| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 10/09/2026

 

Το Ελληνικό έχει εξελιχθεί σε μία από τις πλέον προβεβλημένες αγορές της αθηναϊκής κτηματαγοράς, με τις τιμές των κατοικιών να έχουν αυξηθεί σημαντικά και τις προσδοκίες για περαιτέρω αναβάθμιση της περιοχής να παραμένουν υψηλές. Ωστόσο, για έναν επενδυτή που έχει ως βασικό στόχο το εισόδημα από μακροχρόνια μίσθωση, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Μόλις λίγες στάσεις βορειότερα, στην περιοχή γύρω από τον σταθμό Αττική, η σχέση μεταξύ τιμής αγοράς και ενοικίου είναι πολύ πιο ευνοϊκή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Redataset για το β΄ τρίμηνο του 2026, η μεικτή ακαθάριστη απόδοση στην Αττική φτάνει το 6,4%, όταν στο Ελληνικό περιορίζεται μόλις στο 3%.

Με άλλα λόγια, με βάση τις ζητούμενες τιμές αγοράς και τα ζητούμενα ενοίκια, η επένδυση σε κατοικία γύρω από τον σταθμό Αττική προσφέρει περισσότερη από διπλάσια μεικτή απόδοση από μια αντίστοιχη τοποθέτηση στο Ελληνικό.

 

Η σύγκριση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς οι δύο περιοχές βρίσκονται στην ίδια γραμμή του Μετρό. Αναδεικνύει όμως μια βασική παράμετρο της αγοράς κατοικίας: η πρόσβαση στο Μετρό αυξάνει την εμπορικότητα ενός ακινήτου, αλλά δεν καθορίζει από μόνη της την επενδυτική του απόδοση.

Καθοριστικό ρόλο παίζει το πόσο κεφάλαιο απαιτείται για την αγορά σε σχέση με το εισόδημα που μπορεί να παραχθεί από το ακίνητο.

Η μέση μεικτή απόδοση των κατοικιών κατά μήκος της Γραμμής 2 ανέρχεται σε 4,9%, όμως ανάμεσα στην υψηλότερη και τη χαμηλότερη επίδοση υπάρχει διαφορά 3,6 ποσοστιαίων μονάδων.

Αττική και Σταθμός Λαρίσης οι πρωταθλητές της απόδοσης

Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται περιοχές του κεντροδυτικού τμήματος της Αθήνας.

Η περιοχή γύρω από τον σταθμό Αττική εμφανίζει τη μεγαλύτερη μεικτή απόδοση, στο 6,4%, δηλαδή περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα πάνω από τον μέσο όρο της Γραμμής 2.

Ακολουθεί ο Σταθμός Λαρίσης με απόδοση 6,3%, ενώ Ομόνοια και Μεταξουργείο βρίσκονται στο 5,8%.

Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των περιοχών είναι ότι οι τιμές εισόδου στην αγορά κατοικίας παραμένουν σχετικά χαμηλότερες σε σύγκριση με τις ακριβότερες ζώνες του κέντρου και, κυρίως, των νοτίων προαστίων. Τα ενοίκια, ωστόσο, δεν έχουν μειωθεί αντίστοιχα.

Αυτό δημιουργεί μια πολύ πιο ελκυστική σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εισοδήματος.

Για τον επενδυτή που ενδιαφέρεται κυρίως για το ενοίκιο, επομένως, δεν είναι απαραίτητο να επιλέξει την περιοχή με τις υψηλότερες απόλυτες τιμές μίσθωσης. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι πόσο ενοίκιο αποδίδει κάθε ευρώ που επενδύεται στην αγορά του ακινήτου.

Όσο ανεβαίνουν οι τιμές αγοράς, τόσο πιέζεται η απόδοση

Η εικόνα μεταβάλλεται όσο η Γραμμή 2 κινείται προς τις ακριβότερες περιοχές του κέντρου.

Η μεικτή απόδοση υποχωρεί από 5,8% στην Ομόνοια σε μόλις 3,4% στο Σύνταγμα, ενώ στην Ακρόπολη διαμορφώνεται στο 3,6%.

Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει το ισχυρό premium που έχει αποκτήσει η αγορά των συγκεκριμένων περιοχών. Η κεντρικότητα, η τουριστική ζήτηση, η υψηλή αναγνωρισιμότητα και το αυξημένο ενδιαφέρον από ξένους αγοραστές έχουν ωθήσει σημαντικά υψηλότερα τις τιμές πώλησης.

Τα μακροχρόνια μισθώματα, όμως, δεν έχουν αυξηθεί πάντα με τον ίδιο ρυθμό.

Έτσι, ακόμη και όταν το ενοίκιο είναι υψηλό σε απόλυτους όρους, η απόδοση της επένδυσης μπορεί να είναι χαμηλή επειδή το αρχικό κόστος απόκτησης είναι ακόμη υψηλότερο.

Στα νότια προάστια η απόδοση πέφτει κάτω από 3%

Η συμπίεση των αποδόσεων γίνεται ακόμη εντονότερη όσο η Γραμμή 2 προχωρά προς τα νότια.

Στον Άγιο Δημήτριο η μεικτή απόδοση περιορίζεται στο 2,8%, το χαμηλότερο ποσοστό της συγκεκριμένης σύγκρισης. Στον Άλιμο διαμορφώνεται στο 2,9%, ενώ στο Ελληνικό φτάνει το 3%.

Η διαφορά από την Αττική είναι επομένως ιδιαίτερα μεγάλη:

Περιοχή

Μεικτή απόδοση

Αττική

6,4%

Σταθμός Λαρίσης

6,3%

Ομόνοια

5,8%

Μεταξουργείο

5,8%

Ακρόπολη

3,6%

Σύνταγμα

3,4%

Ελληνικό

3,0%

Άλιμος

2,9%

Άγιος Δημήτριος

2,8%

Έτσι, ανάμεσα στην καλύτερη και τη χειρότερη επίδοση της Γραμμής 2 δημιουργείται ένα χάσμα 3,6 ποσοστιαίων μονάδων.

Γιατί το Ελληνικό εμφανίζει μόλις 3%

Η χαμηλή μεικτή απόδοση του Ελληνικού δεν σημαίνει ότι η περιοχή στερείται επενδυτικού ενδιαφέροντος. Το αντίθετο.

Ακριβώς επειδή το Ελληνικό θεωρείται μία από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές ζώνες της Αθήνας, οι προσδοκίες έχουν ήδη αποτυπωθεί σε μεγάλο βαθμό στις τιμές των ακινήτων.

Ο αγοραστής καλείται να καταβάλει πολύ υψηλότερο τίμημα για να αποκτήσει ένα ακίνητο. Αυτό αυξάνει σημαντικά το αρχικό κεφάλαιο της επένδυσης, ενώ τα ενοίκια δεν έχουν ακολουθήσει στον ίδιο βαθμό την άνοδο των τιμών πώλησης.

Επομένως, το Ελληνικό μπορεί να αποτελεί μια επένδυση με διαφορετικό επενδυτικό σκεπτικό: χαμηλότερη τρέχουσα εισοδηματική απόδοση, αλλά πιθανώς μεγαλύτερη προσδοκία υπεραξίας από τη μελλοντική ανάπτυξη της περιοχής.

Στην Αττική, αντίθετα, το χαμηλότερο κόστος αγοράς σε σχέση με το μίσθωμα δημιουργεί σαφώς υψηλότερη τρέχουσα απόδοση.

Δύο διαφορετικές επενδυτικές στρατηγικές στην ίδια γραμμή

Η σύγκριση Αττικής και Ελληνικού δείχνει ότι η Γραμμή 2 του Μετρό δεν αποτελεί μία ενιαία αγορά ακινήτων.

Στο βόρειο και κεντροδυτικό τμήμα της γραμμής, περιοχές όπως η Αττική, ο Σταθμός Λαρίσης, η Ομόνοια και το Μεταξουργείο προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, καθώς το κόστος αγοράς παραμένει περισσότερο ισορροπημένο σε σχέση με τα ενοίκια.

Στο ιστορικό κέντρο και κυρίως προς τα νότια, η εικόνα αντιστρέφεται. Οι υψηλότερες τιμές απόκτησης περιορίζουν την απόδοση του κεφαλαίου που επενδύεται.

Η Αττική και το Ελληνικό αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Βρίσκονται στην ίδια γραμμή του Μετρό και έχουν άμεση πρόσβαση στο ίδιο δίκτυο μετακίνησης, αλλά η επενδυτική εξίσωση είναι εντελώς διαφορετική.

Στην Αττική ο επενδυτής αγοράζει κυρίως απόδοση εισοδήματος, ενώ στο Ελληνικό πληρώνει σε σημαντικό βαθμό και για την τοποθεσία, την αναβάθμιση της περιοχής και την προσδοκία μελλοντικής υπεραξίας.

Τι πρέπει να κοιτάζει ο επενδυτής

Το βασικό συμπέρασμα από τα στοιχεία είναι ότι το «δίπλα στο Μετρό» δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί ένα ακίνητο καλή επένδυση.

Για κάποιον που αγοράζει με στόχο το εισόδημα από μακροχρόνια μίσθωση, το κρίσιμο μέγεθος είναι η σχέση τιμής αγοράς προς ενοίκιο.

Μια ακριβή και ιδιαίτερα δημοφιλής περιοχή μπορεί να προσφέρει υψηλότερο επίπεδο ενοικίων, αλλά ταυτόχρονα να έχει πολύ χαμηλότερη απόδοση επειδή το κόστος αγοράς είναι δυσανάλογα υψηλό.

Αντίθετα, μια λιγότερο «premium» περιοχή μπορεί να προσφέρει σημαντικά καλύτερη σχέση εισοδήματος και αρχικού κεφαλαίου.

Τα στοιχεία αφορούν το β΄ τρίμηνο του 2026 και βασίζονται σε αγγελίες για διαμερίσματα και μεζονέτες από 20 έως 250 τ.μ., κατασκευής από το 1960 έως το 2026, με ζητούμενες τιμές από 600 έως 10.000 ευρώ ανά τ.μ., χωρίς να περιλαμβάνονται ακίνητα από πλειστηριασμούς.

Η μεικτή απόδοση υπολογίζεται με βάση το διάμεσο μηνιαίο ενοίκιο ανά τετραγωνικό μέτρο επί 12 μήνες, σε σχέση με τη διάμεση ζητούμενη τιμή πώλησης ανά τετραγωνικό μέτρο.

Πρόκειται, συνεπώς, για μεικτές αποδόσεις που βασίζονται σε ζητούμενες τιμές αγγελιών και όχι για την καθαρή απόδοση που τελικά απομένει στον ιδιοκτήτη μετά φόρους, συντήρηση, κενά διαστήματα, ασφάλιση και λοιπά έξοδα.

Παρόλα αυτά, τα στοιχεία αναδεικνύουν με χαρακτηριστικό τρόπο πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η επενδυτική εξίσωση στην αγορά κατοικίας, ακόμη και όταν τα ακίνητα βρίσκονται πάνω στην ίδια γραμμή του Μετρό.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum