| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τετάρτη, 30/09/2026

                             

 

Ένα επενδυτικό κενό που φτάνει έως και τα 8 δισ. ευρώ ετησίως αντιμετωπίζει η Ελλάδα στον τομέα των υποδομών, την ώρα που η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί την ανάγκη για ένα νέο σταθερό πλαίσιο χρηματοδότησης των επενδύσεων.

Το ζήτημα ανέδειξε ο διευθύνων σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ, Χρήστος Παναγιωτόπουλος, μιλώντας στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών (ITC 2026), επισημαίνοντας ότι η ολοκλήρωση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε νέο επενδυτικό κενό.

Οι ανάγκες της χώρας παραμένουν πολύ μεγαλύτερες από το έργο που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη ή προγραμματίζεται για τα επόμενα χρόνια.

 

Έργα 10 δισ. ευρώ έως το 2030

Ο κατασκευαστικός κλάδος έχει περάσει τα τελευταία χρόνια από μια περίοδο έντονης υποχώρησης σε μια φάση μεγάλης αύξησης της παραγωγής.

Η αξία παραγωγής του κλάδου έχει πλέον υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με το παρελθόν, ενώ έως το 2030 εκτιμάται ότι θα ωριμάσουν ή θα ξεκινήσουν έργα συνολικής αξίας περίπου 10 δισ. ευρώ.

Το ποσό είναι σημαντικό, δεν επαρκεί όμως για να καλύψει τις συνολικές ανάγκες της χώρας.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής της ΤΕΡΝΑ, οι ανάγκες για νέες υποδομές που έχουν συσσωρευθεί μετά την πολυετή οικονομική κρίση υπολογίζονται συνολικά σε 40-50 δισ. ευρώ, ενώ το ετήσιο επενδυτικό κενό παραμένει στα 6-8 δισ. ευρώ.

Η πρόκληση επομένως δεν αφορά μόνο την ολοκλήρωση των έργων που χρηματοδοτούνται σήμερα, αλλά τη διασφάλιση μιας συνεχούς ροής νέων επενδύσεων και μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.

Τα 23 δισ. ευρώ του νέου αναπτυξιακού προγράμματος

Κομβικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση αναμένεται να έχει το νέο εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα, ύψους 23 δισ. ευρώ.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο το μέγεθος των διαθέσιμων πόρων. Εξίσου σημαντικό είναι το πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά θα μετατραπούν σε πραγματικές επενδύσεις.

Η Ελλάδα έχει πλέον αυξήσει σημαντικά τις δημόσιες επενδύσεις της, οι οποίες έχουν προσεγγίσει τον μέσο όρο της Ε.Ε. Το μεγάλο κενό εντοπίζεται περισσότερο στον ιδιωτικό τομέα.

Οι ιδιωτικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά περίπου 4-4,5 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που περιορίζει την ταχύτητα με την οποία μπορεί να ανανεωθεί το παραγωγικό και υποδομιακό δυναμικό της χώρας.

Από τα δημόσια έργα στις υποδομές με μακροχρόνιο ορίζοντα

Για την κάλυψη αυτού του κενού απαιτείται, σύμφωνα με τον κ. Παναγιωτόπουλο, αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης των υποδομών.

Το παραδοσιακό μοντέλο που αντιμετωπίζει ένα έργο ως ξεχωριστό κατασκευαστικό αντικείμενο θα πρέπει να δώσει περισσότερο χώρο σε ένα μοντέλο που συνδέει τον σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση, την κατασκευή, τη λειτουργία και τη συντήρηση σε έναν ενιαίο κύκλο ζωής.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλουν και οι Πρότυπες Προτάσεις, μέσω των οποίων οι κατασκευαστικές εταιρείες μπορούν να προτείνουν ώριμα έργα υποδομής και να συμβάλουν στην επιτάχυνση του σχεδιασμού τους.

Η λογική αυτή μπορεί να περιορίσει και ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπισε ο κλάδος τα προηγούμενα χρόνια: έργα που ξεκινούν με ελλιπή ωρίμανση μελετών, καθυστερήσεις και πιεστικά χρονοδιαγράμματα.

Ανθρώπινο δυναμικό και κόστος κατασκευής

Η μεγάλη αύξηση του κατασκευαστικού αντικειμένου δημιουργεί ταυτόχρονα νέες πιέσεις στις εταιρείες.

Η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς περιοριστικούς παράγοντες, ενώ το κόστος κατασκευής συνεχίζει να αυξάνεται.

Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο καθώς ο όγκος των έργων αναμένεται να παραμείνει υψηλός τα επόμενα χρόνια, αυξάνοντας τη ζήτηση για μηχανικούς, τεχνικά στελέχη και εξειδικευμένα συνεργεία.

Το νερό γίνεται νέα προτεραιότητα

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, έναν τομέα που αποκτά αυξανόμενη σημασία λόγω της κλιματικής αλλαγής και της πίεσης που δέχονται οι διαθέσιμοι πόροι.

Οι ανάγκες εκτείνονται από τη συλλογή και αποθήκευση νερού έως την ύδρευση, την άρδευση και την αντιπλημμυρική προστασία.

Παράλληλα, σημαντικό μέρος του διαθέσιμου νερού χάνεται πριν φτάσει στον τελικό καταναλωτή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Λευκάδα, όπου οι απώλειες από διαρροές εκτιμάται ότι φτάνουν το 60%-65%.

Η αντιμετώπιση των απωλειών στα δίκτυα μπορεί επομένως να αποτελέσει από μόνη της ένα μεγάλο πεδίο επενδύσεων, χωρίς να απαιτείται αποκλειστικά η δημιουργία νέων υποδομών άντλησης ή αποθήκευσης.

Η χρηματοοικονομική ισχύς της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος αναφέρθηκε και στη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.

Όπως σημείωσε, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ αποτελεί τη μοναδική ελληνική μη χρηματοπιστωτική εταιρεία που διαθέτει επενδυτική βαθμίδα από δύο κορυφαίους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, τη Moody's και τη S&P.

Η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές με επενδυτική βαθμίδα επιτρέπει στον όμιλο να εξασφαλίζει χρηματοδότηση με χαμηλότερο κόστος, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες για κεφάλαια στον τομέα των υποδομών αυξάνονται.

Το επόμενο μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι επομένως διπλό: να αξιοποιήσει πλήρως τους πόρους που έχουν ήδη εξασφαλιστεί και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα νέο κύμα επενδύσεων που θα καλύψει το κενό των 6-8 δισ. ευρώ ετησίως.

Μετά από χρόνια κατά τα οποία οι κατασκευαστικές εταιρείες κλήθηκαν να υλοποιήσουν μεγάλο όγκο έργων μέσα σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, η επόμενη φάση θα κριθεί περισσότερο από την ποιότητα του σχεδιασμού, την ωρίμανση των έργων και τη δυνατότητα προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων.

 

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum