| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τρίτη, 11/08/2026

  

 

Σε γενικές γραμμές επαρκή αποθέματα ρευστότητας φαίνεται να διαθέτουν οι 110 μεγάλες τράπεζες της ευρωζώνης που συμμετείχαν στην ειδική άσκηση γεωπολιτικού κινδύνου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM). Ωστόσο, πίσω από τη θετική εικόνα που προκύπτει σε επίπεδο συνολικού συστήματος, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εντόπισε σημαντικές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο ορισμένες τράπεζες αποτιμούν τις επιπτώσεις μιας μεγάλης κρίσης.

Το βασικό πρόβλημα αφορά τη μεθοδολογία της άσκησης. Σε αντίθεση με τα κλασικά stress tests, οι τράπεζες δεν κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ένα κοινό, προκαθορισμένο σενάριο. Αντίθετα, τους ζητήθηκε να εξετάσουν μια υποθετική επιδείνωση της κεφαλαιακής τους θέσης κατά 3%, δηλαδή κατά 300 μονάδες βάσης, και στη συνέχεια να προσδιορίσουν ποιο γεωπολιτικό γεγονός θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια τέτοια εξέλιξη.

 

Η προσέγγιση αυτή έδωσε στις τράπεζες σημαντικό περιθώριο να διαμορφώσουν τα δικά τους σενάρια. Οι περισσότερες ανταποκρίθηκαν με σχετικά πειστικές εκτιμήσεις, όμως η εποπτική διαδικασία ανέδειξε περιπτώσεις στις οποίες η επίπτωση ενός σοβαρού σοκ στη ρευστότητα φαίνεται να έχει υπολογιστεί με υπερβολικά ήπιο τρόπο.

Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα σχέδια αντίδρασης των τραπεζών φαίνεται να βασίζονται σε παραδοχές που ενδέχεται να αποδειχθούν ιδιαίτερα αισιόδοξες όταν μια κρίση εξελιχθεί στην πραγματική αγορά.

Με άλλα λόγια, η άσκηση δεν απέδειξε ότι οι τράπεζες είναι απροετοίμαστες. Ανέδειξε όμως ότι ορισμένα μοντέλα διαχείρισης κινδύνου ενδέχεται να μην αποτυπώνουν πλήρως το μέγεθος μιας πραγματικά μεγάλης και ταυτόχρονης γεωπολιτικής αναταραχής.

Μια διαφορετική μορφή stress test

Η άσκηση του 2026 ήταν ένα reverse stress test και όχι ένα ακόμη πανευρωπαϊκό τεστ αντοχής με ενιαία σενάρια, κοινές παραμέτρους και συγκρίσιμες βαθμολογίες.

Συνολικά συμμετείχαν 110 τράπεζες που εποπτεύονται άμεσα από την ΕΚΤ. Περίπου μία στις πέντε, μάλιστα, εκτίμησε ότι η επιδείνωση της κεφαλαιακής της θέσης σε ένα ακραίο γεωπολιτικό σενάριο θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερη από το όριο που χρησιμοποιήθηκε ως βάση της άσκησης.

Για τον λόγο αυτό δεν δημοσιεύθηκαν αποτελέσματα ανά τράπεζα, ούτε υπάρχει κατάταξη με «νικητές» και «ηττημένους». Η ίδια η ΕΚΤ ξεκαθαρίζει ότι ο συγκεκριμένος έλεγχος είχε κυρίως ποιοτικό χαρακτήρα και σχεδιάστηκε με διαφορετική λογική από τα παραδοσιακά stress tests.

Η αξία του, επομένως, δεν βρίσκεται τόσο σε έναν αριθμητικό βαθμό ανθεκτικότητας, όσο στην αναγνώριση αδυναμιών στον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες αντιλαμβάνονται, μετρούν και διαχειρίζονται τους γεωπολιτικούς κινδύνους.

Τα ευρήματα κάθε τράπεζας θα αξιοποιηθούν στον εποπτικό διάλογο με την ΕΚΤ, ενώ αδυναμίες που θεωρούνται ουσιαστικές μπορούν να ενσωματωθούν στην αξιολόγηση SREP και, συνεπώς, να αποκτήσουν άμεση εποπτική σημασία.

Πώς θα αντιδρούσαν οι τράπεζες σε μια κρίση

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της άσκησης είναι το πώς απάντησαν οι ίδιες οι τράπεζες στο ερώτημα για τα μέτρα που θα μπορούσαν να λάβουν εφόσον βρεθούν αντιμέτωπες με μια σοβαρή γεωπολιτική κρίση.

