|
– Είναι παράδοξη αλήθεια
ότι ενώ σήμερα οι
φορολογικοί συντελεστές
είναι πολύ υψηλοί,
εντούτοις τα φορολογικά
έσοδα είναι πολύ χαμηλά
και ο μόνος σωστός
τρόπος για να αυξήσουμε
τα έσοδα είναι να
μειώσουμε τους
συντελεστές.
John
F.
Kennedy.
Σημ. Οταν ανέλαβε ο
Kennedy
ο ανώτατος συντελεστής
ήταν 91% από την εποχή
του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου.
– Το δυσκολότερο πράγμα
στον κόσμο για να
κατανοήσει κανείς είναι
ο Φόρος Εισοδήματος.
Albert
Einstein.
– Το πρόστιμο είναι ένας
φόρος για κάτι κακό που
έκανες. Ο φόρος είναι
ένα πρόστιμο γιατί τα
καταφέρνεις στη ζωή σου.
Mark
Twain».
– Δύο κόμματα, ο Σύριζα
και το ΠΑΣΟΚ, που δεν
φαίνεται να έχουν
πιθανότητες να κερδίσουν
τις επόμενες εκλογές,
διαγκωνίζονται
προεκλογικά για το ποιος
θα βάλει τους
περισσότερους φόρους
στους «πλουσίους». Η
λέξη φόρος προεκλογικά
είναι θανάσιμο αμάρτημα.
– Ο Παναγιώτης Δουδωνής,
νέο ανερχόμενο αστέρι
του ΠΑΣΟΚ και γραμματέας
Πολιτικού Σχεδιασμού,
ξεκαθάρισε ότι «στόχος
του ΠΑΣΟΚ είναι μία
πολιτική που δεν θα
είναι ευχάριστη για
1.000-2.000 άτομα». Και
επειδή ως συνήθως οι
πολιτικοί δεν τα πάνε
καλά με την αριθμητική,
ξέχασε να μας πει πόσο
είναι το μέγιστο που
μπορεί να εισπράξει
κάποιος από τους 2.000
«πλουσίους». Και με την
απειλή αυτού του μέτρου,
οι 2.000 πλούσιοι την
κοπάνησαν από τη χώρα.
– «Πριν αλέκτωρα
φωνήσαι», ένας από τους
πλέον καταξιωμένους και
επιτυχημένους
επιχειρηματίες της χώρας
μας, ο Ευάγγελος
Μυτιληναίος,
κεραυνοβόλησε τους
θιασώτες των φόρων
λέγοντας χωρίς
περιστροφές: «Τώρα που
ξεμπερδέψαμε από τα
μνημόνια, να βρούμε κι
άλλους φόρους; Αφήστε
την οικονομία λίγο να
αυγατίσει». Αλλά πήγε
και ένα βήμα παραπάνω,
λέγοντας: «Καλώς ή κακώς
στο μυαλό του μέσου
Ελληνα οι φόροι είναι
συνδεδεμένοι με μνημόνια
10 ετών. Αν ήμουν
επικεφαλής κόμματος θα
είχα βρει άλλη λέξη. Τη
λέξη φόρο δεν θα την
έλεγα καν».[…]»
Αυτά, λοιπόν, έγραφα
τότε, αλλά αυτά που
συμβαίνουν σήμερα στην
Ελλάδα ξεπερνούν κατά
πολύ τη φαντασία μας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι
μετά το δημοσίευμά μου,
έλαβα μια επιστολή από
τον κύριο Ευάγγελο
Μυτιληναίο, ο οποίος
μεταξύ άλλων μου έγραψε:
«[…] δεν θα άλλαζα ούτε
μία λέξη από το άρθρο
σας […]».
Εμείς όμως επιμένουμε.
Σε μια πρόσφατη
τηλεοπτική εκπομπή του
ONE
TV
(20/5/2026), ακούσαμε
από εκπροσώπους κομμάτων
για τα υπερκέρδη των
«τραπεζιτών». Οταν
επέμενα να μου αναφέρουν
ποιοι είναι οι
τραπεζίτες, φυσικά δεν
είχαν καμία απάντηση,
γιατί απλούστατα σήμερα
δεν υπάρχουν τραπεζίτες.
Αμέσως το γύρισαν στα
υπερκέρδη των τραπεζών.
Οι τράπεζες σταμάτησαν
να δίνουν μερίσματα
στους μετόχους από το
2008 και για πρώτη φορά
έδωσαν το 2025, δηλαδή
ύστερα από 17 ολόκληρα
χρόνια, και τώρα που
έχουν κέρδη θέλουμε να
τις πτωχεύσουμε. Πώς το
είπε ο Γιάνης με ένα
«ν». «Θα πτωχεύσουμε τις
τράπεζες γιατί
λειτουργούν ως
παράσιτα». Βρε μανία που
έχει αυτός ο άνθρωπος με
τις τράπεζες. Κάποιο
απωθημένο πρέπει να
έχει. Δεν εξηγείται
αλλιώτικα η συμπεριφορά
του. Μια χώρα μπορεί να
μείνει χωρίς κυβέρνηση
για πολλούς μήνες, όπως
το Βέλγιο, αλλά δεν
μπορεί να λειτουργήσει
χωρίς τράπεζες.
