|
Ο
Τζόρτζιο Αγκάμπεν,
ακολουθώντας τον Καρλ
Σμιτ και την περίφημη
«Πολιτική θεολογία» του
, διερεύνησε διεξοδικά
την ιδέα της κατάστασης
εξαίρεσης ως προσωρινής
περίστασης, η οποία όμως
παραμένει μόνιμα στη
διάθεση του κυρίαρχου.
Το παράδοξο που
αντιμετωπίζουμε σήμερα
είναι ότι η κυριαρχία,
το θεμελιώδες
χαρακτηριστικό του
σύγχρονου κράτους,
γίνεται η ίδια μια
δύναμη που εξαλείφει τις
κυριαρχίες.
Πολιτικό παράδειγμα
Και
η κατάσταση εξαίρεσης,
από προσωρινή συνθήκη,
γίνεται το κυρίαρχο
πολιτικό παράδειγμα στην
παγκόσμια σκηνή.
Επιπλέον, στις
περισσότερες περιπτώσεις
περιλαμβάνει μια
ιδιωτικοποιημένη
κυριαρχία, τεχνικά
ανεύθυνη, απρόσβλητη από
οποιονδήποτε έλεγχο και
απρόθυμη να λογοδοτήσει
για τις πράξεις της,
πόσο μάλλον απέναντι σε
ανίσχυρους και
αποδυναμωμένους πολίτες.
Ο
Αγκάμπεν λέει ότι στην
«κατάσταση εξαίρεσης» ο
νόμος αναστέλλεται, αλλά
ταυτόχρονα παραμένει σε
ισχύ μέσω αυτής της
ίδιας της αναστολής του.
Η
έννοια συνδέεται με
μορφές κρατικής
αυθαιρεσίας και πώς
διαχέεται σε δημοκρατικά
καθεστώτα υπό το
πρόσχημα της ανάγκης.
«Η
κατάσταση εξαίρεσης δεν
είναι μια μορφή ειδικού
δικαίου (όπως το δίκαιο
του πολέμου), αλλά, όπως
η αναστολή της ίδιας της
έννομης τάξης,
προσδιορίζει το κατώφλι
της ή, αλλιώς, την
οριακή έννοιά της»
Η
καταπάτηση που
παρατηρείται σήμερα
παγκοσμίως στο πλέγμα
των διεθνών σχέσεων και
στους κανόνες του
διεθνούς δικαίου, έχει
αρχίσει να γίνεται όλο
και πιο εμφανές και στα
σύγχρονα κοινοβουλευτικά
καθεστώτα.
Σταθερή μέθοδος
Η
εξαίρεση τείνει να
κανονικοποιείται ως
σταθερή μέθοδος
διακυβέρνησης, λέει ο
διάσημος Ιταλός
φιλόσοφος. «Όλο και
περισσότερο
επεκτείνονται οι
αρμοδιότητες της
εκτελεστικής εξουσίας σε
νομοθετικό πλαίσιο μέσω
της έκδοσης διαταγμάτων
και μέτρων, ως συνέπεια
της εξουσιοδότησης που
περιέχεται στους
αποκαλούμενους
«εξουσιοδοτικούς
νόμους».
Ως
τέτοιοι νοούνται οι
νόμοι εκείνοι με τους
οποίους παραχωρείται
στην εκτελεστική εξουσία
μια εξαιρετικά ευρεία
ρυθμιστική αρμοδιότητα,
και ιδίως η αρμοδιότητα
να τροποποιεί και να
καταργεί με διατάγματα
τους ισχύοντες
νόμους….Στην
πραγματικότητα, η
προοδευτική διάβρωση των
νομοθετικών εξουσιών του
κοινοβουλίου, που συχνά
σήμερα περιορίζεται στην
επικύρωση μέτρων τα
οποία εκδίδονται από την
εκτελεστική εξουσία με
διατάγματα που έχουν
ισχύ νόμου, έχει γίνει
κοινή πρακτική…Ένα από
τα βασικά χαρακτηριστικά
της κατάστασης εξαίρεσης
–η προσωρινή κατάργηση
της διάκρισης ανάμεσα σε
νομοθετική, εκτελεστική
και δικαστική εξουσία–
φανερώνει την τάση της
να μετατρέπεται σε
μόνιμη πρακτική
διακυβέρνησης»
Τα
ερωτήματα
Τα
ερωτήματα που πρόεκυψαν
από τη χθεσινή
συνεδρίαση στη Βουλή, τα
έθεσε πολύ παραστατικά ο
πρώην πρωθυπουργός
Αντώνης Σαμαράς για το
παράνομο λογισμικό
predator: «δεν
πρέπει αυτό να ερευνηθεί
από ένα σοβαρό κράτος;
Γιατί δεν έχει συμβεί;
Και γιατί δε συμβαίνει,
έστω και τώρα; Κι εάν το
κράτος -για κάποιους
ακατανόητους λόγους- δεν
το επιθυμεί, η Βουλή δεν
πρέπει να το ερευνήσει,
μετά και από τα στοιχεία
της δίκης;».
