|
Κι΄
αυτό επειδή οι
συσσωρευμένες
διαρθρωτικές
παθογένειες του
ΣΚΑ κατανοήθηκαν
λανθασμένα από
τους εκπροσώπους
των δανειστών και
τις ελληνικές
κυβερνήσεις ως
δημοσιονομικό
πρόβλημα, και
ως εκ τούτου
οι παθογένειες
και η μείωση
των ελλειμμάτων
αντιμετωπίσθηκαν
ανεπιτυχώς (λόγω
της προκαλούμενης
ύφεσης και της
αυξανόμενης
ανεργίας από τις
πολιτικές
λιτότητας) με
νομοθετικές
παρεμβάσεις
δημοσιονομικής
περιστολής. Παράλληλα,
ο Ν. 4387/2016
ενσωμάτωσε όλες αυτές
τις μειώσεις, οι οποίες
οδήγησαν σε συνολικές
απώλειες 65 δις
ευρώ στο εισόδημα των
συνταξιούχων.
Μετά και τον Ν.
4670/2020 στην μελέτη
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Ageing Working Group
2024) η οποία είχε λάβει
υπόψη ως κύρια
δημογραφική παράμετρο
την αύξηση του δείκτης
εξάρτησης των
ηλικιωμένων από το 37%
στο 61% μέχρι το 2070
και ετήσια μέση
μακροχρόνια αύξηση του
ΑΕΠ 1,1% μέχρι το
2070, εκτιμήθηκε
ότι το
επίπεδο των
συνταξιοδοτικών δαπανών
στην Ελλάδα θα
μειωθεί από το 14,5% το
2024 στο 12% του ΑΕΠ το
2070, δηλαδή θα
προσεγγίσει τον
μέσο όρο (12% του ΑΕΠ)
των χωρών της ΕΕ-27.
Επίσης, η συγκεκριμένη
μελέτη χαρακτήριζε ότι
το σύστημα κοινωνικής
ασφάλισης στην Ελλάδα
είναι χρηματοοικονομικά
βιώσιμο, παραβλέποντας
όμως την παράμετρο της
κοινωνικής
αποτελεσματικότητας,
δηλαδή την επάρκεια των
συντάξεων. Στην ίδια
μελέτη για το διάστημα
2020 – 2070 προβλέπονταν
ότι οι δαπάνες
συντάξεων ανά
10-ετία θα
είναι 150 δις ευρώ (σε
παρούσες αξίες) κατά
μέσο όρο (ή 15 δις ευρώ
ετησίως κατά μέσο όρο),
όταν την περίοδο 2000 –
2009 δαπανήθηκαν στο
σύστημα κοινωνικής
ασφάλισης κατά μέσο όρο
9 δις ευρώ το έτος για
τις συντάξεις
(Κοινωνικοί
Προϋπολογισμοί
2002-2009).
Επομένως, πως είναι
δυνατόν, σύμφωνα με την
μελέτη του Ageing
Working Group, το
σύστημα κοινωνικής
ασφάλισης (μόνο
συντάξεις) στην Ελλάδα
να θεωρείται βιώσιμο
δαπανώντας ανά 10-ετία
15 δις ευρώ από τον
Κρατικό Προϋπολογισμό
την περίοδο 2025-2070
και τα 9 δις ευρώ που
δαπανήθηκαν στην περίοδο
2000 – 2009 να
υποστηρίζεται ότι
προκάλεσαν την χρεοκοπία
της ελληνικής
οικονομίας, όταν οι
συγκεκριμένες
δαπάνες
αποτελούσαν το 35% του
χρέους της χώρας το
2009; Έτσι, με αφετηρία
τα δεδομένα αυτά, η
άποψη ότι τα 9 δις ευρώ
που καταβλήθηκαν, κατά
μέσο όρο ετησίως, από
τον Κρατικό
Προϋπολογισμό στο
σύστημα κοινωνικής
ασφάλισης (ΣΚΑ), κατά
την περίοδο
2000-2009, οδήγησαν την
χώρα μας στην χρεοκοπία,
αποδεικνύεται, σύμφωνα
με την
ποσοτική και
τεχνική ανάλυση
των στοιχείων του
ΣΚΑ, ότι αδυνατεί
να προσεγγίσει
την τότε αλλά
και την
μελλοντική
πραγματικότητα της
ελληνικής
οικονομίας και
του συστήματος
κοινωνικής
ασφάλισης.