Αξίζει τον κόπο να κάνω
μια παρένθεση για την
περίπτωση του Βελγίου.
Μετά τις ομοσπονδιακές
εκλογές της 13ης Ιουνίου
2010, το Βέλγιο
χρειάστηκε 589 ημέρες
(19,4 μήνες) για να
σχηματίσει νέα
ομοσπονδιακή κυβέρνηση,
από τις εκλογές μέχρι
την ορκωμοσία της
κυβέρνησης του
Elio
Di
Rupo
στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Το διάστημα αυτό
αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ
για δημοκρατική χώρα σε
καιρό ειρήνης.
Υπάρχει όμως μια
ενδιαφέρουσα
λεπτομέρεια. Το Βέλγιο
δεν ήταν εντελώς «χωρίς
κυβέρνηση». Η απερχόμενη
κυβέρνηση του
Yves
Leterme
παρέμεινε ως υπηρεσιακή
(caretaker)
και συνέχισε να
διαχειρίζεται τις
τρέχουσες υποθέσεις του
κράτους. Δεν μπορούσε
όμως να προωθήσει
σημαντικές νέες
πολιτικές ή μεγάλες
μεταρρυθμίσεις.
Το αξιοσημείωτο είναι
ότι η οικονομία δεν
κατέρρευσε. Το ΑΕΠ
συνέχισε να αυξάνεται, η
δημόσια διοίκηση
λειτουργούσε και οι
φόροι εξακολουθούσαν να
εισπράττονται. Αυτό το
γεγονός χρησιμοποιείται
συχνά τόσο από όσους
υποστηρίζουν μικρότερο
κράτος όσο και από όσους
τονίζουν τη σημασία
ισχυρών θεσμών που
λειτουργούν, ανεξάρτητα
από τις πολιτικές
κρίσεις.
Ο καλός μου φίλος Νότης
Παπαδόπουλος σε άρθρο
στην «Κ» με τίτλο:
«Πυροτεχνολογήματα»,
γράφει: «Την αύξηση της
φορολογίας στους έχοντες
και την αξιοποίηση αυτών
των φορολογικών εσόδων
για την ενίσχυση του
κοινωνικού κράτους
προαναγγέλλει ο κ.
Τσίπρας στις ομιλίες
του, υποστηρίζοντας ότι
με τα αυξημένα αυτά
έσοδα θα χρηματοδοτήσει
την ανοικοδόμηση
κοινωνικών κατοικιών για
νέα ζευγάρια, θα
ενισχύσει τους μισθούς
των γιατρών και τις
γενικότερες ανάγκες του
κοινωνικού κράτους.
Μια ματιά στα στοιχεία
της ΑΑΔΕ δείχνει ότι οι
Ελληνες που έχουν μεγάλα
εισοδήματα, π.χ. πάνω
από 100.000 ευρώ τον
χρόνο, είναι περίπου
16.000, αντιστοιχώντας
στο 0,3% των
φορολογουμένων. Αρα, και
20.000 επιπλέον φόρο να
επιβάλει η φορολογική
αρχή σε κάθε έναν από
αυτούς τους πολίτες, θα
εισπράξει συνολικά 320
εκατ. ευρώ. Δεν είναι
λίγα, αλλά είναι
λιγότερα από τα περίπου
500 εκατ. ευρώ που έδωσε
ως επίδομα 50 ευρώ φέτος
η κυβέρνηση στους
συνταξιούχους. Δεν
μπορούν, δηλαδή, να
χρηματοδοτήσουν σοβαρές
κοινωνικές δράσεις που
θα αλλάξουν το τοπίο στη
χώρα. Ενδεικτικά αναφέρω
ότι το φετινό πρόγραμμα
του Πέδρο Σάντσεθ για
την ανοικοδόμηση σπιτιών
για νέους στην Ισπανία
ήταν 7 δισ. ευρώ![…]».
Ισως το καλύτερο
παράδειγμα υπερβολικής
φορολόγησης να είναι η
Μεγάλη Βρετανία επί
Εργατικών τη δεκαετία
του ’60. Ετυχε να
σπουδάζω στο Λονδίνο το
1965-1966 και
παρακολουθούσα τις
συζητήσεις στην
τηλεόραση. Ο ανώτατος
φορολογικός συντελεστής
ήταν 83% για τα
εισοδήματα από εργασία,
αλλά έφτανε και το 98%
για εισοδήματα από
επενδύσεις, τόκους,
μερίσματα και άλλα.
