|
Επιπλέον, απαιτείται
προσοχή στη γενίκευση
των αποτελεσμάτων αυτών.
Τα περισσότερα πιλοτικά
προγράμματα
πραγματοποιήθηκαν σε
οικονομίες και
επιχειρήσεις υψηλής
παραγωγικότητας και
τεχνολογικής έντασης,
κυρίως σε κλάδους όπως η
πληροφορική και οι
χρηματοοικονομικές και
συμβουλευτικές
υπηρεσίες. Η εφαρμογή
ενός τέτοιου μοντέλου
είναι πολύ δυσκολότερη
σε τομείς που απαιτούν
συνεχή φυσική παρουσία
και λειτουργία σε
βάρδιες. Επιπροσθέτως,
αρκετά από τα θετικά
αποτελέσματα φαίνεται
ότι συνδέονταν όχι μόνο
με τη μείωση των ωρών
εργασίας, αλλά και με
καλύτερη οργάνωση της
εργασίας και χρήση νέων
τεχνολογιών.
Η ελληνική οικονομία
έχει χαρακτηριστικά που
καθιστούν τη συζήτηση
αυτή ιδιαίτερα σύνθετη.
Παρά το γεγονός ότι οι
Ελληνες εργαζόμενοι
συγκαταλέγονται μεταξύ
εκείνων με τις
περισσότερες ώρες
εργασίας στην Ευρώπη, η
παραγωγικότητα της
εργασίας στη χώρα μας
παραμένει αισθητά
χαμηλότερη από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η
αδυναμία αυτή
αποτυπώνεται και στο
επίμονα υψηλό έλλειμμα
του ισοζυγίου τρεχουσών
συναλλαγών. Με άλλα
λόγια, η ελληνική
οικονομία εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει μια
«παγίδα χαμηλής
παραγωγικότητας» και
χαμηλής προστιθέμενης
αξίας.
Σε αυτό το περιβάλλον,
μια γενικευμένη μείωση
των εβδομαδιαίων ωρών
εργασίας χωρίς
αντίστοιχη μείωση μισθών
θα συνεπαγόταν σημαντική
αύξηση του μοναδιαίου
κόστους εργασίας. Αν οι
εβδομαδιαίες ώρες
εργασίας μειωθούν από
τις 40 στις 35, το
κόστος εργασίας ανά ώρα
αυξάνεται περίπου κατά
14%, ενώ αν μειωθούν
στις 32 ώρες, η αύξηση
προσεγγίζει το 25%. Για
μια οικονομία με ήδη
χαμηλή
ανταγωνιστικότητα, μια
τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
μείωση επενδύσεων,
απώλεια εξαγωγικών
μεριδίων και, τελικά,
μείωση του ρυθμού
οικονομικής ανάπτυξης
και αύξηση της ανεργίας.
Ιδιαίτερα προβληματικό
είναι το γεγονός ότι η
πρόταση διατυπώθηκε με
αναφορά κυρίως σε
μεγαλύτερες επιχειρήσεις
και δραστηριότητες
διανοητικής εργασίας.
Ομως, ακριβώς αυτό το
τμήμα της οικονομίας
είναι εκείνο που
εμφανίζει συνήθως
υψηλότερη
παραγωγικότητα,
μεγαλύτερη εξωστρέφεια
και μεγαλύτερη
δυνατότητα διεθνούς
ανταγωνισμού. Επομένως,
υπάρχει ο κίνδυνος να
επιβαρυνθεί δυσανάλογα
το πιο δυναμικό κομμάτι
της ελληνικής
παραγωγικής βάσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η
συζήτηση για τη μείωση
του χρόνου εργασίας
είναι αχρείαστη ή
καταδικασμένη να
αποτύχει. Η ταχύτατη
πρόοδος της τεχνητής
νοημοσύνης και των νέων
τεχνολογιών ενδέχεται να
οδηγήσουν σε σημαντικές
αυξήσεις παραγωγικότητας
τα επόμενα χρόνια. Αν
αυτό συμβεί, τότε ίσως
δημιουργηθούν σταδιακά
οι προϋποθέσεις για
μικρότερη διάρκεια
εργασίας χωρίς απώλειες
εισοδήματος ή
ανταγωνιστικότητας. Ομως
και σε αυτήν την
περίπτωση θα ήταν
επιθυμητή η συντονισμένη
μείωση του χρόνου
απασχόλησης σε ευρωπαϊκό
επίπεδο.
*Ο κ. Πάνος Τσακλόγλου
είναι καθηγητής
Οικονομικού
Πανεπιστημίου Αθηνών και
μέλος του Συμβουλίου
Νομισματικής Πολιτικής
της Τράπεζας της
Ελλάδος.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|