Η συχνότερη επιλογή θα ήταν ο περιορισμός των διανομών προς τους μετόχους. Το 59% των τραπεζών δήλωσε ότι θα μπορούσε να αναστείλει ή να μειώσει τις σχετικές πληρωμές.

Ακολουθεί η συρρίκνωση των ανοιγμάτων, την οποία θα επέλεγε το 57% των τραπεζών, ενώ το 50% θα προχωρούσε σε περιορισμό ή ακόμη και διακοπή νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Σημαντικό ποσοστό, 47%, θα αντιδρούσε αυστηροποιώντας τα κριτήρια χορήγησης δανείων, περιορίζοντας έτσι τον πιστωτικό κίνδυνο αλλά ταυτόχρονα μειώνοντας και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας σε μια περίοδο κρίσης.

Στο σκέλος του κόστους, το 44% προβλέπει περικοπές, ενώ τέσσερις στις δέκα τράπεζες θα εξέταζαν την πώληση χαρτοφυλακίων ή άλλων στοιχείων ενεργητικού.

Η ΕΚΤ, ωστόσο, δεν θεωρεί δεδομένο ότι όλες αυτές οι κινήσεις θα μπορούν να υλοποιηθούν ταυτόχρονα και με τους όρους που προβλέπουν τα σχέδια των τραπεζών.

Και εδώ βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους.

Σε μια πραγματική συστημική κρίση, δεν θα κινείται μόνο μία τράπεζα. Εάν πολλές τράπεζες προσπαθήσουν ταυτόχρονα να περιορίσουν τα ανοίγματά τους, να πουλήσουν χαρτοφυλάκια ή να αναζητήσουν νέα κεφάλαια, η αγορά μπορεί να μην έχει την απαιτούμενη ρευστότητα για να απορροφήσει όλες αυτές τις κινήσεις.

Οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να υποχωρήσουν απότομα, οι όροι χρηματοδότησης να επιδεινωθούν και οι τράπεζες να αναγκαστούν να πουλήσουν σε πολύ δυσμενέστερες αποτιμήσεις από εκείνες που είχαν ενσωματώσει στα σχέδιά τους.

Οι κυβερνοεπιθέσεις στην κορυφή των κινδύνων

Ιδιαίτερη θέση στην άσκηση καταλαμβάνει ο κυβερνοκίνδυνος, ο οποίος πλέον αντιμετωπίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους για το τραπεζικό σύστημα.

Από τις 110 τράπεζες, οι 86 συμπεριέλαβαν τις κυβερνοεπιθέσεις μεταξύ των σημαντικών κινδύνων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη λειτουργία τους. Για 57 από αυτές, μάλιστα, ο συγκεκριμένος κίνδυνος βρέθηκε στην πρώτη θέση.

Στη δεύτερη θέση βρίσκονται οι διακοπές λειτουργίας που συνδέονται με εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών, τις οποίες ανέφεραν 44 τράπεζες.

Η σημασία που αποδίδεται στην επιχειρησιακή και τεχνολογική ανθεκτικότητα αποτυπώνεται και στα σχέδια των τραπεζών: το 74% προβλέπει επενδύσεις ή άλλα μέτρα για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πληροφοριακών συστημάτων και τη δυνατότητα ταχύτερης επαναφοράς τους μετά από κυβερνοεπίθεση.

Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς μια γεωπολιτική σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον στο φυσικό πεδίο. Μια σοβαρή κρίση μπορεί να συνοδεύεται από επιθέσεις στις ψηφιακές υποδομές, διακοπές λειτουργίας κρίσιμων παρόχων και προβλήματα στις αλυσίδες πληροφορικής που στηρίζουν καθημερινές τραπεζικές λειτουργίες.

Πίεση στα κεφάλαια, αλλά υψηλά επίπεδα ρευστότητας

Σε επίπεδο κεφαλαίων, η εικόνα είναι σαφώς πιο απαιτητική.

Ο σταθμισμένος μέσος δείκτης CET1 των τραπεζών ξεκινά από περίπου 15,5%. Στο ακραίο σημείο του σεναρίου υποχωρεί στο 12,1%, πριν ανακάμψει περίπου στο 13,6% μετά την εφαρμογή των μέτρων που έχουν προβλέψει οι ίδιες οι τράπεζες.

Η υποχώρηση αυτή αποτυπώνει κυρίως την επίδραση των πιθανών πιστωτικών ζημιών και της επιδείνωσης της κερδοφορίας.

Οι μεγαλύτερες πιέσεις αναμένονται σε κλάδους με υψηλή ευαισθησία στις οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως η μεταποίηση, οι μεταφορές, η γεωργία, οι κατασκευές και η φιλοξενία και εστίαση.

