|
Γιατί πέφτουν τα ομόλογα
όταν ανεβαίνουν οι
αποδόσεις
Ως
γνωστόν, υφίσταται η
αντίστροφη σχέση τιμής
και απόδοσης. Όταν ένας
επενδυτής πουλά ένα
υφιστάμενο ομόλογο, η
τιμή του υποχωρεί, κι
επειδή το κουπόνι του
παραμένει σταθερό, η
χαμηλότερη τιμή αυξάνει
την απόδοση που θα έχει
ο επόμενος αγοραστής
μέχρι τη λήξη.
Επί
παραδείγματι, ένα
ομόλογο με κουπόνι 3%
γίνεται λιγότερο
ελκυστικό όταν η αγορά
προσφέρει πλέον νέους
τίτλους με απόδοση 5%.
Επομένως, για να
μπορέσει να
“ανταγωνιστεί”, η τιμή
του παλιού τίτλου πρέπει
να πέσει αρκετά ώστε η
συνολική του απόδοση να
πλησιάσει τα νέα επίπεδα
της αγοράς.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει
σήμερα, ιδιαίτερα στις
μεγάλες διάρκειες, μιας
και οι επενδυτές
απαιτούν μεγαλύτερη
αποζημίωση για να
δεσμεύσουν χρήματα για
δέκα, είκοσι ή τριάντα
χρόνια, σε ένα
περιβάλλον όπου ο
πληθωρισμός παραμένει
επίμονος, τα
δημοσιονομικά ελλείμματα
είναι μεγάλα και οι
κυβερνήσεις χρειάζονται
συνεχώς περισσότερη
χρηματοδότηση.
Η
αμερικανική ανησυχία
έχει δύο λέξεις:
πληθωρισμός και χρέος
Στις ΗΠΑ, η πίεση δεν
προέρχεται από φόβο
ενδεχόμενης αθέτησης
πληρωμών, αλίμονο αν η
αγορά προεξοφλούσε
πτώχευση της οικονομίας
αυτής.
Το
ερώτημα είναι σε ποια
τιμή θα συνεχίσει η
αγορά να χρηματοδοτεί
ένα ολοένα μεγαλύτερο
δημόσιο χρέος.
Η
ισχυρή οικονομική
δραστηριότητα και οι
τεράστιες επενδύσεις σε
τεχνητή νοημοσύνη, data
centers και ενεργειακές
υποδομές στηρίζουν την
ανάπτυξη, ταυτόχρονα
όμως κρατούν ισχυρή τη
ζήτηση για κεφάλαιο.
Παράλληλα, η άνοδος των
ενεργειακών τιμών, με το
Brent γύρω από τα 100
δολάρια, αναζωπυρώνει
τον πληθωριστικό
κίνδυνο.
Αυτό μειώνει την
πιθανότητα τα επιτόκια
να υποχωρήσουν γρήγορα
και αυξάνει το
ασφάλιστρο που απαιτεί η
αγορά για τα
μακροπρόθεσμα ομόλογα.
Υπάρχει όμως και το
ζήτημα της προσφοράς.
Το
αμερικανικό Δημόσιο
πρέπει να εκδίδει
τεράστιους όγκους
χρέους.
Μόνο αυτή την εβδομάδα
προγραμματίζονται
δημοπρασίες περίπου 120
δισ. δολαρίων σε τίτλους
τριών, δέκα και τριάντα
ετών.
Η
αγορά παρακολουθεί πλέον
αυτές τις δημοπρασίες
πολύ πιο στενά, καθώς
πρόσφατη έκδοση
πενταετούς τίτλου
εμφάνισε τη χαμηλότερη
σχέση προσφορών προς
προσφερόμενο ποσό εδώ
και εννέα χρόνια.
Άρα, διαφαίνεται ότι οι
επενδυτές εξακολουθούν
να αγοράζουν Treasuries,
ζητούν όμως υψηλότερη
αμοιβή για να το κάνουν.
Στην Ευρώπη, η Γαλλία
αλλάζει τις ισορροπίες
Η
ευρωπαϊκή ιστορία είναι
διαφορετική, επειδή η
αγορά δεν αντιμετωπίζει
όλες τις χώρες με τον
ίδιο τρόπο.
Η
Γερμανία έχει επιστρέψει
στον παραδοσιακό ρόλο
του ασφαλούς καταφυγίου,
και την ώρα που οι
γαλλικές αποδόσεις
εκτοξεύονταν, οι
επενδυτές αγόραζαν
Bunds, οδηγώντας
χαμηλότερα τις
γερμανικές αποδόσεις.
Αντίστοιχη ζήτηση έχει
εμφανιστεί σε ολλανδικά,
ελβετικά και σουηδικά
ομόλογα.
Η
Γαλλία βρίσκεται στην
αντίθετη πλευρά. Το
δημοσιονομικό έλλειμμα
παραμένει πάνω από 5%
του ΑΕΠ, οι αγορές
αμφισβητούν το πόσο
εύκολα μπορούν να
εφαρμοστούν οι
απαιτούμενες περικοπές
και οι πολιτικές
εξελίξεις ενόψει των
εκλογών του 2027
αυξάνουν την
αβεβαιότητα.
Παράλληλα, η χώρα
σχεδιάζει να εκδώσει το
2027 περίπου 340 δισ.
ευρώ ομολόγων, ποσό
ρεκόρ, που σε αυτές τις
συνθήκες, φαντάζει
επικίνδυνο.
Η
πίεση έχει αρχίσει να
επηρεάζει και άλλες
αγορές. Το spread των
ιταλικών 10ετών έναντι
της Γερμανίας
διευρύνθηκε πρόσφατα
προς τις 130 μονάδες
βάσης, ενώ ακόμη και το
ελληνικό spread κινήθηκε
στα υψηλότερα επίπεδα
περίπου δύο ετών, αν και
εξαιρετικό αναλογιζόμενη
την υπερδεκαετή
περιπέτειά μας.
Το
μήνυμα πίσω από το
sell-off
Εν
ολίγοις, η αγορά
επαναφέρει σταδιακά το
δημοσιονομικό ρίσκο στην
τιμολόγηση των ομολόγων.
Για χρόνια, το χαμηλό
κόστος χρήματος επέτρεπε
στις κυβερνήσεις να
αυξάνουν το χρέος χωρίς
άμεση πίεση, ωστόσο με
τις αποδόσεις πλέον
κοντά ή πάνω από το 5%,
όλα αλλάζουν. Εξάλλου,
μεγαλύτερο μέρος των
κρατικών εσόδων
κατευθύνεται σε τόκους,
οι νέες εκδόσεις
γίνονται ακριβότερες και
οι χώρες με υψηλά
ελλείμματα αναγκάζονται
να πείσουν την αγορά ότι
διαθέτουν αξιόπιστο
σχέδιο.
Αυτό εξηγεί τη στάση των
επενδυτών που
χρησιμοποιούν την αγορά
ομολόγων για να
απαιτήσουν μεγαλύτερο
ασφάλιστρο από
κυβερνήσεις που θεωρούν
δημοσιονομικά χαλαρές.
Το
κρίσιμο ερώτημα των
επόμενων εβδομάδων θα
είναι εάν οι υψηλότερες
αποδόσεις προσελκύσουν
αρκετούς αγοραστές και
σταθεροποιήσουν την
αγορά ή εάν οι επενδυτές
συνεχίσουν να απαιτούν
μεγαλύτερη αποζημίωση.
Στη
δεύτερη περίπτωση, το
πρόβλημα θα πάψει να
αφορά μόνο στα κρατικά
ομόλογα, μιας και οι
αποδόσεις των Treasuries
και των Bunds αποτελούν
το σημείο αναφοράς για
στεγαστικά δάνεια,
εταιρικά ομόλογα και
αποτιμήσεις μετοχών.
Όταν το «χωρίς κίνδυνο»
επιτόκιο ανεβαίνει,
ολόκληρο το
χρηματοοικονομικό
σύστημα ανατιμολογείται.
Ο Συμεών Μαυρουδής είναι
Διαχειριστής Α/Κ και
ιδιωτικών χαρτοφυλακίων
στη Fast
Finance ΑΕΠΕΥ
Πρώτη δημοσίευση
στον Ο.Τ.
|