|
Το
ερώτημα είναι γιατί
επέλεξε αυτή τη στιγμή η
Άγκυρα να θεσμοθετήσει
με νόμο τις διεκδικήσεις
της σε Αιγαίο και
Ανατολική Μεσόγειο.
Δίνονται διάφορες
εξηγήσεις από τις οποίες
η πιο σοβαρή αφορά το
γεωπολιτικό κενό που
υπάρχει σήμερα με τους
υπόλοιπους δρώντες του
διεθνούς συστήματος να
είναι απασχολημένοι με
τους πολέμους και το
γεγονός ότι ο ρόλος της
σε αυτούς έχει
περιοριστεί. Στο μεν
Ουκρανικό η κατάσταση
έχει βαλτώσει στο δε
πόλεμο του Ιράν τον
μεσολαβητικό ρόλο που
ήθελε να διαδραματίσει η
Τουρκία τον έχει
αναλάβει το Πακιστάν. Σε
ένα λοιπόν χαοτικό
διεθνές περιβάλλον και
απορροφημένο σε
Ουκρανία, Γάζα και Ιράν
η Τουρκία προχωρεί σε
μια πράξη θεσμοθέτησης
και αναβάθμισης των
διεκδικήσεων της όντας
βεβαία ότι δεν θα
υπάρξει διεθνής
αντίδραση. Διότι για να
υπάρξει αντίδραση
χρειάζεται κινητοποίηση
της Αθήνας και της
Λευκωσίας κάτι που δεν
φαίνεται στον ορίζοντα.
Την ίδια ώρα μάλιστα που
η Ούρσουλα φον ντερ
Λάιεν δηλώνει, μετά από
επικοινωνία της με τον
Ερντογάν, ότι «η Τουρκία
είναι βασικός εταίρος
της ΕΕ σε μια περιοχή
που βρίσκεται σε
αναταραχή. Τα συμφέροντά
μας συγκλίνουν:
διατηρώντας ανοιχτές τις
εμπορικές οδούς, τη ροή
ενέργειας και τις
αλυσίδες εφοδιασμού
σταθερές. Θα συνεχίσουμε
να συνεργαζόμαστε στενά
σε αυτές τις
προτεραιότητες». Την
ίδια ώρα η γερμανική
εφημερίδα Die Welt
γράφει ότι βρίσκονται σε
εξέλιξη διαβουλεύσεις
για την απόκτηση από τη
Γερμανία του τουρκικού
διηπειρωτικού
βαλλιστικού πυραύλου
Yıldırımhan και του
υπερηχητικού πυραύλου
Tayfun Blok-4, με στόχο
την προστασία των
Ευρωπαίων συμμάχων του
ΝΑΤΟ.
Αυτό επίσης που δεν
φαίνεται να
συνειδητοποιούν οι
ελληνικές και κυπριακές
ελίτ είναι ότι από τη
στιγμή που ένα
αναθεωρητικό δόγμα περνά
στη νομοθεσία, δεν είναι
πια μια απλή ρητορική
αλλά μετατρέπεται σε
επίσημη κρατική
πολιτική που θα
δεσμεύει τις επόμενες
γενιές Τούρκων
πολιτικών, διπλωματών
και στρατιωτικών. Ποια
μελλοντική τουρκική
κυβέρνηση θα τολμήσει
στο μέλλον να ακυρώσει
ένα τέτοιο νόμο;
Με
απλά λόγια θα υπάρχει
μια κατοχύρωση εθνικής
τουρκικής πολιτικής που
θα έχει διάρκεια,
ανεξάρτητα ποια
κυβέρνηση θα βρίσκεται
στην εξουσία στην
Άγκυρα.
Το
μεγάλο πρόβλημα για την
Αθήνα και τη Λευκωσία
είναι ότι ασκούν
εξωτερική πολιτική
“εποχής Ψυχρού Πολέμου”,
δηλαδή πολιτική που
προϋποθέτει έναν
σταθερό, διπολικό κόσμο
όπου «ξέρεις με ποιους
είσαι» και «ξέρεις τι θα
γίνει». Υπάρχει μια
αδυναμία προσαρμογής της
ελληνικής και κυπριακής
διπλωματίας στη
σημερινή πολυπολική,
ρευστή και απρόβλεπτη
διεθνή τάξη. Εξ ου και η
δήλωση Μητσοτάκη κάποτε
ότι «είμαστε σε πόλεμο
με τη Ρωσία». Στα ίδια
χνάρια βρίσκεται και ο
Χριστοδουλίδης.