Το
ίδιο, η άποψη που
διατυπώνεται στις μέρες
μας ότι η αποκατάσταση
της ισότητας
μεταξύ δημοσίου
και ιδιωτικού
τομέα για τις
συντάξεις
χηρείας θα
υπονομεύσει το
συνταξιοδοτικό
σύστημα και
την δημοσιονομική
σταθερότητα της
ελληνικής
οικονομίας δεν
επαληθεύεται από
την βραχυχρόνια και
μεσο-μακροπρόθεσμη
ποσοτική και τεχνική
ανάλυση των
συγκεκριμένων
στοιχείων του
ΣΚΑ και της
ελληνικής
οικονομίας. Είναι
ενδιαφέρον να
σημειωθεί ότι οι
συντάξεις χηρείας
βασίζονται
στην ανταποδοτικότητα
των εισφορών αλλά και
στην κοινωνική
αλληλεγγύη των
αναδιανεμητικών
συστημάτων
κοινωνικής
ασφάλισης αφού ενδέχεται
η(ο) χήρα(ος) να λάβει
την σύνταξη χηρείας για
περισσότερο χρονικό
διάστημα από αυτό που
αντιστοιχεί στην
ανταποδοτικότητα των
εισφορών. Πιο
συγκεκριμένα το
ζήτημα που έχει ανακύψει
στην χώρα
μας με τις
συντάξεις χηρείας
διακρίνεται σε δύο
περιπτώσεις.
Η
πρώτη είναι ότι σύμφωνα
με την παρ. 5 του άρθρου
7 του Ν. 4387/2016: «Σε
περίπτωση σώρευσης
συντάξεων χορηγείται μια
εθνική σύνταξη» και η
δεύτερη αφορά στην παρ.
4Α «Το ποσό της σύνταξης
των ανωτέρω δικαιούχων
υπολογίζεται επί του
ποσού της σύνταξης που
δικαιούται ή που έχει
δικαιωθεί ο θανών
σύζυγος…. 50% της
σύνταξης», ποσοστό
που ο Ν. 4670/2020
αύξησε σε 70%
στην παρ. Γ5β) του
άρθρου 12 το
οποίο αναφέρει ότι
«Μετά την πάροδο της
τριετίας, εάν ο επιζών
σύζυγος εργάζεται ή
αυτοαπασχολείται ή
λαμβάνει σύνταξη από
οποιαδήποτε πηγή
καταβάλλεται το 50% της
σύνταξης». Δηλαδή, εάν
μια(ένας) χήρα(ος)
λαμβάνει 646 ευρώ
(μεικτά) ως δική της
σύνταξη (446 εθνική και
200 ευρώ ανταποδοτική)
και άλλα 700 ευρώ
σύνταξη χηρείας (312
ευρώ εθνική και 387 ευρώ
ανταποδοτική) αυτό
αποτελεί το 70%
για παράδειγμα των 1.000
ευρώ (446 εθνική και 554
ανταποδοτική) της
σύνταξης του(της)
συζύγου.
Σύμφωνα με τον
νόμο (N.4387/2016) ο
οποίος εφαρμόζεται
μόνο στον
δημόσιο τομέα, θα
πρέπει στον
ιδιωτικό τομέα
αφού η(ο) χήρα(ος)
λαμβάνει ήδη 446 ευρώ
εθνική σύνταξη
από την δική της σύνταξη
να της αφαιρεθούν τα 312
ευρώ από την εθνική
σύνταξη που λαμβάνει από
τον σύζυγο. Δηλαδή, η
χήρα που ελάμβανε
συνολικά 1.346 ευρώ
σύνταξη από την δική της
και την σύνταξη χηρείας,
θα πρέπει να λάβει
τελικά σύνταξη 1.034
ευρώ (μεικτά) δηλαδή να
υποστεί μια μείωση της
τάξης του 24%. Όμως το
παράδοξο είναι ότι
οι χαμηλοσυνταξιούχοι θα
υποστούν ακόμα
μεγαλύτερη μείωση η
οποία θα
προσεγγίσει και το 44%.
Έτσι εάν για παράδειγμα
μία χήρα λαμβάνει
σύνταξη χηρείας ίση με
την εθνική σύνταξη
των 446 ευρώ (και
αυτό συμβαίνει όταν το
70% της σύνταξης του
θανούντος συζύγου
είναι μικρότερο
από την εθνική σύνταξη)
και η ίδια όταν
συνταξιοδοτηθεί θα λάβει
δική της σύνταξη 578
ευρώ (446 ευρώ εθνική
και 132 ευρώ
ανταποδοτική με 20 έτη
ασφάλισης και συντάξιμες
αποδοχές ίσες με τον
κατώτατο μισθό των 920
ευρώ), τότε η χήρα
αυτή του
παραδείγματος μας αντί
να λάβει ως
συνολικό ποσό
σύνταξης (χηρείας και
δικής της) ίση με 1.024
ευρώ θα λάβει ως
συνολικό ποσό
σύνταξης 578 ευρώ
(μεικτά), δηλαδή θα
υποστεί μία
περικοπή της
τάξης του 43,6%.
Το
ζήτημα που έχει προκύψει
με τις
συντάξεις χηρείας
στην χώρα
μας είναι ότι στον
ιδιωτικό τομέα δεν
εφαρμόζεται η διάταξη
για την περικοπή της
σύνταξης χηρείας στο
ήμισυ του 70% μετά
το πέρας της τριετίας
και εφόσον η χήρα
εργάζεται ή
συνταξιοδοτείται η ίδια.
