικονομία,
όπως επισημαίνει η
Moody’s. Μάλιστα, από τα
στοιχεία του
παρατιθέμενου πίνακα
προκύπτει ότι ακόμα και
το 2009 που έως τον
Οκτώβριο ήταν
προεκλογικό έτος, όλα
σχεδόν τα μεγέθη κυρίως
της πραγματικής
οικονομίας (κατανάλωση,
επενδύσεις, εξαγωγές
κλπ), με εξαίρεση τον
δημοσιονομικό
εκτροχιασμό λόγω της
κρίσης που έκανε να
σκάσει η προηγηθείσα
(σήμερα ακόμα
χειρότερα!) «φούσκα» της
ισχυρής ανάπτυξης με
δανεικά και …
κατανάλωση, παρουσιάζουν
θετική εξέλιξη!
Ατυχής, λοιπόν, είναι η
επίκληση από τον Moody’s
της κρίσης του 2009. Η
κρίση του 2009 ήταν …
προεκλογική και όχι …
μετεκλογική «λόγω
πολιτικής αστάθειας και
αβεβαιότητας». Μπορώ
μάλιστα να τη
χαρακτηρίσω και ως
ατυχέστατη καθώς η
Moody’s, όπως και οι
άλλοι οίκοι αξιολόγησης
ως επιμηθείς και ουχί
όπως τώρα που
εμφανίζονται ως
«μάντεις» κακών,
εμφανίστηκαν μετεκλογικά
και μάλιστα από τις
πρώτες κιόλας ημέρες
ανησυχούντες όχι για
πολιτική αβεβαιότητα
(προέκυψε ισχυρή
μονοκομματική
κυβέρνηση), αλλά για την
κρίση που προκάλεσε η
προεκλογική οικονομική
και πολιτική αθλιότητα,
επιπολαιότητα και
ανευθυνότητα, την οποία
δεν θυμάμαι να την είχαν
αποδοκιμάσει με
εκθέσεις.
Η
Moody’s και οι άλλες δεν
έβλεπαν το προεκλογικό
χάος του 2009
Επειδή το θέμα αυτό
είναι πολύ σοβαρό και,
συνεπώς, δεν επιτρέπεται
«πας ανήρ να ξυλεύεται»,
επιτρέψτε μου να κάνω
ξανά μια σύντομη
αναδρομή στην περίοδο
2000-2009, η οποία, ενώ
παρουσιάζει τα ίδια
βλαβερά συμπτώματα με τη
σημερινή, παρουσιάζονται
και οι δύο εντελώς
διαφορετικά σαν να μην
υπάρχουν στατιστικά
στοιχεία για του λόγου
το αληθές.
-Την περίοδο 2000-2009
εφαρμόστηκε, όπως
σήμερα, ένα μοντέλο
στρεβλής, σαθρής
ανάπτυξης, με βασικό
μοχλό την ιδιωτική
κατανάλωση (αυξανόταν
ταχύτερα από ό,τι στην
υπόλοιπη Ευρώπη, όπως
και σήμερα!), το οποίο,
όπως, όπως συνεχώς
επισημαινόταν (τότε κι
όχι σήμερα!) από την
Τράπεζα της Ελλάδος και
τους διεθνείς
οργανισμούς δεν είναι
διατηρήσιμο.
–
Από την άλλη πλευρά,
παρά τους υψηλούς
ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ,
η παραγωγική βάση δεν
διευρύνθηκε όσο
απαιτείτο και παρέμεινε
εσωστρεφής, με την
ανταγωνιστικότητα να
υποχωρεί και το έλλειμμα
του ισοζυγίου εξωτερικών
συναλλαγών να φτάνει σε
πρωτοφανή επίπεδα, ως
αποτέλεσμα του σαθρού
μοντέλου ανάπτυξης.