Βλέπετε, ο Σοσιαλισμός
θέλει πολλά λεφτά για να
συντηρείται! Οταν
ανέλαβε η
Margaret
Thatcher
το 1979, αμέσως μείωσε
τον ανώτατο συντελεστή
από 83% στο 60% και
αργότερα το 1988 σε 40%.
Τα φορολογικά έσοδα όχι
μόνο δεν κατέρρευσαν
αλλά αυξήθηκαν, γιατί
πολύ περισσότεροι
φορολογούμενοι
προτιμούσαν να πληρώσουν
τον νόμιμο φόρο, παρά να
αναζητούν τρόπους
φοροαποφυγής.
Για να είμαι σωστός, οι
φορολογικοί συντελεστές
στη Μεγάλη Βρετανία ήταν
ήδη πολύ υψηλοί πριν από
την άνοδο των Εργατικών
στην εξουσία. Είναι
χαρακτηριστικό ότι ο
εμβληματικός Βρετανός
ηθοποιός
Richard
Burton,
το 1957, με κυβέρνηση
Συντηρητικών μετακόμισε
στην Ελβετία, όπως και
πολλοί άλλοι. Το έτος
εκείνο είχε κερδίσει από
την εργασία του 82.000
λίρες και η εφορία τού
πήρε τις 76.000 λίρες
και του έμειναν μόνο
6.000 λίρες για να
ζήσει! Βλέπετε, όταν οι
φόροι είναι
εξαντλητικοί, οι πολύ
πλούσιοι που θέλουμε να
τους φορολογήσουμε
άγρια… την κοπανάνε και
έτσι τα ταμεία
παραμένουν άδεια.
Και κλείνω το σημερινό
σημείωμά μου με το
υπόλοιπο κείμενο του
Νότη Παπαδόπουλου, γιατί
συμφωνώ απόλυτα με όσα
λέει. Θα μπορούσα να
γράψω τα ίδια με δικά
μου λόγια, αλλά πιστεύω
ότι περιγράφει το θέμα
τόσο καλά που δεν πρέπει
να το καταστρέψω.
«[…] Εχουν πέσει πολλές
ιδέες κατά καιρούς στο
τραπέζι για να αυξηθούν
τα φορολογικά έσοδα που
θα ενισχύσουν το
κοινωνικό κράτος ή θα
βοηθήσουν να τονωθεί το
εισόδημα κάποιων
πολιτών. Από την αύξηση
της φορολογίας στα
μερίσματα, την επιβολή
έκτακτου φόρου στις
τραπεζικές συναλλαγές,
τη φορολόγηση των
περιουσιών των
πολυεκατομμυριούχων της
χώρας ή τη μείωση του
ΦΠΑ σε κάποια είδη
πρώτης ανάγκης. Ωστόσο,
για να είναι
αποτελεσματικά τα όποια
μέτρα, απαιτείται μελέτη
και σοβαρότητα, ώστε να
μετρήσει κανείς τις
επιπτώσεις κάθε κίνησης.
Και πάνω απ’ όλα
χρειάζεται από τη μία
πλευρά να αυξηθεί η
παραγωγική πίτα της
χώρας και από την άλλη η
διεύρυνση της
φορολογικής βάσης σε
αυτούς που κρύβουν
συστηματικά τα
εισοδήματά τους, π.χ.
στους δεκάδες χιλιάδες
ελεύθερους επαγγελματίες
που δηλώνουν ότι ζουν με
300 ευρώ τον μήνα.
Μπορεί να είναι
«πιασάρικο» πολιτικά ότι
ο κ. Γιούνκερ
καταγγέλλει τον κ.
Τσίπρα ότι δεν ήθελε να
φορολογήσει τους
εφοπλιστές όταν η χώρα
είχε ανάγκη επιπλέον 380
εκατομμύρια έσοδα,
ωστόσο πρέπει κανείς να
λογαριάσει το ενδεχόμενο
ότι ένα τέτοιο εγχείρημα
θα μπορούσε να
προκαλέσει μαζική
μεταφορά σε ξένες
σημαίες.
Με άλλα λόγια, εκλογές
έρχονται, αλλά
χρειάζεται ψυχραιμία. Η
χώρα δεν είναι δυνατόν
να κυβερνάται με
πυροτεχνήματα».
ΥΓ.: Ο Τσίπρας στο
Forum
των Δελφών μίλησε για
«μια “πατριωτική
εισφορά” στις
υπερκερδοφόρες
επιχειρήσεις και στα
πολύ υψηλά εισοδήματα».
Φαίνεται ότι δεν έβαλε
μυαλό!
*Ο κ. Ανδρέας Γ.
Δρυμιώτης είναι
σύμβουλος επιχειρήσεων.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|