|
Κεντρικό εργαλείο στη
διαδικασία αποτελεί το
«Σύστημα
Αυτοματοποιημένου
Ελέγχου Προσαύξησης
Περιουσίας», γνωστό ως
Bank
Account
Nexus
Crosscheck
Application
ή BANCAPP.
Πώς λειτουργεί το
BANCAPP
Το BANCAPP
έχει σχεδιαστεί ώστε να
αυτοματοποιεί σε μεγάλο
βαθμό τη διαδικασία
συλλογής και
επεξεργασίας
χρηματοοικονομικών
δεδομένων. Μέσω του
συστήματος, οι
ελεγκτικές υπηρεσίες
μπορούν να αποκτούν
συγκεντρωμένη εικόνα για
τις τραπεζικές και
λοιπές οικονομικές
κινήσεις των προσώπων
που βρίσκονται υπό
έλεγχο.
Το ζητούμενο είναι να
διαπιστωθεί εάν η
οικονομική δραστηριότητα
ενός φορολογουμένου, οι
μεταβολές στην περιουσία
του και οι δαπάνες
διαβίωσής του μπορούν να
δικαιολογηθούν από τα
εισοδήματα που έχει
δηλώσει.
Η διαδικασία ξεκινά με
την έκδοση εντολής
φορολογικού ελέγχου. Από
τη στιγμή που αυτή
ενεργοποιηθεί, το
σχετικό αίτημα
προωθείται ηλεκτρονικά
μέσω της ΑΑΔΕ στο
BANCAPP,
χωρίς να απαιτείται
χειροκίνητη αποστολή από
τον ελεγκτή.
Στη συνέχεια, το αίτημα
διαβιβάζεται μέσω του
ηλεκτρονικού κόμβου
διασύνδεσης προς τα
πιστωτικά ιδρύματα και
τα υπόχρεα πρόσωπα. Τα
στοιχεία πρέπει να
αποσταλούν εντός δύο
εργάσιμων ημερών. Για
ελέγχους που αφορούν
χρονικό διάστημα
μεγαλύτερο των πέντε
ετών προβλέπεται
προθεσμία πέντε
εργάσιμων ημερών.
Η επικοινωνία μεταξύ της
ΑΑΔΕ και των υπόχρεων
φορέων πραγματοποιείται
μέσω των υποδομών της
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., ενώ τα
δεδομένα που
ανταλλάσσονται είναι
κρυπτογραφημένα.
Τι μπορεί να δει η ΑΑΔΕ
Το εύρος των πληροφοριών
που μπορούν να
αποτελέσουν αντικείμενο
διασταύρωσης είναι
ιδιαίτερα μεγάλο.
Τα πιστωτικά και
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα μπορούν να
αποστείλουν στοιχεία που
αφορούν:
τραπεζικές καταθέσεις
και λογαριασμούς,
χορηγήσεις και δάνεια,
επενδυτικούς
λογαριασμούς,
χαρτοφυλάκια επενδυτικών
προϊόντων και
αξιογράφων,
αμοιβαία κεφάλαια,
ομόλογα και μετοχές,
τραπεζοασφαλιστικά
προϊόντα,
παράγωγα και
repos,
πιστωτικές και
προπληρωμένες κάρτες,
λογαριασμούς πληρωμών,
ηλεκτρονικά πορτοφόλια,
τραπεζικές θυρίδες.
Με αυτόν τον τρόπο, η
φορολογική διοίκηση δεν
εξετάζει πλέον μόνο το
ύψος των καταθέσεων.
Μπορεί να δημιουργεί μια
πολύ ευρύτερη εικόνα της
οικονομικής
δραστηριότητας ενός
προσώπου και να τη
συγκρίνει με τα στοιχεία
που εμφανίζονται στις
φορολογικές του
δηλώσεις.
Από τα εισοδήματα μέχρι
την καθημερινή
κατανάλωση
Οι διασταυρώσεις μπορούν
να επεκταθούν και σε
στοιχεία που
αποκαλύπτουν το επίπεδο
διαβίωσης του
φορολογουμένου.
Στο πλαίσιο αυτό
εξετάζονται αναδρομικές
αποδοχές, πρόσθετες
αμοιβές και ηλεκτρονικές
δαπάνες που δηλώνονται
στους κωδικούς 049-050.
Παράλληλα, μπορούν να
αξιοποιηθούν στοιχεία
για την αποπληρωμή
στεγαστικών και
καταναλωτικών δανείων,
ασφαλιστήρια συμβόλαια
ζωής και υγείας, νοσήλια
σε ιδιωτικές κλινικές
και δίδακτρα ιδιωτικών
σχολείων.
Στο μικροσκόπιο μπορούν
να βρεθούν ακόμη δαπάνες
σταθερής και κινητής
τηλεφωνίας, καθώς και
στοιχεία κατανάλωσης
νερού.
Μάλιστα, ακόμη και η
κατανάλωση νερού μπορεί
να λειτουργήσει ως
ένδειξη για περαιτέρω
έλεγχο. Ιδιαίτερα υψηλή
κατανάλωση ενδέχεται να
δημιουργήσει ερωτήματα,
για παράδειγμα, σχετικά
με την ύπαρξη πισίνας ή
άλλης υποδομής που δεν
αποτυπώνεται στην
οικονομική εικόνα που
έχει δηλωθεί.
Παράλληλα, εξετάζονται
εισοδήματα από ακίνητα,
συμβατικές μισθώσεις και
βραχυχρόνιες μισθώσεις,
ώστε να εντοπίζονται
περιπτώσεις όπου τα
πραγματικά έσοδα
ενδέχεται να είναι
υψηλότερα από εκείνα που
εμφανίζονται στις
φορολογικές δηλώσεις.
Ο αλγόριθμος αναζητά την
«αναντιστοιχία»
Η βασική λογική των
ελέγχων είναι η σύγκριση
διαφορετικών οικονομικών
δεδομένων.
Εάν ένας φορολογούμενος
εμφανίζει χαμηλά
δηλωμένα εισοδήματα,
αλλά ταυτόχρονα
πραγματοποιεί σημαντικές
καταθέσεις, υψηλές
αγορές, αποπληρωμές
δανείων, επενδύσεις ή
άλλες μεγάλες δαπάνες,
δημιουργείται μια
απόκλιση που μπορεί να
οδηγήσει σε περαιτέρω
έλεγχο.
Αντίστοιχα, σημαντική
αύξηση της περιουσίας
μέσα σε μια περίοδο
μπορεί να συγκριθεί με
τα εισοδήματα που έχουν
δηλωθεί κατά τα ίδια
έτη.
Το ζητούμενο για την
ΑΑΔΕ είναι να εντοπίζει
περιπτώσεις στις οποίες
η οικονομική εικόνα δεν
μπορεί να εξηγηθεί από
τις νόμιμα δηλωμένες
πηγές εισοδήματος.
Η τεχνολογία δεν
αντικαθιστά τον
φορολογικό έλεγχο, αλλά
λειτουργεί ως μηχανισμός
εντοπισμού των υποθέσεων
που εμφανίζουν αυξημένο
ελεγκτικό ενδιαφέρον.
Τι γίνεται όταν
εντοπιστεί απόκλιση
Εφόσον οι ηλεκτρονικές
διασταυρώσεις εμφανίσουν
στοιχεία που δεν
συμφωνούν με τις
φορολογικές δηλώσεις, ο
φορολογούμενος καλείται
να εξηγήσει την απόκλιση
και να προσκομίσει τα
απαραίτητα
δικαιολογητικά.
Η υπόθεση μπορεί να
περάσει στο επόμενο
στάδιο εφόσον τα
στοιχεία που θα
προσκομιστούν δεν
θεωρηθούν επαρκή από τις
αρμόδιες φορολογικές
υπηρεσίες.
Τότε μπορεί να
ακολουθήσει πλήρης
φορολογικός έλεγχος και,
ανάλογα με τα ευρήματα,
να καταλογιστούν οι
αναλογούντες φόροι,
προσαυξήσεις και
πρόστιμα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η
περίπτωση της
αδικαιολόγητης
προσαύξησης περιουσίας.
Όταν ένα ποσό δεν μπορεί
να δικαιολογηθεί από τα
δηλωμένα εισοδήματα ή
από νόμιμη και
αποδεικνυόμενη πηγή,
μπορεί να αντιμετωπιστεί
φορολογικά ως προσαύξηση
περιουσίας και να
υπαχθεί στον
προβλεπόμενο φορολογικό
συντελεστή.
Η νέα εποχή των
φορολογικών ελέγχων
Η αξιοποίηση του
BANCAPP
εντάσσεται σε μια
ευρύτερη αλλαγή του
τρόπου με τον οποίο
πραγματοποιούνται οι
φορολογικοί έλεγχοι στην
Ελλάδα.
Η ΑΑΔΕ μετακινείται
σταδιακά από τους
παραδοσιακούς,
αποσπασματικούς ελέγχους
σε ένα μοντέλο όπου η
διασταύρωση πολλών
διαφορετικών πηγών
δεδομένων επιτρέπει τον
ταχύτερο εντοπισμό
ασυνήθιστων οικονομικών
συμπεριφορών.
Τράπεζες, φορολογικές
δηλώσεις, ακίνητα,
ηλεκτρονικές πληρωμές,
δάνεια, επενδύσεις,
ασφαλιστήρια και δαπάνες
διαβίωσης μπορούν πλέον
να συνδυάζονται σε μία
ενιαία εικόνα.
Για τον φορολογούμενο
αυτό σημαίνει ότι η
απόσταση ανάμεσα σε όσα
δηλώνονται και στην
πραγματική οικονομική
δραστηριότητα γίνεται
ολοένα και πιο δύσκολο
να παραμείνει
απαρατήρητη.
Η νέα γενιά ηλεκτρονικών
ελέγχων δεν βασίζεται
λοιπόν μόνο στο τι
δηλώνει κάποιος στην
εφορία. Βασίζεται κυρίως
στο αν όλα τα
διαθέσιμα οικονομικά
δεδομένα μπορούν να
συνθέσουν μια συνεπή και
δικαιολογημένη εικόνα
για το εισόδημα, την
περιουσία και το επίπεδο
διαβίωσής του.
|