|
Η
πλεονάζουσα παραγωγική
ικανότητα της κινεζικής
οικονομίας έχει και
θετικές πτυχές. Τα
κινεζικά προϊόντα συχνά
ωφελούν τους καταναλωτές
των υπόλοιπων χωρών με
τις χαμηλές τιμές τους.
Συμβάλλουν επίσης στον
ενεργειακό
μετασχηματισμό από τα
ορυκτά καύσιμα στα
ανανεώσιμα και τις
πράσινες τεχνολογίες.
Εδώ τελειώνουν όμως για
τον υπόλοιπο κόσμο τα
καλά νέα από τo εμπορικό
success story της Κίνας.
Ο ρυθμός με τον οποίο
αυξάνονται οι κινεζικές
εξαγωγές προκαλεί
χιονοστιβάδα στις
δυτικές οικονομίες. Πόσο
μάλλον, όταν δεν
αυξάνονται συγχρόνως οι
εισαγωγές της. Παρότι η
Κίνα αποτελεί μια αγορά
1,4 δισ. καταναλωτών, οι
δυτικές επιχειρήσεις
βλέπουν τις συναλλαγές
τους να φθίνουν· π.χ. οι
πωλήσεις της Nike στην
Κίνα μειώθηκαν κατά 30%
από το 2021.
Μαζί με τις δυνητικές
παρενέργειες της
τεχνητής νοημοσύνης στις
αγορές εργασίας, το
ζήτημα της Κίνας
δημιουργεί ένα εκρηκτικό
κοκτέιλ για τις
εξελίξεις στις
οικονομίες που στήριξαν
το βιοτικό επίπεδο των
προηγούμενων δεκαετιών.
Παρ’ όλα αυτά, αντί να
ανταγωνίζεται την Κίνα,
η Δύση ανταγωνίζεται τον
εαυτό της· οι ΗΠΑ του
Τραμπ βάζουν με κάθε
ευκαιρία τρικλοποδιές
στην Ευρώπη, την ώρα που
η Ε.Ε. προσπαθεί να
διατηρήσει τη συνοχή της
με όλο και πιο
απαιτητικές ασκήσεις
ισορροπίας ανάμεσα στα
κράτη-μέλη της.
Αποδεδειγμένα πλέον, οι
βαρύγδουπες εξαγγελίες
για την κήρυξη ανένδοτων
εμπορικών πολέμων με
όπλο τους δασμούς δεν
«δουλεύουν». Η ενίσχυση
της συνεργασίας ΗΠΑ και
Ευρώπης, η άρση των
εμποδίων που
δυσχεραίνουν την
καινοτομία, την
προσέλκυση κεφαλαίων και
την επιχειρηματικότητα
στην Ε.Ε., και η
προσπάθεια για μίνιμουμ
συνεννόηση με την Κίνα
θα βελτίωναν τις
προοπτικές για τα χρόνια
που θα ακολουθήσουν. Για
την ώρα, δεν υπάρχουν οι
προϋποθέσεις.
Βασίλης Κωστούλας
(Money Review)
|