Στη ρευστότητα, αντίθετα, τα αποτελέσματα εμφανίζονται πολύ πιο καθησυχαστικά.

Ο διάμεσος δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) ξεκινά από το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο του 186% και υποχωρεί στο 163% στο τέλος της περιόδου του ακραίου σεναρίου. Παρά την πτώση, παραμένει σημαντικά υψηλότερα από το κανονιστικό ελάχιστο του 100%.

Ακόμη και το κεντρικό εύρος των τραπεζών, που αρχικά βρισκόταν μεταξύ 175% και 204%, περιορίζεται στο 150%-185%, εξακολουθώντας να παρέχει σημαντικό περιθώριο ασφαλείας.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται να διαθέτει ισχυρό «μαξιλάρι» ρευστότητας ακόμη και υπό σημαντική πίεση.

Η μεγάλη επιφύλαξη της ΕΚΤ για τη ρευστότητα

Ωστόσο, ακριβώς εδώ βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον εύρημα της άσκησης.

Η ΕΚΤ διαπίστωσε ότι σε αρκετές περιπτώσεις η επιδείνωση των δεικτών ρευστότητας ήταν ασυνήθιστα περιορισμένη σε σχέση με το μέγεθος της κεφαλαιακής ζημιάς που είχαν υποθέσει οι ίδιες οι τράπεζες.

Αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: μήπως η άσκηση δεν αποτύπωσε με επαρκή αυστηρότητα το πραγματικό πλήγμα που θα προκαλούσε ένα μεγάλο γεωπολιτικό σοκ στη ρευστότητα;

Η διαπίστωση αυτή είναι σημαντική, διότι σε μια πραγματική κρίση η απώλεια κεφαλαίων και η πίεση στη ρευστότητα δεν εξελίσσονται απαραίτητα ανεξάρτητα. Μια απότομη απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να προκαλέσει εκροές καταθέσεων, δυσκολία πρόσβασης στις αγορές και αύξηση του κόστους χρηματοδότησης πολύ ταχύτερα από ό,τι προβλέπουν τα θεωρητικά μοντέλα.

Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται στη ρευστότητα σε ξένο νόμισμα. Εκεί η εικόνα είναι σαφώς λιγότερο άνετη, καθώς ορισμένες τράπεζες εμφανίζουν δείκτες κάτω από το όριο του 100%.

Το πραγματικό μήνυμα της άσκησης

Το συμπέρασμα από το reverse stress test δεν είναι ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται μπροστά σε έναν άμεσο κίνδυνο.

Αντίθετα, η συνολική εικόνα δείχνει ότι το τραπεζικό σύστημα διαθέτει σημαντικά κεφαλαιακά και κυρίως ρευστά αποθέματα για να αντιμετωπίσει σοβαρές αναταράξεις.

Το μήνυμα της ΕΚΤ είναι όμως πιο σύνθετο: η ύπαρξη υψηλών δεικτών δεν αρκεί από μόνη της. Εξίσου σημαντικό είναι το κατά πόσο τα μοντέλα κινδύνου, τα σχέδια έκτακτης ανάγκης και οι παραδοχές των τραπεζών μπορούν να λειτουργήσουν όταν μια κρίση πλήξει ταυτόχρονα πολλές αγορές και πολλές τράπεζες.

Η άσκηση αποκάλυψε ακριβώς αυτό το κενό. Ορισμένες τράπεζες εμφανίζονται να διαθέτουν σχέδια αντίδρασης που θεωρητικά είναι επαρκή, όμως η πραγματική αποτελεσματικότητά τους μπορεί να δοκιμαστεί πολύ περισσότερο σε ένα περιβάλλον όπου όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά επιχειρούν ταυτόχρονα να περιορίσουν τον κίνδυνό τους.

Για την ΕΚΤ, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να γνωρίζει πόσα κεφάλαια ή πόση ρευστότητα διαθέτει κάθε τράπεζα. Είναι να γνωρίζει εάν αυτά τα «μαξιλάρια» μπορούν πράγματι να αξιοποιηθούν όταν οι αγορές βρίσκονται υπό ακραία πίεση.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα του φετινού γεωπολιτικού stress test: η ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά φαίνεται να έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά τις προηγούμενες κρίσεις, όμως η επόμενη μεγάλη δοκιμασία μπορεί να μην αφορά τόσο το ύψος των κεφαλαίων όσο την πραγματική δυνατότητα των τραπεζών να αντιδράσουν ταυτόχρονα, γρήγορα και αποτελεσματικά σε ένα σοκ που δεν θα περιορίζεται σε έναν μόνο κίνδυνο.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum