|
Η μείωση της ανεργίας
δεν έφερε και εργασιακή
αφοσίωση
Τα στοιχεία αποτυπώνουν
δύο διαφορετικές όψεις
της ελληνικής αγοράς
εργασίας. Από τη μία,
επιβεβαιώνουν τη
σημαντική αποκλιμάκωση
της ανεργίας μετά την
πολυετή κρίση χρέους.
Από την άλλη,
αναδεικνύουν τις
αδυναμίες που συνεχίζουν
να χαρακτηρίζουν το
εργασιακό περιβάλλον και
οι οποίες συνδέονται με
τη χαμηλή παραγωγικότητα
της ελληνικής
οικονομίας.
Η μειωμένη αφοσίωση των
εργαζομένων δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι είναι
δυσαρεστημένοι ή έτοιμοι
να εγκαταλείψουν τη
δουλειά τους. Η
Gallup
περιγράφει τους
εργαζομένους με χαμηλό
engagement
ως «ψυχολογικά
αποστασιοποιημένους».
Δηλαδή, συνεχίζουν να
εκτελούν τα καθήκοντά
τους, αλλά χωρίς
ιδιαίτερο ενθουσιασμό ή
διάθεση να προσφέρουν
κάτι περισσότερο από τα
απολύτως απαραίτητα.
Η εικόνα αυτή εξηγεί εν
μέρει γιατί η ελληνική
αγορά εργασίας εμφανίζει
ταυτόχρονα χαμηλή
κινητικότητα προσωπικού
και σημαντικό αριθμό
κενών θέσεων εργασίας. Η
έλλειψη σύνδεσης με τον
εργοδότη δεν συνεπάγεται
απαραίτητα διάθεση για
αλλαγή επαγγελματικής
πορείας, ιδιαίτερα όταν
η μετακίνηση συνοδεύεται
από αβεβαιότητα, πιθανή
μετεγκατάσταση ή
αυξημένες απαιτήσεις.
Η παραγωγικότητα και η
εταιρική κουλτούρα στο
επίκεντρο
Οι σχετικές μετρήσεις
στρέφουν το ενδιαφέρον
και στις δομικές
αδυναμίες πολλών
επιχειρήσεων στην
Ελλάδα. Παράγοντες όπως
το αδύναμο
management,
η περιορισμένη
αναγνώριση των
εργαζομένων, η
γραφειοκρατία και η
έλλειψη αυτονομίας
φαίνεται να επηρεάζουν
άμεσα τη δέσμευση του
προσωπικού.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, η
παραγωγικότητα ανά ώρα
εργασίας δυσκολεύεται να
ενισχυθεί, καθώς η
ψυχολογική
αποστασιοποίηση των
εργαζομένων συνδέεται
συχνά με χαμηλότερη
απόδοση και περιορισμένη
διάθεση πρωτοβουλίας.
Ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα
η χαμηλή εργασιακή
δέσμευση
Το φαινόμενο δεν
περιορίζεται μόνο στην
Ελλάδα. Σύμφωνα με τις
ίδιες έρευνες, συνολικά
η Ευρώπη καταγράφει τα
χαμηλότερα επίπεδα
εργασιακής αφοσίωσης
παγκοσμίως,
παρουσιάζοντας σαφή
απόκλιση από οικονομίες
όπως οι Ηνωμένες
Πολιτείες.
Η υστέρηση αυτή
αντικατοπτρίζεται και σε
ευρύτερους οικονομικούς
δείκτες, όπως η
ανταγωνιστικότητα, η
παραγωγικότητα και οι
ρυθμοί ανάπτυξης. Παρά
τη βελτίωση των συνθηκών
απασχόλησης και την
αυξημένη αισιοδοξία για
εύρεση εργασίας μετά τη
διεθνή χρηματοπιστωτική
κρίση, οι καθημερινές
εργασιακές εμπειρίες
πολλών Ευρωπαίων δεν
φαίνεται να έχουν
βελτιωθεί αντίστοιχα.
«Δουλεύουμε για να
ζούμε»
Η διαφορετική εργασιακή
κουλτούρα της Ευρώπης
αποτελεί συχνά μέρος της
εξήγησης. Σε αντίθεση με
άλλες περιοχές του
κόσμου, οι Ευρωπαίοι
παραδοσιακά
αντιμετωπίζουν την
εργασία ως μέσο για μια
καλύτερη ποιότητα ζωής
και όχι ως κεντρικό
στοιχείο της προσωπικής
τους ταυτότητας.
Η λογική ότι «δουλεύουμε
για να ζούμε και όχι το
αντίστροφο» οδηγεί σε
μεγαλύτερη έμφαση στον
ελεύθερο χρόνο, στις
άδειες και στην
ισορροπία προσωπικής και
επαγγελματικής ζωής.
Ωστόσο, η κουλτούρα αυτή
δεν αρκεί από μόνη της
για να εξηγήσει τη
χαμηλή παραγωγικότητα.
Καθοριστικό ρόλο
εξακολουθεί να παίζει η
οργανωσιακή δομή και η
ποιότητα διοίκησης των
επιχειρήσεων — ένας
τομέας στον οποίο η
Ευρώπη συνολικά, και
ιδιαίτερα η Ελλάδα,
εξακολουθούν να
εμφανίζουν σημαντικές
αδυναμίες.
|