Αντίθετα η Άγκυρα
συνειδητοποιεί ότι
βρισκόμαστε σε ένα
πολυπολικό κόσμο και
προσαρμόζει ανάλογα την
πολιτική της. Παραμένει
βέβαια στο ΝΑΤΟ και
επιμένει σε στενές
σχέσεις με Ευρώπη και
Αμερική. Δεν έχει όμως
εχθρικές σχέσεις ούτε με
τη Ρωσία, ούτε με το
Πεκίνο, ούτε με το Ιράν.
Ελλάδα και Κύπρος
σκέφτονται ακόμη με
όρους “στρατοπέδων”, σαν
να υπάρχει μια ξεκάθαρη
πλευρά στην οποία πρέπει
κάποιος να ανήκει. Κάτι
τέτοιο δεν ακολουθούν
ούτε καν το Ισραήλ, ούτε
οι χώρες του Κόλπου.
Παρά την εξάρτηση τους
από τις ΗΠΑ,
εξακολουθούν να έχουν
καλές σχέσεις και με τη
Μόσχα και με το Πεκίνο.
Ας μου βρεί κάποιος μια
δήλωση ακόμη και του
Νετανιάχου ή της
Σαουδικής Αραβίας που να
έχουν πει ότι είναι σε
πόλεμο με τη Ρωσία. Αυτή
την πολυτέλεια την έχει
μόνο ο Μητσοτάκης με τον
Χριστοδουλίδη να τον
ακολουθεί κατά πόδας.
Ο
κόσμος δεν είναι ούτε
μονοπολικός, ούτε
διπολικός πια. Είναι
πολυπολικός, με ένα
«ηγεμονικό» τρίγωνο,
ΗΠΑ-Κίνα-Ρωσία, και όσοι
δεν το καταλαβαίνουν και
δεν προσαρμόζονται σε
αυτή την πραγματικότητα
θα έχουν και το ανάλογο
κόστος.
Ακόμη και η Δύση δεν
είναι πια ενιαίο μπλοκ.
Ακόμη και η ΕΕ δεν
είναι ενιαίο μπλοκ.
Υπάρχει διεθνής
ρευστότητα. Οι συμμαχίες
δεν απορρίπτονται αλλά
δεν είναι θέσφατο.
Σήμερα χώρες όπως η
Τουρκία,η Σαουδική
Αραβία,η Ινδία,το Κατάρ,
ακόμη και το Ισραήλ
ακολουθούν πολυδιάστατη,
ευέλικτη διπλωματία.
Σε
μια εποχή που η ΕΕ είναι
αδύναμη γεωπολιτικά,το
ΝΑΤΟ έχει εσωτερικές
αντιφάσεις, οι ΗΠΑ
αλλάζουν προτεραιότητες,
Ελλάδα και Κύπρος
εξακολουθούν να θεωρούν
δεδομένη μια
σταθερότητα που δεν
υπάρχει πια.
Χρειαζόμαστε μια
στρατηγική αυτονομία
εκτός της ψυχροπολεμικής
λογικής. Στρατηγική
αυτονομία δεν σημαίνει
κατ΄ανάγκη εγκατάλειψη
συμμαχιών. Σημαίνει όμως
αποφυγή ιδεολογικών
φίλτρων.
Οι
σκέψεις αυτές είναι
απόρροια ανάλυσης της
πολιτικής που ακολουθούν
Αθήνα και Λευκωσία
απέναντι στην Τουρκία,
απέναντι στην επεκτατική
της πολιτική, με αφορμή
και το τελευταίο
επεισόδιο της νομικής
θεσμοθέτησης «της
Γαλάζιας Πατρίδας».
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Οι
συστοιχίες Patriot οι
οποίες είχαν σταλεί στην
Κάρπαθο για την
προστασία υποτίθεται
των νησιών και της
Κύπρου, επιστρέφουν στις
βάσεις τους. Έμειναν
εκεί όσο το επέτρεπαν
ΝΑΤΟ και Τουρκία.
Ακόμη και ο Άγγελος
Συρίγος, βουλευτής της
ΝΔ, είπε ότι η Τουρκία
αποδέχθηκε προσωρινά την
εγκατάσταση των
συστημάτων λόγω της
κρίσης στον Κόλπο,
επανήλθε όμως μόλις
απομακρύνθηκε ο
συγκεκριμένος κίνδυνος
ζητώντας την απομάκρυνσή
τους, κάτι που τελικά
έγινε «για τις ανάγκες
της συμμαχίας», όπως
είπε χαρακτηριστικά.
Πάει και το Ενιαίο
Αμυντικό Δόγμα που
κάποιοι μας έλεγαν ότι
αναγεννήθηκε.
Πατριωτικές φανφάρες
χωρίς αντίκρυσμα.
*Πανεπιστημιακός,
συγγραφέας. Email
stephanos.constantinides@gmail.com
Πρώτη δημοσίευση στον
Φιλελεύθερος της Κύπρου
|