Την απάντηση τη
δίνει δυστυχώς ο
Αγκάμπεν: Η
κατάσταση εξαίρεσης ή
έκτακτης ανάγκης έχει
καταστεί ή τείνει να
καταστεί παράδειγμα
διακυβέρνησης. Ενώ
αρχικά κατανοούνταν σαν
κάτι το ασυνήθιστο, μια
εξαίρεση, η οποία
μπορούσε να ισχύσει μόνο
για περιορισμένη χρονική
περίοδο, μέσω του
ιστορικού
μετασχηματισμού της
κατέστη σήμερα
φυσιολογική μορφή της
διακυβέρνησης.
Στο
τελευταίο κεφάλαιο του
βιβλίου του, ο Αγκάμπεν
επικεντρώνεται στις
συνέπειες της κατάστασης
εξαίρεσης για την έννομη
τάξη και τα ανθρώπινα
δικαιώματα,
αναδεικνύοντας την
ανάγκη για επιστημονική
και κοινωνική εγρήγορση
απέναντι στην
εντεινόμενη
«κανονικοποίηση» της
ίδια της εξαίρεσης.
Ο
μεγάλος αρχηγός
Όπως ακριβώς, στο
διήγημα «Γιοζεφίνε η
αοιδός ή Ο λαός των
ποντικιών» ο μεγάλος
γερμανόφωνος Τσέχος
συγγραφέας Φραντς Κάφκα
μάς μεταφέρει σε έναν
παράξενο κόσμο . Η
ιστορία εξιστορείται από
την κοινότητα των
ποντικιών και
επικεντρώνεται στη
Γιοζεφίνε, μια ποντικίνα
που πιστεύει ότι
διαθέτει μια μοναδική
και εξαιρετική φωνή.
Παρόλο που ο
λαός των ποντικιών δεν
είναι φιλόμουσος και
βρίσκεται σε συνεχή
αγώνα για επιβίωση, τα
πλήθη συγκεντρώνονται
για να την ακούσουν. Ο
αφηγητής παρατηρεί ότι
το «τραγούδι» της
Γιοζεφίνε δεν διαφέρει
ουσιαστικά από το
συνηθισμένο σφύριγμα
όλων των ποντικιών,
ωστόσο οι εμφανίσεις της
προσφέρουν μια αίσθηση
συλλογικής γαλήνης και
επισημότητας σε
περιόδους κοινωνικής
κρίσης. Αλλά από τη
στιγμή που η «φυλή»
δέχτηκε δημοσίως ότι η
Γιοζεφίνε είναι ο
μεγάλος αρχηγός, τα
πλήθη θα την
χειροκροτούν ό,τι και αν
πράττει, διότι νοιώθουν
μια περίεργη δέσμευση.
Η Γιοζεφίνε
είναι πεπεισμένη για την
υπέρτατη σημασία της
για τον λαό και απαιτεί
να απαλλαγεί επίσημα από
κάθε καθημερινή εργασία
ώστε να αφοσιωθεί
αποκλειστικά στην τέχνη
της. Στην προσπάθεια να
πιέσει το κοινό να
υποκύψει στις απαιτήσεις
της, η Γιοζεφίνε
χρησιμοποιεί διάφορες
τακτικές: συντομεύει τις
παραστάσεις της,
προσποιείται
τραυματισμούς και τελικά
εξαφανίζεται εντελώς.
Η κοινότητα δεν
υποχωρεί μπροστά στην
εξαφάνισή της. Η
ζωή συνεχίζεται χωρίς
αυτήν και ο αφηγητής
καταλήγει στο συμπέρασμα
ότι η Γιοζεφίνε σύντομα
θα ξεχαστεί, καθώς θα
απορροφηθεί από την
ανώνυμη, συλλογική
ιστορία του λαού της. Η
απουσία της αποδεικνύει
τελικά ότι, αν και η
κοινότητα εκτιμούσε την
παρουσία της, η τέχνη
της δεν ήταν προϋπόθεση
για την επιβίωση του
λαού.
Μιχάλης Ψύλος
(Ναυτεμπορική)
|