|
Η Fed
υπογράμμισε ταυτόχρονα
ότι ο πληθωρισμός
παραμένει αυξημένος και
ότι η νέα αύξηση των
επιτοκίων εξυπηρετεί την
ταχύτερη επιστροφή του
προς το 2%.
Οι νέες οικονομικές
προβλέψεις εξηγούν σε
μεγάλο βαθμό τη στροφή,
μιας και η Fed
αναβάθμισε την εκτίμησή
της για την ανάπτυξη του
2026 στο 2,3% από 2,2%,
ενώ περιόρισε την
πρόβλεψη για την ανεργία
στο 4,1% από 4,3%.
Παράλληλα, αύξησε την
εκτίμηση για τον
πληθωρισμό PCE
στο 3,7% από 3,6% και
για τον core
PCE
στο 3,4% από 3,3%. Ακόμη
πιο σημαντική ήταν η
μετατόπιση της
αναμενόμενης πορείας των
επιτοκίων.
Η διάμεση εκτίμηση για
το federal
funds
rate
στο τέλος του 2026
ανέβηκε στο 4,1% από
3,8% τον Ιούνιο.
Πλέον, δώδεκα
αξιωματούχοι βλέπουν το
επιτόκιο στο 4,125% στο
τέλος της χρονιάς και
τέσσερις στο 4,375%, ενώ
μόλις δύο τοποθετούνται
χαμηλότερα.
Η ουσία βρίσκεται
ακριβώς εδώ: η
Fed
βλέπει μια οικονομία που
αντέχει υψηλότερα
επιτόκια και έναν
πληθωρισμό που απαιτεί
μεγαλύτερη πίεση.
Η αγορά εργασίας
περιορίζει τον κίνδυνο
μιας άμεσης ύφεσης λόγω
της νομισματικής
σύσφιξης, δίνοντας στην
κεντρική τράπεζα
μεγαλύτερο περιθώριο να
επικεντρωθεί στη
σταθερότητα των τιμών.
Ο Kevin
Warsh
έχει υιοθετήσει
ιδιαίτερα αυστηρή
γραμμή. Μετά τη
συνεδρίαση υποστήριξε
ότι η οικονομία έχει
ενισχυθεί, ενώ η πορεία
του πληθωρισμού
παρουσίασε ελάχιστη
βελτίωση. Πρόσθεσε στις
μεταβλητές και τις
γεωπολιτικές εξελίξεις,
ιδιαίτερα την άνοδο των
ενεργειακών τιμών. Η
προσέγγισή του αφήνει
την επόμενη κίνηση
ανοιχτή και στηρίζεται
περισσότερο στα νέα
στοιχεία παρά σε
προκαθορισμένη
καθοδήγηση προς τις
αγορές.
Εξάλλου, ο επικεφαλής
της Fed
έχει εκφράσει εδώ και
χρόνια επιφυλάξεις για
το λεγόμενο
forward
guidance
και πλέον φαίνεται να
επανεξετάζει συνολικά
τον τρόπο με τον οποίο
επικοινωνεί η Fed,
και για δεύτερη φορά
απέφυγε να υποβάλει
προσωπική πρόβλεψη στο
Summary
of
Economic
Projections,
δημιουργώντας το
περίφημο «missing
dot»
στο dot
plot.
Ο ίδιος θεωρεί ότι οι
ανώνυμες προβλέψεις της
FOMC
συχνά στερούνται συνοχής
και οικονομικής
αφήγησης, και η συζήτηση
στην αγορά αφορά πλέον
ακόμη και στο μέλλον του
ίδιου του dot
plot,
ενός εργαλείου που επί
χρόνια αποτελούσε βασικό
σημείο αναφοράς για
ομόλογα, δολάριο και
μετοχές.
Υπάρχει επίσης έντονο
πολιτικό παρασκήνιο. Ο
Donald
Trump,
ο οποίος επέλεξε τον
Warsh
για την ηγεσία της
Fed,
έχει επανειλημμένα
ζητήσει σημαντικά
χαμηλότερα επιτόκια και
μετά την τελευταία
απόφαση υποστήριξε ότι
το επιτόκιο θα έπρεπε να
βρίσκεται στο 1% ή
χαμηλότερα.
Παρά τη δημόσια διαφωνία
με τη νομισματική
πολιτική, δήλωσε ότι
εξακολουθεί να έχει
εμπιστοσύνη στον
Warsh,
αν και στη συνέντευξη
Τύπου, όταν ρωτήθηκε για
τις πιέσεις από τον
Λευκό Οίκο, ο
Warsh
απέφυγε να σχολιάσει τις
προσωπικές συνομιλίες με
τον πρόεδρο και τόνισε
την ανεξαρτησία της
κεντρικής τράπεζας.
Στο εσωτερικό της
Fed,
αρκετές περιφερειακές
τράπεζες κινούνται πλέον
σε σαφώς αυστηρότερη
κατεύθυνση.
Ενδεικτικά, η
Susan
Collins
της Boston
στήριξε την αύξηση του
Σεπτεμβρίου και εκτιμά
ότι η πιθανότητα
επίμονου πληθωρισμού
έχει αυξηθεί. Θεωρεί ότι
η βελτίωση της αγοράς
εργασίας επιτρέπει στη
Fed
να επικεντρωθεί
περισσότερο στη
σταθερότητα των τιμών
και ότι απαιτείται πιο
περιοριστική νομισματική
πολιτική.
Ο Tom
Barkin
της Richmond
επίσης βλέπει μεγαλύτερο
κίνδυνο στην πλευρά των
τιμών. Η δική του
ανάγνωση είναι ιδιαίτερα
ενδιαφέρουσα, καθώς
θεωρεί ότι οι
πληθωριστικές πιέσεις
έχουν επεκταθεί πέρα από
την ενέργεια και τους
δασμούς, άρα η ισχυρή
κατανάλωση και η
ευρύτερη οικονομική
δραστηριότητα συντηρούν,
κατά την άποψή του,
πιέσεις στις τιμές. Και
είναι γνωστό, εξάλλου,
ότι ένας ευρύτερος
πληθωρισμός
αντιμετωπίζεται
δυσκολότερα από ένα
προσωρινό ενεργειακό
σοκ.
Ακόμη πιο ξεκάθαρη είναι
η θέση του
Alberto
Musalem
της St.
Louis.
Εκτιμά ότι πιθανότατα θα
χρειαστούν πρόσθετες
αυξήσεις και
χαρακτηρίζει το σημερινό
εύρος 3,75%-4,00% ως
ακόμη σχετικά
υποστηρικτικό για την
οικονομία. Η προτίμησή
του είναι για έγκαιρες
και σταδιακές αυξήσεις,
ώστε να περιοριστεί η
πιθανότητα μιας πολύ πιο
απότομης παρέμβασης
αργότερα, θεωρώντας ότι
ο πληθωρισμός αποτελεί
ήδη πραγματικό πρόβλημα,
με πιέσεις από τη
ζήτηση, τις πρώτες ύλες,
τις μεταφορές, την
ασφάλιση και το κόστος
εισαγωγών.
Ο Neel
Kashkari
της Minneapolis
κινείται επίσης προς την
αυστηρή πλευρά. Έχει
επισημάνει ότι ο
πληθωρισμός βρίσκεται σε
υψηλά επίπεδα σε πολλές
κατηγορίες της
οικονομίας και ότι οι
πιέσεις έχουν επεκταθεί
πέρα από πετρέλαιο και
τρόφιμα, ιδιαίτερα στις
υπηρεσίες. Η θέση αυτή
ενισχύει την άποψη ότι
το πρόβλημα έχει
αποκτήσει περισσότερο
εγχώριο χαρακτήρα.
Στον αντίποδα της πιο
επιθετικής τάσης
βρίσκεται ο
Christopher
Waller,
ο οποίος πριν από τη
συνεδρίαση ζητούσε
μεγαλύτερη υπομονή και
περισσότερο χρόνο για να
φανεί εάν η αποκλιμάκωση
του πληθωρισμού θα
επανέλθει. Η θέση του
είχε συνοψιστεί στην
ανάγκη να δοθεί «μια
ευκαιρία στον
αποπληθωρισμό». Η ισχυρή
αγορά εργασίας και τα
νεότερα στοιχεία
πληθωρισμού περιόρισαν
στη συνέχεια την επιρροή
αυτής της πιο
υπομονετικής
προσέγγισης.
Ο Austan
Goolsbee
του Chicago
έχει προσθέσει μια
διαφορετική διάσταση στη
συζήτηση, αυτή της
ανεξαρτησίας της
Fed.
Απέρριψε την ιδέα ότι η
κεντρική τράπεζα θα
μπορούσε να μειώσει τα
επιτόκια προκειμένου να
καταστήσει φθηνότερη τη
χρηματοδότηση του
αμερικανικού δημοσίου
χρέους. Κατά την άποψή
του, μια τέτοια λογική
θα μπορούσε να ενισχύσει
τις πληθωριστικές
προσδοκίες και τελικά να
οδηγήσει υψηλότερα τα
μακροπρόθεσμα επιτόκια.
Τέλος, ο John
Williams
της New
York
κράτησε πιο τεχνική
στάση στις τελευταίες
δημόσιες τοποθετήσεις
του. Εστίασε στη
λειτουργία του
συστήματος ρευστότητας
και των αποθεματικών της
Fed,
υποστηρίζοντας ότι το
υφιστάμενο πλαίσιο
ελέγχου των
βραχυπρόθεσμων επιτοκίων
λειτουργεί
αποτελεσματικά. Η
συζήτηση έχει σημασία
επειδή ο Warsh
εξετάζει ευρύτερες
αλλαγές στον ισολογισμό
και στα εργαλεία της
κεντρικής τράπεζας,
οπότε οι εσωτερικές
απόψεις για το μέγεθος
των αποθεματικών και τη
λειτουργία της αγοράς
χρήματος μπορεί να
αποκτήσουν μεγαλύτερη
βαρύτητα τους επόμενους
μήνες.
Για τις αγορές, η μεγάλη
αλλαγή είναι η
μετατόπιση ολόκληρης της
καμπύλης προσδοκιών,
καθώς άρχισαν άμεσα να
τιμολογούνται επιπλέον
αυξήσεις έως την άνοιξη
του 2027, μια πιο
επιθετική διαδρομή από
εκείνη που υποδηλώνει η
διάμεση πρόβλεψη των
ίδιων των αξιωματούχων
της Fed.
Η επενδυτική σημασία
είναι άμεση. Υψηλότερα
επιτόκια για μεγαλύτερο
διάστημα αυξάνουν το
προεξοφλητικό επιτόκιο
στις αποτιμήσεις,
διατηρούν υψηλές τις
αποδόσεις των
αμερικανικών ομολόγων
και ενισχύουν το κόστος
χρηματοδότησης
επιχειρήσεων και
νοικοκυριών. Οι μετοχές
ανάπτυξης παραμένουν
περισσότερο ευαίσθητες
σε νέα άνοδο των
αποδόσεων, ενώ τράπεζες,
ασφαλιστικές και
εταιρείες με ισχυρό
ταμείο μπορεί να
επηρεάζονται διαφορετικά
ανάλογα με τη δομή του
ισολογισμού τους. Η
Wall
Street
μέχρι στιγμής δείχνει
αξιοσημείωτη
ανθεκτικότητα, καθώς η
ισχυρή ανάπτυξη, η
παραγωγικότητα και οι
επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη αντισταθμίζουν
μέρος της πίεσης από τα
υψηλότερα επιτόκια. Κάτι
που με τη σειρά του
αναδεικνύει την
κρισιμότητα επιλογής
μετοχών με ισχυρά
θεμελιώδη, χρηματοροές
και ποιοτικό ισολογισμό.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η Fed
έχει περάσει ξανά σε
καθεστώς ενεργής
αντιμετώπισης του
πληθωρισμού. Η ισχυρή
οικονομία των ΗΠΑ τής
δίνει τον χρόνο και τον
χώρο για περισσότερη
σύσφιξη, ενώ η πορεία
των τιμών, της ενέργειας
και της ζήτησης θα
καθορίσει το ύψος της
τελικής κορυφής των
επιτοκίων. Η επόμενη
συνεδρίαση στις 27-28
Οκτωβρίου αποκτά
ιδιαίτερη σημασία. Μέχρι
τότε, κάθε στοιχείο για
πληθωρισμό, αγορά
εργασίας, κατανάλωση και
ενέργεια θα αξιολογείται
μέσα από ένα νέο πρίσμα:
η αγορά πλέον προσπαθεί
να εκτιμήσει πόσο ψηλά
μπορεί να οδηγήσει η Fed
τα επιτόκια και για πόσο
διάστημα θα τα
διατηρήσει εκεί.
Ο Συμεών Μαυρουδής είναι
Διαχειριστής Α/Κ και
ιδιωτικών χαρτοφυλακίων
στη
Fast
Finance
ΑΕΠΕΥ
|