|
Το ερώτημα, επομένως,
είναι αν πρόκειται για
μια συνηθισμένη διόρθωση
έπειτα από μια ισχυρή
ανοδική κίνηση ή αν οι
αγορές αρχίζουν να
προεξοφλούν μια ευρύτερη
οικονομική επιβράδυνση.
Κανένα χρηματιστήριο δεν
ανεβαίνει για πάντα και
κάποια στιγμή ένας νέος
καθοδικός κύκλος είναι
αναπόφευκτος. Το
ζητούμενο είναι αν
πλησιάζουμε ήδη σε μια
νέα ύφεση και ποια
στοιχεία μπορούν να μας
δώσουν τις πρώτες
ενδείξεις.
Η καμπύλη αποδόσεων ως
προειδοποιητικό σήμα
Ένας από τους πιο
γνωστούς και διαχρονικά
αξιόπιστους δείκτες για
την πρόβλεψη μιας ύφεσης
είναι η καμπύλη
αποδόσεων των
αμερικανικών ομολόγων.
Πρόκειται για τη σχέση
μεταξύ των αποδόσεων των
ομολόγων διαφορετικής
διάρκειας. Όταν οι
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων ομολόγων
υποχωρούν κάτω από
εκείνες των
βραχυπρόθεσμων, η
καμπύλη αντιστρέφεται,
ένα φαινόμενο που έχει
προηγηθεί σχεδόν όλων
των αμερικανικών υφέσεων
από τη δεκαετία του
1970.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η
διαφορά μεταξύ των
αποδόσεων των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων διάρκειας 10
και 2 ετών. Είναι ένας
από τους δείκτες που
παρακολουθούν στενά οι
αναλυτές, καθώς έχει
αποδειχθεί χρήσιμος στην
αξιολόγηση των κινδύνων
για την αμερικανική
οικονομία.
Τα ιστορικά παραδείγματα
είναι χαρακτηριστικά.
Τον Φεβρουάριο του 2000,
πριν από την κατάρρευση
της φούσκας των
εταιρειών του
διαδικτύου, η καμπύλη
αποδόσεων αντιστράφηκε.
Μόλις έναν μήνα
αργότερα, άρχισε επίσημα
η μεγάλη πτωτική αγορά
των μετοχών τεχνολογίας.
Το ίδιο φαινόμενο
επαναλήφθηκε το 2006
και, στα τέλη του 2007,
οι ΗΠΑ εισέρχονταν στη
Μεγάλη Ύφεση, μία από
τις σοβαρότερες
οικονομικές κρίσεις της
σύγχρονης ιστορίας.
Η πιο πρόσφατη
αντιστροφή της καμπύλης
σημειώθηκε το 2022.
Εκείνη τη χρονιά δεν
καταγράφηκε επίσημα
ύφεση στις ΗΠΑ, ωστόσο
οι χρηματιστηριακές
αγορές εισήλθαν σε
πτωτική αγορά, καθώς η
οικονομία πιεζόταν από
τον υψηλό πληθωρισμό και
τις επανειλημμένες
αυξήσεις επιτοκίων από
την Ομοσπονδιακή Τράπεζα
των ΗΠΑ (Fed).
Σήμερα, η καμπύλη
αποδόσεων δεν βρίσκεται
πλέον σε καθεστώς
αντιστροφής, καθώς
επέστρεψε σε θετικό
έδαφος το 2024. Ωστόσο,
η πορεία της εξακολουθεί
να παρακολουθείται
στενά, καθώς οι
μεταβολές στις αποδόσεις
των ομολόγων μπορούν να
προσφέρουν ενδείξεις για
τις προσδοκίες των
επενδυτών σχετικά με την
ανάπτυξη και τη
μελλοντική πορεία της
νομισματικής πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση,
κανένας δείκτης δεν
μπορεί να προβλέψει με
απόλυτη ακρίβεια μια
ύφεση. Ακόμη και οι πιο
αξιόπιστοι δεν είναι σε
θέση να προσδιορίσουν με
βεβαιότητα πότε θα
ξεκινήσει μια οικονομική
επιβράδυνση, πόσο θα
διαρκέσει ή πόσο σοβαρές
θα είναι οι συνέπειές
της. Η ιστορία, ωστόσο,
δείχνει ότι η
προετοιμασία για ένα
τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί
να αποδειχθεί
καθοριστική για τους
επενδυτές.
Πώς μπορούν να
προετοιμαστούν οι
επενδυτές
Οι υφέσεις αποτελούν
φυσιολογικό μέρος του
οικονομικού και
χρηματιστηριακού κύκλου.
Το ερώτημα δεν είναι αν
θα υπάρξει κάποια στιγμή
νέα ύφεση, αλλά πότε θα
συμβεί και πόσο έντονη
θα είναι. Αντί, λοιπόν,
οι επενδυτές να
προσπαθούν να προβλέψουν
την ακριβή στιγμή που θα
ξεκινήσει η επόμενη
κρίση, είναι προτιμότερο
να προετοιμάζουν
εγκαίρως τα χαρτοφυλάκιά
τους.
Μία από τις
σημαντικότερες κινήσεις
είναι η επιλογή
ποιοτικών μετοχών,
δηλαδή εταιρειών με
ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη,
υγιή οικονομική
κατάσταση και
διατηρήσιμο
ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα.
Οι εταιρείες που
διαθέτουν ισχυρούς
ισολογισμούς, σταθερές
ταμειακές ροές και τη
δυνατότητα να διατηρούν
την κερδοφορία τους
ακόμη και σε δύσκολες
οικονομικές συνθήκες
έχουν συνήθως καλύτερες
προϋποθέσεις να
αντεπεξέλθουν σε μια
ύφεση. Αντίθετα,
επιχειρήσεις με
υπερβολικό δανεισμό,
εύθραυστη
χρηματοοικονομική θέση ή
επιχειρηματικά μοντέλα
που εξαρτώνται από τη
συνεχή οικονομική
ανάπτυξη μπορεί να
αντιμετωπίσουν πολύ
μεγαλύτερες πιέσεις.
Αυτή είναι και η βασική
διαφορά μεταξύ μιας
μετοχής που μπορεί να
ανακάμψει μετά από μια
μεγάλη πτώση και μιας
άλλης που ενδέχεται να
χάσει μεγάλο μέρος της
αξίας της χωρίς να
καταφέρει να επανέλθει
στα προηγούμενα επίπεδα.
Η μακροπρόθεσμη εικόνα
του S&P
500 είναι ενδεικτική.
Από τον Ιανουάριο του
2000 μέχρι σήμερα, ο
δείκτης έχει ενισχυθεί
περισσότερο από 750%,
παρά τις διαδοχικές
κρίσεις και τις μεγάλες
πτωτικές αγορές που
μεσολάβησαν. Η πορεία
αυτή υπενθυμίζει ότι οι
έντονες διορθώσεις,
ακόμη και όταν
συνοδεύονται από σοβαρές
οικονομικές αναταράξεις,
δεν ακυρώνουν απαραίτητα
τη μακροπρόθεσμη ανοδική
τάση των αγορών.
Για τους επενδυτές,
επομένως, η ουσία δεν
είναι να αποφύγουν κάθε
πιθανή πτώση, κάτι που
είναι πρακτικά αδύνατο,
αλλά να διαμορφώσουν ένα
χαρτοφυλάκιο που μπορεί
να αντέξει περιόδους
έντονης μεταβλητότητας.
Η επιλογή εταιρειών με
ισχυρές βάσεις και η
διατήρηση μακροπρόθεσμου
ορίζοντα μπορούν να
αυξήσουν τις πιθανότητες
επίτευξης θετικών
συνολικών αποδόσεων σε
βάθος χρόνου.
Αξίζει να αγοράσει
κανείς τώρα τον S&P
500;
Το άρθρο εξετάζει επίσης
αν είναι κατάλληλη
στιγμή για επένδυση στον
S&P
500, παρουσιάζοντας την
άποψη της επενδυτικής
υπηρεσίας Stock
Advisor
της Motley
Fool.
Η αναλυτική ομάδα της
αναφέρει ότι έχει
επιλέξει δέκα μετοχές
που θεωρεί ιδιαίτερα
ελκυστικές για αγορά
αυτή την περίοδο, χωρίς
να περιλαμβάνει σε αυτές
τον ίδιο τον δείκτη
S&P
500.
Ως παραδείγματα των
προηγούμενων επιλογών
της, η υπηρεσία αναφέρει
τη Netflix,
η οποία εντάχθηκε στη
λίστα της στις 17
Δεκεμβρίου 2004, και τη
Nvidia,
που προστέθηκε στις 15
Απριλίου 2005. Σύμφωνα
με τα στοιχεία που
παρουσιάζει, μια
υποθετική επένδυση 1.000
δολαρίων στη
Netflix
κατά τον χρόνο της
σχετικής σύστασης θα
είχε φτάσει τα 337.166
δολάρια, ενώ η
αντίστοιχη επένδυση στη
Nvidia
θα είχε αυξηθεί στα
1.339.143 δολάρια.
Η Motley
Fool
αναφέρει ακόμη ότι η
μέση συνολική απόδοση
της υπηρεσίας
Stock
Advisor
ανέρχεται στο 904%,
έναντι 213% για τον
S&P
500, υποστηρίζοντας ότι
οι επιλογές της έχουν
υπεραποδώσει σημαντικά
έναντι της ευρύτερης
αγοράς. Πρόκειται,
βεβαίως, για στοιχεία
που παρουσιάζει η ίδια η
εταιρεία και για
ιστορικές αποδόσεις, οι
οποίες δεν εγγυώνται
ανάλογα αποτελέσματα στο
μέλλον.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι, ακόμη και αν
οι αγορές βρίσκονται
κοντά σε μια νέα περίοδο
αναταράξεων, οι
επενδυτές δεν χρειάζεται
απαραίτητα να
εγκαταλείψουν τις
μετοχές. Εκείνο που έχει
μεγαλύτερη σημασία είναι
η ποιότητα των εταιρειών
στις οποίες επιλέγουν να
τοποθετήσουν τα χρήματά
τους, η οικονομική τους
αντοχή και η δυνατότητά
τους να δημιουργούν αξία
σε βάθος χρόνου.
|