-Η
μακρά περίοδος ταχείας
ανάπτυξης που είχε
προηγηθεί στήριζε την
«αφελή πρόβλεψη» (όπως
χαρακτηρίστηκε) ότι οι
ίδιες «επιτυχίες» θα
συνεχίζονταν και τα
επόμενα χρόνια. Έτσι,
αυτό βόλευε όλο το
πολιτικό σύστημα που,
για τους γνωστούς λόγους
(κομματικό κόστος)
απέστρεφε
στρουθοκαμηλικά το
πρόσωπο από το βασικό
πρόβλημα για την Ελλάδα
που ήταν και είναι οι
χρόνιες μακροοικονομικές
ανισορροπίες, από τις
οποίες μερικές
προαναφέρθηκαν. Αρκεί να
αναφερθεί ότι την
παραπάνω περίοδο οι
μεγάλες απώλειες
ανταγωνιστικότητας
υπερέβησαν σωρευτικά το
25%, ενώ το πάντα υψηλό
δημόσιο χρέος αποτελούσε
και αποτελεί ένα από τα
σοβαρότερα διαρθρωτικά
προβλήματα και πηγή
μακροοικονομικής
ανισορροπίας, όπως
επεσήμαινε τότε η
Τράπεζα της Ελλάδος.
-Το
2009 ήταν έτος δύο
εκλογικών αναμετρήσεων,
για το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο την άνοιξη
και για την Ελληνική
Βουλή τον Οκτώβριο, οι
οποίες προκάλεσαν τον
δημοσιονομικό
εκτροχιασμό με τη
σημαντική αύξηση των
πρωτογενών δαπανών και
τη μείωση των
φορολογικών εσόδων και
μαζί με την ασυνεννοησία
του πολιτικού κόσμου για
την αντιμετώπιση των
έκτακτων συνθηκών η
κρίση βρήκε εντελώς
αθωράκιστη την ελληνική
οικονομία. Δηλαδή, τότε
η κρίση αντιμετωπιζόταν
ή έκαναν πως το έβλεπαν
ως μακρινό φαινόμενο που
δεν αφορούσε τη χώρα
μας.
Η
Moody’s και οι άλλες
υποβάθμισαν την ελληνική
οικονομία μόλις δύο
μήνες μετά τις εκλογές
του 2009!!!
Έτσι, μόνο σχεδόν στα
τέλη του 2009, δηλαδή
μετεκλογικά, άρχισαν οι
αγορές να αξιολογούν
αρνητικά την κατάσταση
της ελληνικής οικονομίας
και ιδιαίτερα μετά την
απόφαση του ECOFIN στις
2 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με
την οποία η Ελλάδα
ανταποκρίθηκε ανεπαρκώς
στη σύσταση του
Συμβουλίου, τον Απρίλιο
του 2009, όταν είχε
κινηθεί η Διαδικασία
Υπερβολικού Ελλείμματος.
Τότε, για να
επιστρέψουμε στο θέμα,
στις 8 Δεκεμβρίου 2009 η
Moody’s μαζί με τη Fitch
και τη Standard & Poor’s
υποβάθμισαν διαδοχικά
την πιστοληπτική
ικανότητα της Ελλάδος
(από Α- σε ΒΒΒ+), στις
16 Δεκεμβρίου (από Α- σε
ΒΒΒ+) και στις 22
Δεκεμβρίου (από Α1 σε
Α2). Έτσι, φούντωσε το
πανηγύρι των διαφορών
αποδόσεων (spreads)
μεταξύ των ελληνικών και
των γερμανικών κρατικών
ομολόγων. Τα υπόλοιπα
είναι γνωστά και ακόμα
τα πληρώνουμε…
Πάντως, η Fitch, όπως
προκύπτει από τη νέα
έκθεσή της που
κυκλοφόρησε όταν
γραφόταν αυτό το άρθρο,
προς στιγμήν έχει
αρκεστεί στους γνωστούς
ύμνους τονίζοντας ότι «η
ελληνική οικονομία
διατηρεί ισχυρές
αντοχές, παρά τις
γεωπολιτικές αναταράξεις
και τις πιέσεις στο
διεθνές εμπόριο».
Δημήτρης Στεργίου
(Οικονομικός Ταχυδρόμος)
|