|
Η Γαλλία στο επίκεντρο,
το Βέλγιο ακολουθεί
Τα περιθώρια απόδοσης
των γαλλικών ομολόγων
έναντι των γερμανικών
έχουν επιστρέψει σε
επίπεδα που είχαν
καταγραφεί κατά την
κρίση χρέους της
Ευρωζώνης. Ωστόσο, οι
ευρύτεροι δείκτες
χρηματοπιστωτικής πίεσης
στην Ευρώπη δεν
εμφανίζουν μέχρι στιγμής
αντίστοιχη ένταση,
στοιχείο που υποδηλώνει
ότι οι επενδυτές δεν
αντιμετωπίζουν ακόμη τη
Γαλλία ως αφετηρία μιας
νέας συστημικής κρίσης.
Το Βέλγιο θεωρείται η
επόμενη πιο ευάλωτη
περίπτωση, καθώς
αντιμετωπίζει και αυτό
δημοσιονομικές
προκλήσεις. Παρ' όλα
αυτά, η ανάλυση εκτιμά
ότι οι κίνδυνοι για τις
δύο χώρες παραμένουν
μικρότεροι από εκείνους
που χαρακτήριζαν τις πιο
αδύναμες οικονομίες της
Ευρωζώνης πριν από
περίπου 15 χρόνια.
Αυτό δεν αποκλείει τη
μετάδοση μέρους των
πιέσεων σε άλλες αγορές
ομολόγων. Περιορίζει,
όμως, το ενδεχόμενο μιας
γενικευμένης
ανατιμολόγησης του
ευρωπαϊκού κρατικού
χρέους, εφόσον η
δημοσιονομική ανησυχία
δεν επεκταθεί σε
περισσότερες χώρες.
Το γαλλικό χρέος
περιορίζει τα περιθώρια
της ΕΚΤ
Η προοπτική των γαλλικών
ομολόγων παραμένει
αβέβαιη, ενώ δεν
διαφαίνεται σημαντική
αποκλιμάκωση των πιέσεων
πριν από τις εκλογές στη
χώρα. Η πολιτική
αβεβαιότητα και οι
ανησυχίες για τα δημόσια
οικονομικά ενδέχεται να
διατηρήσουν υψηλό το
κόστος δανεισμού της
Γαλλίας, δυσχεραίνοντας
την αποκατάσταση της
εμπιστοσύνης των
επενδυτών.
Η εξέλιξη αυτή έχει
άμεση σημασία για τη
νομισματική πολιτική.
Εάν η πίεση στα κρατικά
ομόλογα ενταθεί, η
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα ενδέχεται να
έχει μικρότερα περιθώρια
να προχωρήσει σε
αυστηροποίηση της
πολιτικής της στον βαθμό
που προεξοφλούν σήμερα
οι αγορές.
Η στρατηγική της
ανάλυσης βασίζεται,
μεταξύ άλλων, στην
εκτίμηση ότι η ΕΚΤ
μπορεί τελικά να μην
υλοποιήσει ολόκληρη την
αύξηση επιτοκίων που
έχει ενσωματωθεί στις
τιμές των
χρηματοπιστωτικών
προϊόντων. Στο πλαίσιο
αυτό, προτείνεται
σχετική θέση που ευνοεί
τα γαλλικά επιτόκια
έναντι των αντίστοιχων
βελγικών, με την
παραδοχή ότι η
δημοσιονομική πίεση και
οι αντιδράσεις της
αγοράς θα επηρεάσουν
διαφορετικά τις
προσδοκίες για τη
νομισματική πολιτική.
Παράλληλα, η ανάλυση
διατηρεί αρνητική στάση
απέναντι στο ευρώ,
προκρίνοντας θέσεις
πώλησης του ενιαίου
νομίσματος έναντι ενός
καλαθιού νομισμάτων των
χωρών της ομάδας
G10.
Η συγκεκριμένη επιλογή
συνδέεται και με το
γεγονός ότι οι
επενδυτικές τοποθετήσεις
απέναντι στο ευρώ
εμφανίζονται λιγότερο
εκτεταμένες σε σχέση με
τις αντίστοιχες θέσεις
έναντι του δολαρίου,
αφήνοντας διαφορετικά
περιθώρια για την
εξέλιξη των
συναλλαγματικών
ισοτιμιών.
Οι μετοχές διατηρούν τη
δυναμική τους, με το
βλέμμα στο τέλος του
έτους
Παρά τους κινδύνους που
απορρέουν από την αγορά
ομολόγων, η στρατηγική
διατηρεί θετική στάση
απέναντι στις
αμερικανικές μετοχές. Η
αμερικανική αγορά δεν
έχει καταγράψει μέχρι
στιγμής ουσιαστική
διόρθωση ενόψει των
ενδιάμεσων εκλογών στις
ΗΠΑ και της έναρξης ενός
νέου κύκλου αυξήσεων
επιτοκίων από τη
Federal
Reserve,
αν και οι αποτιμήσεις
έχουν ήδη υποχωρήσει.
Η εποχικότητα θεωρείται
πιο ευνοϊκή για τις
μετοχές τον Νοέμβριο και
τον Δεκέμβριο, παρά στην
άμεση χρονική περίοδο.
Για τον λόγο αυτό, η
στρατηγική διατηρεί τις
θέσεις αγοράς στις
αμερικανικές μετοχές,
ενώ παράλληλα αυξάνει
την έκθεση στη Βραζιλία.
Ειδικότερα, έχουν
προστεθεί βραζιλιάνικες
μετοχές και κρατικά
ομόλογα της χώρας με
λήξη το 2031, γνωστά ως
NTNF
2031. Η επιλογή
στηρίζεται στην εκτίμηση
ότι το αποτέλεσμα των
εκλογών δημιουργεί
ευνοϊκότερες προοπτικές,
ενώ η πιθανή μείωση των
επιτοκίων θα μπορούσε να
λειτουργήσει ως
καταλύτης τόσο για την
αγορά μετοχών όσο και
για τα κρατικά ομόλογα.
Το βασικό σενάριο για
τις αγορές
Η πορεία των ευρωπαϊκών
αγορών θα εξαρτηθεί σε
μεγάλο βαθμό από το εάν
οι πιέσεις στο γαλλικό
χρέος θα παραμείνουν
περιορισμένες ή θα
μεταδοθούν σε
περισσότερες οικονομίες
της Ευρωζώνης. Στην
πρώτη περίπτωση, η ΕΚΤ
θα μπορούσε να αποφύγει
μια πιο επιθετική πορεία
αυξήσεων επιτοκίων,
εξέλιξη που θα περιόριζε
την πίεση στις
αποτιμήσεις των μετοχών
και θα στήριζε τα
περιουσιακά στοιχεία
υψηλότερου κινδύνου.
Αντίθετα, μια
παρατεταμένη επιδείνωση
της κατάστασης στη
Γαλλία θα μπορούσε να
ενισχύσει την
αβεβαιότητα, να αυξήσει
το κόστος δανεισμού και
να δυσκολέψει τις
αποφάσεις νομισματικής
πολιτικής. Προς το
παρόν, η βασική εκτίμηση
παραμένει ότι η
αναταραχή δεν έχει λάβει
γενικευμένες διαστάσεις
αντίστοιχες με εκείνες
της κρίσης χρέους, χωρίς
αυτό να σημαίνει ότι οι
κίνδυνοι έχουν
εξαλειφθεί.
|