Οι συντάξεις χηρείας
στην χώρα
μας, σύμφωνα με τα
στοιχεία του ΗΛΙΟΣ,
αφορούν περίπου 390.000
άτομα, με 3,4 δις ευρώ
συνολική ετήσια δαπάνη
(μέση σύνταξη χηρείας
738 ευρώ μεικτά).
Από
αυτά τα 3,4 δις ευρώ, οι
συντάξεις χηρείας του
ιδιωτικού τομέα αφορούν
τα 2,1 δις ευρώ. Έτσι
στο πλαίσιο της
αποκατάστασης της
ισότητας μεταξύ
του δημόσιου
και ιδιωτικού
τομέα το ποσό που
απαιτείται να περικοπεί
από τις χήρες του
ιδιωτικού τομέα είναι
της τάξης των 800 εκατ.
ευρώ ετησίως (0,4% του
ΑΕΠ). Αντίστοιχα,
η εφαρμογή του Ν.
4387/2016, στις
συντάξεις χηρείας του
δημοσίου και του ΟΓΑ,
εξοικονομεί 350 εκατ.
ευρώ περίπου το έτος από
τις συντάξεις χηρείας.
Όμως, το σημαντικότερο
πρόβλημα είναι ότι ενώ ο
νόμος αναφέρει ότι η
εθνική σύνταξη
χρηματοδοτείται από τον
Κρατικό Προϋπολογισμό,
η ανταποδοτική σύνταξη
είναι ανάλογη των
εισφορών που έχουν
καταβληθεί, η
πραγματικότητα είναι
διαφορετική αφού εάν
λάβουμε υπόψη το
αναλογιστικό ισοδύναμο
(ισοδυναμία της
παρούσας αξίας εισφορών
και παροχών)
διαπιστώνεται ότι και η
εθνική σύνταξη έχει
χρηματοδοτηθεί ως ένα
βαθμό και αυτή από τις
εισφορές των
ασφαλισμένων και των
εργοδοτών.
Πράγματι, εάν θεωρήσουμε
έναν ασφαλισμένο που
συνταξιοδοτείται στο 67ο
έτος της ηλικίας
του με 40 χρόνια
ασφάλισης και συντάξιμες
αποδοχές ίσες με το
σημερινό μέσο επίπεδο
του μισθού, δηλαδή 1.350
ευρώ, τότε θα λάβει
κύρια σύνταξη (εθνική
και ανταποδοτική) ίση με
1.121 ευρώ (μεικτά) η
οποία είναι ίση με το
αναλογιστικό ισοδύναμο,
δηλαδή με το ποσό που
αντιστοιχεί στις
εισφορές που έχουν
καταβληθεί στα 40 χρόνια
εργασίας και ασφάλισης
του εργαζόμενου. Δηλαδή,
η εθνική σύνταξη σε αυτή
την περίπτωση είναι
πλήρως χρηματοδοτούμενη
από τον ασφαλισμένο και
όχι από τον Κρατικό
Προϋπολογισμό.
Ακόμα, και στην
περίπτωση ενός
αντίστοιχου ασφαλισμένου
αλλά με συντάξιμες
αποδοχές ίσες με
τον κατώτατο μισθό των
920 ευρώ, τότε ο
ασφαλισμένος θα έχει
χρηματοδοτήσει τη μισή
(52%) εθνική σύνταξη που
θα λάβει με τις
εισφορές. Ακόμα, και
στην περίπτωση ενός
χαμηλοαμειβόμενου με 600
ευρώ συντάξιμες
αποδοχές, ο ασφαλισμένος
θα έχει χρηματοδοτήσει
το 1/3 της εθνικής
σύνταξης.
Τούτων δοθέντων, η
αποκατάσταση της
ισότητας μεταξύ δημόσιου
και ιδιωτικού τομέα για
τις συντάξεις
χηρείας με την
κατάργηση της
δεύτερης εθνικής
σύνταξης στον ιδιωτικό
τομέα: α) δεν τροφοδοτεί
τον κίνδυνο
υπονόμευσης της
μακροχρόνιας
βιωσιμότητας του ΣΚΑ και
της δημοσιονομικής
σταθερότητας της
ελληνικής οικονομίας και
β) δεν απαιτείται
να συνοδευτεί από
την επιστροφή των
αναδρομικών που
αντιστοιχούν στην
καταβαλλόμενη δεύτερη
εθνική σύνταξη,
δεδομένου ότι,
μεταξύ άλλων
σοβαρών λόγων,
αυτή έχει
ήδη
χρηματοδοτηθεί, ως ένα
βαθμό, λαμβάνοντας υπόψη
το αναλογιστικό
ισοδύναμο, από τις
καταβαλλόμενες
ασφαλιστικές
εισφορές του
συνταξιούχου
χηρείας.
Πρώτη δημοσίευση στον
Οικονομικό Ταχυδρόμο
|