|
Η
Συμφωνία της Μέκκας
ωστόσο δεν αποτελεί
τίποτε από τα παραπάνω.
Ούτε ΝΑΤΟ είναι ούτε θα
καταστεί κάτι τέτοιο,
και φυσικά δεν αυξάνει
καμία συλλογική
αποτροπή, την ώρα που
έχει καταρρεύσει η
αμερικανική αποτροπή
έναντι του Ιράν. Η Σ.Α.
έχει υπογράψει
αντίστοιχες συμφωνίες με
το Πακιστάν τον
Σεπτέμβριο του 2025 και
όλα τα κράτη του
Συμβουλίου Συνεργασίας
του Κόλπου – ΣΣΚ από το
2000 με μικρά πρακτικά
αντικρίσματα επί του
πεδίου. Το Πακιστάν δεν
έριξε ούτε μια σφαίρα
κατά του Ιράν και η
αμυντική του αποστολή
στη Σ.Α. που αποτελείται
από 8.000 άνδρες και
κινεζικά μαχητικά και
συστήματα αεράμυνας
αναπτύχθηκε μετά το
τέλος της πρώτης φάσης
του πολέμου στις αρχές
του περασμένου Απριλίου.
Σε
ό,τι αφορά δε την
ανάπτυξη τουρκικών
στρατευμάτων στη
Σαουδική Αραβία και τη
συμμετοχή της Αγκυρας
στη σχεδιαζόμενη
αεροναυτική επιχείρηση
κατά των Χούθι,
παραμένει μεγάλο ερώτημα
εάν ο κ. Ερντογάν όντως
θα διακινδυνεύσει να
αναπτύξει τις
αεροναυτικές του
δυνάμεις σε διακεκαυμένη
ζώνη, όπως π.χ. κάνει με
επιτυχία το Ελληνικό
Πολεμικό Ναυτικό με την
επιχείρηση ΑΣΠΙΔΕΣ από
τον Φεβρουάριο του 2024
έχοντας αδρανοποιήσει
UAV των Χούθι με το
σύστημα «Κένταυρος». Το
ερώτημα αυτό βεβαίως
έχει εν μέρει απαντηθεί
από την ανυπαρξία της
παραμικρής αντίδρασης
του τουρκικού
εκστρατευτικού σώματος
3.000 ανδρών που εδρεύει
στο Κατάρ, όταν αυτό
δέχθηκε τις επιθέσεις
των Ιρανών και τα
πλήγματα των Χούθι στις
13 και 18 Αυγούστου κατά
του διυλιστηρίου της
Aramco στο Jazan.
Η
Τουρκία μπορεί να μην
υπολογίζει στην έμπρακτη
συνδρομή του Ριάντ στη
Συρία που θα την
ενίσχυαν στον ψυχρό της
πόλεμο με το Ισραήλ. Οι
σφοδροί ισραηλινοί
βομβαρδισμοί στο
αεροδρόμιο του Χαλεπίου
στις 19 Αυγούστου που
προορίζονταν για
τουρκική στρατιωτική
βάση και η απουσία της
οποιασδήποτε πρακτικής
σαουδαραβικής ή
πακιστανικής αντίδρασης
είναι ενδεικτικά των
περιορισμών της
συμφωνίας.
Αυτό όμως δεν θα
εμποδίσει την Τουρκία
από το να
εργαλειοποιήσει την
οικονομική και
διπλωματική επιρροή της
Σ.Α. για την εξυπηρέτηση
των δικών της
γεωπολιτικών
προτεραιοτήτων σε
περιοχές άμεσου
ελληνικού ενδιαφέροντος
με επίκεντρο την
Ανατολική Μεσόγειο,
επιδιώκοντας να
απομακρύνει το
ενδεχόμενο υλοποίησης
έργων που σχετίζονται ή
θα μπορούσαν να
ενταχθούν στον διάδρομο
IMEC.
Η
Αγκυρα θα προωθήσει
δυναμικότερα τα δικά της
έργα στο πλαίσιο του
λεγόμενου Μεσαίου
Διαδρόμου (Middle
Corridor) από την Κίνα
και την Κεντρική Ασία
προς την Ευρώπη,
προσθέτοντας σε αυτόν
έργα στρατηγικής
διασυνδεσιμότητας μεταξύ
Τουρκίας και Σαουδικής
Αραβίας μέσω Συρίας,
όπως ο λεγόμενος
σιδηρόδρομος του Hijaz.
Σε αυτό το πλαίσιο τα
έργα που οραματίζονταν
τα ΗΑΕ και το Ισραήλ,
όπως π.χ. η δημιουργία
ενός ενεργειακού και
τηλεπικοινωνιακού
παρακαμπτήριου του Σουέζ
στον άξονα
Eilat-Ashkelon, θα
δυσκολευθούν πολύ να
προχωρήσουν.
Ο
άξονας της Μέκκας θα
διευκολύνει την
περαιτέρω διάχυση της
κινεζικής γεωοικονομικής
επιρροής προς την
Ευρώπη. Και η διάχυση
της κινεζικής επιρροής
δεν θα είναι μόνο
γεωοικονομική με
δεδομένη την εξάρτηση
των πακιστανικών ενόπλων
δυνάμεων από κινεζικό
πολεμικό υλικό υψηλής
τεχνολογικής αιχμής.
Η
σημαντικότερη
γεωπολιτική επίπτωση του
άξονα της Μέκκας είναι
ότι δημιουργεί έναν
αντι-πόλο παράλληλης και
αλληλοτροφοδοτούμενης
χειραφέτησης των
συμμετεχόντων κρατών,
που στρέφεται κατά των
ΗΠΑ και των κρατών που
συμμετέχουν ή
υποστηρίζουν τον άξονα
των Συμφωνιών του
Αβραάμ. Τα κράτη αυτά
που βασίζονται κατά
κύριο λόγο στο πεντάγωνο
Ισραήλ – ΗΑΕ – Μπαχρέιν
– Αίγυπτος – Ιορδανία με
τη δευτερεύουσα
συμμετοχή της Ινδίας και
της Ελλάδας, δεν έχουν
άλλη επιλογή από την
περαιτέρω σύσφιγξη των
μεταξύ τους σχέσεων σε
όλα τα επίπεδα.
*Ο
κ. Θεόδωρος Τσακίρης
είναι διευθυντής Διεθνών
Σχέσεων ΑΔΜΗΕ και
καθηγητής Γεωπολιτικής
και Ενεργειακής
Πολιτικής Πανεπιστημίου
Λευκωσίας.
**
Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|